Ζέστη πάλι σήμερα, ιδρώτας να τρέχει σε σώμα που κανείς δεν θ αγγίξει.
Πίνω παγωμένο limoncelo και τρώω παγωτό καϊμάκι.
Θέλω παρέα και την αναζητώ στις μνήμες.
Λόλα
Όσα χρόνια κι αν περάσουν όσες ταινίες κι αν δω όσες πληγές κι αν ανοίξουν κλείσουν και ξανανοίξουν πιο βαθιές μ αυτή την ταινία θα χω μια σχέση άρρηκτη.
Η Λόλα η κοπέλα του δρόμου με το βλέμμα της απόστασης από αυτό που ζούσε.
Η Λόλα της Τρούμπας.
Ξημερώνει και ο Άρης διαβαίνει την Πόρτα της φυλακής είναι πάλι έξω.
Ανάβει τσιγάρο και ξαναβρίσκει το βήμα.
Τρία χρόνια φυλακή. Τρία ολόκληρα χρόνια.
Οι φίλοι του τα φόρτωσαν όλα και εκείνοι βγήκαν λάδι.
Τον πρόδωσαν.
Τον πρόδωσε κι εκείνη;΄
Τρία χρόνια κανείς δεν πάτησε ποτέ...ούτε εκείνη.
Μόνος με μ' έναν γέρο κουρασμένο φύλακα που μέτραγε με τις αυλακιές στο πρόσωπο λάθη, δάκρυα, απώλειες, θυσίες και συγγνώμες που δεν μοιράστηκαν. Μοιράζονταν ένα τσιγάρο κι ένα αχ για ένα πλοίο που έφυγε χωρίς αυτούς.
Ο καθένας το δικό του αχ για το δικό του ναυάγιο.
Τα βήματα πονάνε αλλά ο δρόμος είναι μονόδρομος.
Πάλι πίσω εκεί που κάποτε όλα ήταν αλλιώτικα από τώρα.
Ο σκέψεις του, ουρλιάζουν μέσα του.
Γιατί πάλι πίσω...
«Για το πληγωμένο φιλότιμο. Δεν λέω αλήθεια δεν είναι αλήθεια.
Δεν είναι μόνο το φιλότιμο.
Είναι εκείνη.
Για κείνη ξαναγύριζα, για να την δω.
Τρία χρόνια στην φυλακή δεν έπαψα στιγμή να την συλλογιέμαι.
Ήταν μέσα στα μάτια μου , μέσα στο αίμα μου...»
Μπαίνει στο καμπαρέ και μαζί του ένας αέρας παγωμένος.
Οι κάποτε φίλοι τρέμουν από φόβο η Λόλα τρέμει από μια παγωνιά που μαζεύτηκε τρία χρόνια.
Δεν έχει αρχή, δάκρυα βροχή
Τέλος δεν έχει ο ουρανός
Ποιος θα βρεθεί, βαριά η ψυχή
Να μου το πει, πού θα σταθώ
Να σου το πω, γιατί να φύγεις.
Για ένα φιλί, δεν έχει αρχή
Τέλος δεν έχει μου ο καημός
Πόνος πικρός, κόσμος μικρός
Για ένα φιλί, πικρό φιλί
Δάκρυα βροχή, γιατί να φύγεις.
Τρία χρόνια μετά και με μια θάλασσα πόνο, προδοσία και μοναξιά ανάμεσα τους στο ίδιο τραπέζι.
Τα λόγια τόσο λιτά που βυθίζονται στην καρδιά σαν το πιο λεπτό και διαπεραστικό στιλέτο.
Ανάβει ένα τσιγάρο και το βάζει στο στόμα της.
«Η μάρκα σου Λόλα. Απόψε θα πιούμε και θα τα σπάσουμε για τρία χρόνια.
Στην υγειά σου Λόλα.
Στην υγειά σου Άρη.
Φεύγουν μέσα στην νύχτα...άστραψε στην νύχτα το μαχαίρι
Κρύο μαζεμένο τρία χρόνια... στην αγάπη μου έβαλα φωτιά.
Τώρα πρέπει να τα πουν όλα...ακόμη κι αν σκοτεινιάσει για πάντα κι από τ' άστρα κλέψουνε το φως για πάντα.
Ο Άρης μπροστά στο παράθυρο κοιτάζει την ζωή του
«Ήταν η φοβερότερη στιγμή, ίδρωνα.
Ήθελα να δώσω μια να κάνω θρύψαλα το τζάμι.
Δεν μπορούσα να την δω»
Η Λόλα σε μια καρέκλα κουβάρι.
Τον κοιτάζει και πνίγεται δεν μπορεί να τον κοιτάξει
και τι να πει ότι περίμενε, ότι πέθαινε κάθε μέρα, ότι την πούλησαν κι αυτή ;
Κι οι δυο σε φυλακή ήτανε
Στην αγάπη μου έστησαν καρτέρι ...
Ήρθες να με φιλήσεις;...
Καημός και πόθος μου κρυφός κι η νύχτα τον τυλίγει...
Πάλι μαζί.
Αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτε. Η αγωνία δεν πήρε ρεπό.
Ο Άρης θα χτυπηθεί με τον Μαύρο γιατί «είναι πολλά τα λεφτά».
Θα πάει να βρει τον γέρο φύλακα και θα βγάλει πάνω του όλο το φαρμάκι του πόνου.
Θα πρέπει να κλείσει τους λογαριασμούς του με μαχαίρι μες στην νύχτα.
Αλλιώς δεν έχει αρχή...
Ψυχή βαθιά...
Τρούμπα, ανοιχτοί λογαριασμοί και αίμα που πρέπει να χυθεί πριν το ξημέρωμα.
«Σου έδωσε το λόγο του Λόλα κι ο Άρης κρατάει πάντα τον λόγο του.»
Ο Άρης είναι πράγματι παλικαράς αλλά αυτή τη φορά το λογαριασμό θα τον κλείσει άλλος που τον κρατάει περισσότερα χρόνια στα τεφτέρια του, ο γέρο στριμμένος φύλακας.
Το ξημέρωμα θα ‘ρθει με αίμα και υποσχέσεις
Πέτρα την πέτρα περπατώ
Φέγγει και ξημερώνει
Γλυκό πουλί κι αηδόνι
Τραγούδα μου τον π' αγαπώ.