Αν δεν υπάρχει ερώτηση δεν υπάρχει απάντηση
Κοίταξε τα ανακατεμένα σεντόνια. Τσαλακωμένα, ανακατεμένα και βρώμικα σεντόνια. Ανάμεσα στις κίτρινες τουλίπες τους λεκέδες από ξεραμένο αίμα. Τι άσχημο χρώμα έχει το αίμα όταν ξεραίνεται. Χάνεται το κόκκινο. Έχει το χρώμα και την μυρωδιά της σαπίλας. Σαπίλα. Η σαπίλα είναι το αντίθετο της ζωής. Η σαπίλα είναι χειρότερη από τον θάνατο. Ο θάνατος είναι λυτρωτικός, αξιοπρεπής, καθαρός ακόμη κι αν είναι βίαιος. Η σαπίλα είναι φριχτή, πρόστυχη, βρώμικη. Ξεραμένο αίμα πάνω στις κίτρινες τουλίπες. Σάπια λουλούδια πάνω στο κρεβάτι του γιου της; Ζωντάνεψε μπροστά της η γέννα του Ήταν περασμένες οχτώ το βράδυ όταν ένιωσε κάτι υγρό να κυλάει ανάμεσα στα πόδια της. Είναι νωρίς ακόμη σκέφτηκε. Ήταν όντως νωρίς. Πέρασαν δεκατέσσερις ώρες μέσα σε αφόρητους πόνους μέσα στην καταιγίδα. Έσφιγγε τα δόντια για να μην φωνάξει και περίμενε τον κεραυνό για να καλύψει τα βογκητά της. Φυσούσε έβρεχε και πονούσε. Το παιδί ήταν μεγάλο, όταν άρχισε να γλιστράει από μέσα της σκίστηκε. Το αίμα έτρεχε. Τον κράτησε στην αγκαλιά της ματωμένο. Ήταν ο γιος της ματωμένος και κλαμένος. Πόνεσε ήταν το μόνο που ρώτησε. Δεν άντεχε στην σκέψη ότι ο γιος της είχε πάρει μερίδιο από τον πόνο της. Όχι δεν ρωτούσε για αυτές τις δεκατέσσερις ώρες. Αυτό που την τρόμαζε ήταν μήπως είχε μοιραστεί τον πόνο που είχε μείνει μέσα της, ξεραμένο αίμα, από την νύχτα που την είχαν βιάσει. Φοβόταν μήπως γλίστρησε μέσα στο γιο της το μίσος που την κυρίευε όλους αυτούς τους μήνες. Τα ήξερε το παιδί της όλα αυτά και για αυτό έκλαιγε; Ήξερε από την πρώτη στιγμή πως ήταν προϊόν ενός εγκλήματος; Είχε νιώσει την αποστροφή της και ο πρώτος χτύπος της καρδιάς του ήταν από αγωνία μέχρι να του αποδοθεί χάρη; Ξεραμένο αίμα πάνω στις κίτρινες τουλίπες. Σάπια λουλούδια πάνω στο κρεβάτι του γιου της; Άρχισε να μαζεύει τα σεντόνια, με λύσσα τα στοίβαξε σε μια σακούλα σκουπιδιών. Άνοιξε το παράθυρο να μπει καθαρός αέρας, να φύγει η μυρωδιά της σαπίλας. Έβρασε πορτοκάλι με ξύλο κανέλας και ράντισε παντού. Έστρωσε λευκά σεντόνια. Στάλες από πορτοκαλόνερο στα σεντόνια του γιου της. Όταν ήταν πέντε χρονών τον είχε πάει στο αγαπημένο της νησί. Ήταν απόγευμα, καθόταν στην παραλία και ξαφνικά ο γιος της πετάχτηκε επάνω. Μαμά φώναζε κοίτα ο ουρανός βρέχει χρώματα. Έτρεχε γύρω της και φώναζε να πάνε να μαζέψουν τα χρώματα. Δεν γίνεται αγάπη μου του έλεγε γελώντας και τον έσφιγγε στην αγκαλιά της. Θέλω να στα χαρίσω της είπε αφοπλιστικά. Άρχισε να τρέχει πάνω στα βράχια. Σκόνταψε. Έπεσε. Ο γιος της σκόνταψε, έπεσε και χτύπησε. Ο γιος της πονάει. Πονάς; Πονάς; Πονάς; Τον ρωτούσε και τον έσφιγγε πάνω της. Αίμα έτρεχε από το γυμνό του γόνατο. Το έγλειψε πριν ξεραθεί. Άρπαξε την σακούλα με τα λερωμένα σεντόνια. Αν τα πετούσε θα ήταν σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Τι έγινε; Πως λερώθηκαν; Δεν ρωτούσε. Δεν ήθελε να ρωτήσει για να μην πάρει την απάντηση. Αν δεν υπάρχει ερώτηση δεν υπάρχει απάντηση. Είναι ίσως μια φράση που προσπερνάς αδιάφορα, δεν σε αφορά. Κάποιοι λένε πως πρέπει να προσέχεις τι εύχεσαι. Δεν φτάνει για να προστατευθείς. Πρέπει να προσέχεις και τι ρωτάς, τι κρατάς και τι πετάς. Πέταξε την σακούλα τρία τετράγωνα πιο κάτω από το σπίτι της. Περπατούσε κάτω από τις ανθισμένες κουτσουπιές. Τι ωραία που είναι τώρα. Τώρα είναι ωραία. Τώρα. Σε λίγες μέρες τα λουλούδια θα άρχιζαν να πέφτουν και να σαπίζουν στα πεζοδρόμια. Το τίμημα του καρπού είναι να χάνεται το άνθος. Θα έπρεπε να βρεθεί άλλος τρόπος. Να πεθαίνουν τόσο όμορφα όσο γεννιούνται. Τον κρατούσε στην αγκαλιά της ματωμένο και βουβό. Δεκατεσσάρων χρονών ματωμένος και βουβός. Έπλυνε τις πληγές του να φύγει το ξεραμένο αίμα. Δεν έσταζε πια άλλο αίμα; Μπήκε μέσα στο σπίτι κι έτρεξε στο μπάνιο. Η πληγή που είχε ανοίξει ψηλά στο μηρό, εκεί που αυτοτραυματιζόταν κάθε βράδυ είχε ματώσει πάλι. Αίμα χυνόταν, κόκκινο φρέσκο αίμα. Ο γιος της έμπλεξε σε ένα καβγά. Κάποιος τον χτύπησε, κάποιον χτύπησε κι αυτός, κάποιος τον χτύπησε πιο δυνατά. Ο γιος της ματωμένος και βουβός και ο άλλος ματωμένος και βουβός πάνω στο δρόμο. Θύμα και θύτης με διπλές ταυτότητες. Αυτή πουθενά. Ο γιος της πόνεσε. Ο πόνος ήταν όλος δικός του. Δεν τον μοιράστηκε μαζί της. Το αίμα του χύθηκε και ξεράθηκε στο δρόμο. Το αίμα του χύθηκε και ξεράθηκε στο δρόμο, το αίμα της χύνεται και ξεραίνεται πάνω στα σεντόνια. Ξάπλωσε πάνω στα λευκά σεντόνια. Είναι όπως τότε που τον γέννησε.
|
Αυτή είναι Κυρία.Το αγόρι έχει μεγάλα μάτια.
Quinta, γράφει η πόρτα που οδηγεί στο bar. Κόκκινο βουτηγμένο στο μαύρο παντού... «Πρόβα ζωής» που λίγο πριν ή λίγο μετά «δανείζεται νοικιάζεται πετιέται, μια κι έξω». Ο κατάλληλος τόπος να καλύψεις τις ανάγκες σου και να μην ασχοληθεί κανείς ούτε κι εσύ με ό,τι κρύβεται κάτω από το τραπέζι, βαθιά στο βλέμμα, πίσω από το χαμόγελο. Ο χώρος που κανένα μυστικό δεν κινδυνεύει...όλα θα μείνουν ανείπωτα κι έτσι αψεγάδιαστα κι απόψε, τίποτε δεν κινδυνεύει, κανείς δεν θα ξύσει την επιφάνεια, στην επιφάνεια μόνο το νοθευμένο αλκοόλ και η πόζα! Δεν θέλει να μπει μέσα Ανάβει τσιγάρο. Ο καπνός είναι το πιο φορεμένο αλλά κλασσικό άλλοθι για τα δάκρυα. Ανακατεύονται με το βαρύ ρίμελ. Δεν θέλει να μουτζουρωθεί. Δάκρυα ταινίας, αλήθεια που πονάει τους άλλους, εσύ υποδύεσαι οι άλλοι κλαίνε. Μουτζουρώθηκε. Κοιτιέται στην βιτρίνα με τα ψεύτικα κοσμήματα... μοιάζουν με αληθινά. Ποια είναι αυτή? Αυτές τις ρυτίδες ποιος τις πέταξε επάνω της? Πέρασε δίπλα της το αυτοκίνητο με την μουσική στην διαπασών. Χριστοδουλόπουλος ''Εδώ υπάρχει ένας έρωτας μεγάλος'' Ένα τζάνκι σταματάει μπροστά της. Κυρία μήπως υπάρχει κάνα ψιλό? Τι μεγάλα μάτια που έχει αυτό το αγόρι! Αυτή είναι Κυρία. Το αγόρι έχει μεγάλα μάτια. Και βρέχει δυνατά... Ο καθένας τον ρόλο του. Είναι κι οι δυο καλοί στο ρόλο τους. Του δίνει ένα πενηντάρικο. Πιο ψιλά την ρωτάνε τα μεγάλα μάτια? Πιο ψηλά δεν φτάνω αγόρι μου. Τα μάτια της γυαλίζουν. Γυαλί που ράγισε αλλά δεν έσπασε. Έχει την σκληράδα που έχουν μόνο όσοι πόνεσαν. Έχει κάνει πολλά, έχει δει πολλά, έχει πάθει περισσότερα. Το απαιτούσε ο ρόλος Πληγές πολλές, άλλοι έφυγαν, άλλοι ξέχασαν, από αλλού έφυγε εκείνη χωρίς να κοιτάξει πίσω. Βγάζει την γόβα και την τινάζει. Ένα τόσο δα πετραδάκι άνοιξε τέτοια πληγή? Ένας άντρας στοιχίζει τόσο ακριβά? Έφυγε. Δεν θα έρθει ποτέ ξανά να την φιλήσει, ούτε για λίγο δεν θα έρθει ούτε πολύ θα τη φιλήσει. Η απουσία του φιλιού προδίδει το στόμα και την πονάει ακόμα η απουσία του. Δεν είναι μελαγχολία, δεν είναι κατάθλιψη, είναι η απουσία που καταργεί τα πάντα το χρόνο, την επιθυμία, την χαρά. Κάνει προσπάθεια να μην καταργήσει την μνήμη. Καμιά φορά δεν είναι σίγουρη ότι το έζησε. Για να το θυμάται ακόμη το ονειρεύτηκε... Κοιτιέται στην βιτρίνα με τα ψεύτικα κοσμήματα...μοιάζουν με αληθινά. Το πρόσωπο του αλλάζει μορφή κάθε που βραδιάζει 10 χρόνια κάθε νύχτα Μέριλυν Σβήνει το τσιγάρο και μπαίνει μέσα. Όλα όπως κάθε βράδυ, τραγουδίστριες με νάιλον κομπινεζόν φόρεμα, τραγουδιστές με εμπριμέ πουκάμισα, μικρόφωνα με καλώδιο, μαραμένα λουλούδια και θαμώνες αγχωμένοι να προλάβουν την νύχτα, καρδιές πρώτο τραπέζι στο περιθώριο. Πιάνει τα βλέμματα...πάνω της. Είναι η Μέριλυν και είναι καλύτερη κι απ' την αληθινή. Δεν περιμένει κανέναν... Την περιμένουν πολλοί... |

15°C





/ Διεύθυνση project