Ρίζες
Σάββατο βράδυ στο κέντρο της πόλης. Ζέστη που πολεμάς με ανεμιστήρα οροφής, παγωμένο λιμοντσέλο και μουσικό μωσαϊκό από Λουθ σε Καζαντζίδη και μετά Κέιβ και κασέτα αγορασμένεη από τον γέρο με το καροτσάκι στην αρχή της Πειραιώς. Την βάζω δυνατά «θ' αλλάξω ιστορία και κεφάλαιο θα φύγω από σένα και απ' το Αιγάλεω». Ανεμιστήρας οροφής και μετακόμιση. Καινούριο σπίτι. Μόνη μου. Όλο δικό μου. Δεν θα το χαρίσω δεν θα το μοιραστώ με κανέναν. Δεν θα το χαρίσω. Το εννοώ. Ότι λέω το εννοώ μέχρι να αρχίσει να με στριμώχνει. Τότε το αναιρώ. Έβαλα το ψυγείο στην πρίζα και κάθομαι ανάμεσα από τα χρωματιστά κουτιά μου. Μόνη μου ας φωνάζει η μάνα μου. «Πότε θα ριζώσεις κάπου παιδί μου. Μόνο αν ριζώσεις θ' ανθίσεις και θα καρποφορήσεις. Τότε θα δεις εύφορο λιβάδι η ζωή σου κι όχι κυνηγητό και παραστάσεις σε δρόμους και σε αγκαλιές. Δες εμένα» Τι υποκρίτρια που είναι μιλάει για ρίζες όταν ποτέ δεν μου αποκάλυψε τις πραγματικές μου ρίζες. Όταν ρωτούσα ποιος είναι ο πατέρας μου κάθε φορά άρνηση-παράσταση. Δεν μου έλεγε τίποτε -παράσταση. «...μην πέφτεις πάνω στην κάρδια μου σαν ιερόσυλη πάνω σε μαυσωλείο. Ο πατέρας σου είναι θαμμένος πολύ βαθιά με όλες τις τιμές και τις κατάρες που του ταίριαζαν. Αφού δεν του ταίριαζα εγώ. Με ανάγκασε να τον εγκαταλείψω γιατί σκότωσε την αγάπη μου για εκείνον.» Δεν ήθελα να ριζώσω. Με τρόμαζε η μονιμότητα που μεταφράζεται σε ρίζωμα. Ρίζες έχουν τα δέντρα. Όποιος θέλει ξεκουράζεται στον ίσκιο τους για όσο θέλει και μετά φεύγει και όποιος θέλει χαράζει επάνω τους ό,τι θέλει και μετά φεύγει κι όποιος θέλει τα κόβει και μετά; Με εκείνον όμως ήταν αλλιώς, ξαφνικά άνθισα. Όταν τον είδα ονειρεύτηκα σπίτι πάνω στο κύμα να ξυπνάω το πρωί και να πριν τον κοιτάξω να ευχαριστώ όλους τους Θεούς, κι ας μην πιστεύω σε κανέναν, που ξύπνησα πλάι του. Να σηκώνομαι στις μύτες των ποδιών μου και να πηγαίνω να του φτιάξω πρωινό. Και μετά αγκαλιά στις λευκές φερ φορζε. Αγάπη ανυποχώρητη στην οικειότητα που χαλάει την μαγεία της πρώτης ματιάς. Όταν μου ζήτησε να βρεθούμε του είπα σε μια εβδομάδα θα έρθεις εκεί που θα σου πω. Το έστησα όλο σε μια εβδομάδα. Έξι μέρες μου πήρε για να φτιάξω τον κόσμοι μου και την έβδομη να τον βάλλω μέσα. Ήρθε και μόλις τον αντίκρισα στη πόρτα του το είπα αμέσως, έφτιαξα το σπίτι μας. Γελούσε δυνατά. Αυθορμητισμός νόμισε. Όταν μπήκε μέσα κατάλαβε. Ήταν αληθινό σπίτι. Όλα άσπρα και το φως να μπαίνει από παντού. Όλα τα παράθυρα ανοιχτά και η αγαπημένη του μουσική να ακούγεται σ' όλο το σπίτι. Δεν το πίστευε. Ναι σε μια εβδομάδα τα είχα μάθει όλα, τι μουσική ακούει, τι διαβάζει, τι ταινίες βλέπει. Τι τρώει. Του είχα μαγειρέψει χοιρινό με δαμάσκηνα το αγαπημένο του. Έμεινε στο σπίτι μας. Η αγκαλιά του μεγάλη, πρωινά με μαρμελάδα φράουλα, ατελείωτες συζητήσεις και Αγάπη ανυποχώρητη στη οικειότητα που χαλάει την μαγεία της πρώτης ματιάς. Και ξαφνικά άρχισα να στριμώχνομαι. Όταν τον είδα να κουβαλάει σπίτι ένα γκρι κοστούμι. Είπα λάθος έκανε, το πήρα και το πέταξα. Το πήρα για το γάμο μας μου είπε. Να παντρευτούμε να κάνουμε παιδιά, να... Από εκεί και κάτω δεν άκουγα λέξη. Ίλιγγος. Δεν κατέβαινε ούτε το σάλιο μου. Ένιωθα χώμα στα πόδια μου. Κάθε φράση του χώμα πάνω στα πόδια μου. Ρίζες. Ακούω την φωνή της μάνας μου «Πότε θα ριζώσεις κάπου παιδί μου. Μόνο αν ριζώσεις θ' ανθίσεις και θα καρποφορήσεις. Τότε θα δεις εύφορο λιβάδι η ζωή σου κι όχι κυνηγητό και παραστάσεις σε δρόμους και σε αγκαλιές. Δες εμένα» Σηκώνομαι μόλις αρχίζει να χαράζει. Μαζεύω δυο ρούχα σε μια τσάντα. Νυχοπατώντας πηγαίνω στην κουζίνα. Του ετοιμάζω πρωινό με μαρμελάδα φράουλα. Αφήνω το κινητό δίπλα στο δίσκο. Με κόκκινο μολύβι γράφω πάνω στο ψυγείο
αγαπημένε μου. πιο πολύ από αγαπημένος εσύ αλλά εγώ στο είχα πει όχι ρίζες. Έρωτας -Ανησυχία όπως την πρώτη στιγμή αλλιώς φοβάμαι.
Μου έστειλε τα κλειδιά με έναν κοινό φίλο την άλλη μέρα. Πέρασε μια εβδομάδα. Δεν με αναζήτησε. Εγώ σε καινούριο σπίτι με ανεμιστήρα οροφής. |
25°C




/ Διεύθυνση project