A cat on a hot tin Christmas!
|
Δος μου χαρά, πάρε χαρά! Οι μέρες της ευτυχίας μας είναι μετρημένες
Το τηλέφωνο πρέπει να χτυπούσε ώρα μέχρι να καταλάβω μες στον ύπνο μου τι συνέβαινε.Ήταν ένας φριχτός ήχος που χαλούσε το βαλς του Σοστακοβίτς που τόσο αριστοτεχνικά χόρευα με τον Robert Redford. Εγώ με ένα μακρύ σαντουκ σμαραγδί φόρεμα που άφηνε την πλάτη γυμνή για να νιώθω ακόμη και την απειροελάχιστη κίνηση των δακτύλων του καθώς μια με έσφιγγε και μια με στροβίλιζε, εκείνος μέσα στο μαύρο κουστούμι του με τα πράσινα μάτια του να λάμπουν από ανοικονόμητη λαχτάρα, είμαστε το τέλειο ζευγάρι. Κι αυτό ήταν μόνο η αρχή! Μου το είχε ψιθυρίσει στο αυτί. Μου το είχε ουρλιάξει το βλέμμα του. Απόψε δεν ήταν μια νύχτα, ήταν Η ΝΥΧΤΑ ΜΑΣ, η αρχή για τις μέρες και τις νύχτες της ζωής που μας περίμενε. Ήταν μόνο η αρχή ή μάλλον θα ήταν μόνο η αρχή αν δεν χτυπούσε το τηλέφωνο τόσο επίμονα. Μπουλντόζα που γκρέμισε χωρίς δράμι οίκτο την σχέση δυο ανθρώπων που είχαν γεννηθεί για να συναντηθούν ξεπερνώντας τα εμπόδια της οποιασδήποτε απόστασης. Στέλνοντας στα πιο βαθιά καζάνια της κολάσεως τον καταραμένο Μπελ απάντησα.Απ' την άλλη άκρη ερχόταν μια φωνή αγχωμένη, κλαμένη, φράσεις μισές που κοβόταν από λυγμούς και υστερικές κορόνες που εναλλασσόταν με βαριούς αναστεναγμούς. Θα μου ήταν πιο εύκολο να καταλάβω κάποιον που θα μιλούσε διάλεκτο του Παλάου. Πέρασαν αρκετά λεπτά που δοκίμαζαν την υπομονή μου, σε ένα άτυπο ντιμπέιτ με τον Ιώβ έβγαινα νικήτρια και με διαφορά, μέχρι να καταλάβω ότι δεν ήταν η Λίντα Μπλερ από σκηνή του εξορκιστή αλλά η μαμά μου. Η Ευανθία η νταντά του πατέρα μου ήταν στο νοσοκομείο με κάταγμα λεκάνης και « σε παρακαλώ έλα γρήγορα είμαι μόνη μου, μην αργήσεις και όπως θα έρχεσαι φέρε ένα Dunhill γιατί η Ευανθία αν δεν καπνίσει απειλεί να κάνει μήνυση από την καθαρίστρια μέχρι τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, ένα τσιμπιδάκι φρυδιών γιατί κοριτσάκι μου την ώρα που έπεσε η Ευανθία έβγαζα τα φρύδια και έχω τελειώσει μόνο το αριστερό, το δεξί είναι καραμανλικό.» ακούστηκε η ηρωίδα του Αλμοδόβαρ και κατά κόσμο γλυκιά μανούλα μου. Μάζευα τα κομμάτια μου και τις παραγγελίες προσπαθώντας να σταθώ στα πόδια μου όταν ξαφνικά με πιασαν τα κλάματα με λυγμούς που με συντάραζαν ολόκληρη. Η Ευανθία στο νοσοκομείο. Η Ευανθία δεν ήταν απλά η νταντά του πατέρα μου ήταν ένα μέλος της οικογένειας μας, μιας οικογένειας που ήταν πραγματικό μωσαϊκό καταγωγών, ρυθμών, πολιτικών πεποιθήσεων, αναζητήσεων και αντοχών που όσο γέμιζε ραγισματιές τόσο πιο στέρεα γινόταν. Κανείς δεν έμοιαζε με κανέναν και κανείς δεν άντεχε χωριστά από κανέναν. Σαν ένα τραπέζι με ετερόκλητους και άγνωστους συνδαιτυμόνες που στο τέλος ένος λίαν επικίνδυνου δείπνου κατέληξαν να τρώνε γλυκό μ' ένα κουτάλι που περνούσε από στόμα σε στόμα. Μεγάλωσε τον πατέρα μου και την αδερφή του και ήταν πάντα δίπλα τους.Οι γονείς μου παντρεύτηκαν από κεραυνοβόλο έρωτα κι όταν γεννήθηκα κι εγώ η Ευανθία ήρθε να ζήσει μαζί μας και να μεγαλώσει και μένα. Με λάτρευε με ένα τρόπο μοναδικό και με μεγάλωσε με ένα τρόπο που απείχε από το συνηθισμένο. Μου έλεγε πάντα παραλλαγές παραμυθιών που τώρα σκέφτομαι ότι ήθελε πολύ ταλέντο για να τα σκεφτείς και πολύ τόλμη για να τα πεις σε παιδιά. «Η σταχτοπούτα ήταν μια καπάτσα που κατάφερε από τεμπέλα καθαρίστρια χωρίς σπουδές και άλλα τέτοιου τύπου εφόδια με μόνο όπλο την πουτανιά-δεν το έλεγε έτσι- αλλά αυτό εννοούσε να παντρευτεί κάποιον πλούσιο. "Η Χιονάτη ήταν μια φριχτή ματαιόδοξη τεμπέλα που αφού έκανε και τι δεν έκανε στο τέλος παντρεύτηκε κάποιον ξένο με πολλά λεφτά που δεν ήξερε τίποτε για το «ένδοξο» παρελθόν της.» Η αλήθεια είναι ότι το πρώτο καιρό στο σχολείο μια σύγχυση την έπαθε η δασκάλα με τις επεμβάσεις που έκανα στην κλασσική εκδοχή των παραμυθιών και με την επιμονή μου να μάθω και στ' άλλα παιδιά την αλήθεια. Από τα πέντε μου που θυμάμαι πιο καλά κάποια πράγματα έχω την εικόνα μιας γυναίκας που ένιωθες ότι γεννήθηκε με πάντα καλοχτενισμένο σινιών, κόκκινο κραγιόν, και ψηλοτάκουνες γόβες. Με την Ευανθία μοιραζόμουν τις αγωνίες για τους φλογερούς έρωτες που με ταλάνιζαν από τα έξι μου και συνεχίζουν. Και με την εμμονή που είχε πάντα σε ατάκες από ταινίες και σε τραγούδια για παρηγοριά με παρέπεμπε εκεί.Play it again Sam (κι ας έφυγε με άλλη η μουσική και η ζωή δεν σταματάει ποτέ), Your girl is lovely Hubble (αυτή σου άξιζε, μια bimbo που να μην σε κάνει να νιώθεις ανταγωνιστικά), Tomorrow is an other day και θα είναι σίγουρα καλύτερη!Πάντα της τα έλεγα σχεδόν όλα γιατί είναι και μερικά που θα τάραζαν το σινιών της και έτσι τα απέκρυπτα. Κάποια στιγμή την είχα ρωτήσει γιατί δεν παντρεύτηκε ποτέ .«Το κοινωνικό ή νομικό συμβόλαιο που λέγεται οικογένεια δεν με αφορούσε ποτέ μόνο η αγάπη με δένει με τους ανθρώπους» απάντησε σιβυλλικά και ποτέ δεν ρώτησα αν η αγάπη είχε έρθει στην ζωή της, αν την έχασε αν την παράτησε αν πονάει ακόμη. Έξι μήνες πριν όμως τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Άρχισε ξεχνώντας το μάτι της κουζίνας ανοιχτό και παραλίγο να γίνουμε η μονή του Αρκαδίου αλλά δεν έδωσε κανείς πολύ σημασία. Συνεχίστηκε με μια σύγχυση των ημερών και του χρόνου γενικότερα με τα πρόσωπα και με ιστορίες που ξεφύτρωναν από ένα φανταστικό παρελθόν. Η διάθεση της βέβαια πάντα εξαιρετική. Το σινιών πάντα στη θέση του, το κόκκινο κραγιόν της Mademoiselle άψογο νυχθημερόν και απ' το δεκάποντο δεν κατέβαινε ποτέ. Κέφι, χορός, τραγούδι το σπίτι διατίθοταν και για ανατινάξεις, καθώς το μάτι της κουζίνας έμενε συχνά «ξάγρυπνο και καυτό σαν αμαρτία» όπως και ο θερμοσίφωνας και το σίδερο. Το αποκορύφωμα ήρθε σε μια βραδιά που είχαν οργανώσει οι γονείς μου.Η Ευανθία ξεμονάχιασε έναν οικογενειακό φίλο, ομολογουμένως άρτιο και οικοδομήσιμο για αμαρτία, και του παραπονιόταν με νάζι ότι υποφέρει αφάνταστα γιατί αναζωπυρώθηκε πάλι η σύφιλη το μόνο που της είχε αφήσει ένας πλοίαρχος σε κρουαζιερόπλοιο στην Καραϊβική πριν πολλά χρονιά. Τότε, με μια δικαιολογία εφεύρημα της μαμάς μου, γιατί αλλιώς δεν θα πήγαινε,δέχτηκε να επισκεφτεί γιατρό. Το είχε δηλώσει κατηγορηματικά ποτέ πια άντρας που φορά στολή στην ζωή μου. Και στην γενική κατηγορία «ένστολων» έμπαιναν αξιωματικοί, ναυτικοί, γιατροί, μανάβηδες, εκδοροσφαγείς. Η διάγνωση ήταν περίπλοκη και ο γιατρός συνέστησε μια φαρμακευτική αγωγή που για να την ακολουθήσει βάζαμε τα χάπια σε βαζάκια γνωστής μάρκας καλλυντικών. «Αντί να βάζεις κρέμα Ευανθία μου παίρνεις αυτά τα χάπια» είχε πει με ύφος η μανούλα. Σιγά-σιγά άρχισε να επανέρχεται η σχέση της με την «πραγματικότητα των πολλών» με τίμημα όμως να χάνεται η παλιά καλή της διάθεση. Ένα πρωινό παιρνόντας απ' το πατρικό μου είδα στον κήπο ένα φάντασμα με ρόμπα, παντόφλες καρό και τα μαλλιά λυτά που κάποτε ήταν η Ευανθία. Κάπνιζε με ένα βλέμμα σχεδόν άδειο, ό,τι υπήρχε στα μάτια της ήταν θλίψη. Απ' αυτή την κατάσταση, όπως μου είπαν, έβγαινε μόνο για να γκρινιάξει και να φωνάξει για την παραμικρή διασάλευση της τάξης στο σπίτι. Δεν καταλάβαινα τίποτε. Άρχισα να εξαπολύω πυρά κατά πάντων στο σπίτι απαιτώντας να μάθω τι είχε συμβεί.Μου έδωσαν ένα χαρτί απ' αυτά που περιέχουν τα κουτιά των φαρμάκων.Στις παρενέργειες με διάφανο μαρκαδόρο ροζ ήταν σημειωμένη η λέξη κατάθλιψη. Ξέσπασα σε ένα υστερικό γέλιο. ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ - ΕΥΑΝΘΙΑ σημειώσατε 1 Να τα κόψει αν αυτά τα φάρμακα για να σε φέρουν στην «πραγματικότητα των πολλών» σμπαραλιάζουν την ψυχή σου. Προσπάθησαν να με πείσουν ότι θα τα συνήθιζε. Τι ωραία που διατηρούσαν την ψυχραιμία τους μιλώντας για ένα σεισμό που άφησε μόνο ερείπια αλλά τυπικά κανένα πτώμα. Άρα δεν έγινε και τίποτε τραγικό. Τι θα συνηθίσει αντιγύρισα με την ηρεμία πριν την καταιγίδα στο βλέμμα, στην φωνή και στην ψυχή μου. Θα συνηθίσει να μην γελάει, να μην χαίρεται, να μην αγαπάει την ζωή; Δεν ήθελα καμιά απάντηση, βρόντηξα την πόρτα πίσω μου και βγήκα στον κήπο να πάρω αέρα. Βρήκα την Ευανθία να κοιμάται. Έσκυψα και της έβαλα κραγιόν στα χείλη. Δεν ήταν το αγαπημένο της κόκκινο και δεν το έβαλα και καλά... Απ' το σπίτι δεν ξαναπέρασα και οι επαφές μας περιορίστηκαν σε βιαστικά τηλεφωνήματα. - Τι κάνεις; Τρως; Πάλι στο Παρίσι; Τέλος. Όλα αυτά μέχρι απόψε. Φτάνοντας στο νοσοκομείο βρέθηκα ακόμη μια φορά μπροστά στην μόνη αλήθεια αυτού του κόσμου όλα είναι υποκειμενικά.Ο καθένας και η πραγματικότητα του! Η μόνη μανούλα περιστοιχιζόταν από τους βασικούς συντελεστές του Circo Medrano και κατά κόσμο ευρύτερη οικογένεια και γείτονες. Της παρέδωσα τις παραγγελίες της διακρίνοντας την ανοικονόμητη ανακούφιση στο βλέμμα της.Τώρα μπορούσε να μου πει τι είχε συμβεί. Στην πραγματικότητα θα ήθελε να εξιστορήσει τα γεγονότα μέσα από έναν τραγικό θεατρικό μονόλογο αλλά δεν παίζεις εύκολα με την υπομονή κάποιου που μπορεί να σου αρπάξει το τσιμπιδάκι των φρυδιών κι έτσι τηλεγραφικά μου είπε ότι η Ευανθία έπεσε από την σκάλα. Λίγο αργότερα μας κάλεσε ο γιατρός στο γραφείο του. Όπως μας είπε ήταν τυχερή και δεν είχε υποστεί κάταγμα, θλάσεις είχε που θα τις επέτρεπαν σε λίγο καιρό να είναι όπως πρώτα. Αυτή η τελευταία φράση με και ο ενθουσιασμός των γονιών μου με έκαναν να με ονειρευτώ καμικάζι αυτοκτονίας. Τι θα πει «όπως πρώτα» γιατρέ είπα με το δηλητήριο να στάζει ευχάριστα απ' το στόμα μου. Τι ξέρετε εσείς για το «όπως πρώτα»; Αν λέγοντας «όπως πριν» εννοείτε πριν το κατρακύλισμα απ' την σκάλα εγώ δεν θέλω να γυρίσει εκεί, δεν θέλω να ξαναγίνει ένα φάντασμα που τρώει, κοιμάται και δεν ξεχνά το μάτι της κουζίνας αναμμένο αλλά αν την ρωτήσεις τι θα ήθελες τώρα Ευανθία απαντά τίποτε. Αυτή η γυναίκα πριν έξι μήνες γελούσε, ονειρευόταν, χαιρόταν κι αγαπούσε την ζωή κι αυτή που έζησε κι αυτή που δεν έζησε. Τα φάρμακα σας έφτιαξαν ένα ζόμπι χωρίς ενδιαφέρον για την «πραγματικότητα των πολλών» και χωρίς χαρά για την «εκλεκτική μαγεία». Όλοι έχουμε δικαίωμα στην χαρά. Δος μου χαρά, πάρε χαρά! Οι μέρες της ευτυχίας μας είναι μετρημένες μου είχε πει κάποτε. Κι εμείς τι κάνουμε; Τις καταργούμε! Με ποιο δικαίωμα; Εσύ μαμά, εσύ πατέρα, εγώ ζούμε σίγουρα στην πραγματικότητα; Δεν φτιάχνουμε τα δικά μας παραμύθια; Θα αφήναμε κάποιον να τα καταργήσει; Την ώρα που η Ευανθία γλιστρούσε από την σκάλα, εσύ πατέρα πάνω στο τραπέζι της πόκας ένιωθες τουλάχιστον Nick the Greek, εσύ μαμά με ένα τσιμπιδάκι φρυδιών ένιωθες ότι λίγες άτσαλες τρίχες που θα αφαιρούσες θα σε έκαναν Greta Garbo κι εγώ ετοιμαζόμουν να ζήσω με τον Robert Redford! Εμείς ζούμε το παραμύθι μας εκούσια, αυτή η γυναίκα βρέθηκε ακούσια σε μια ιστορία και την έβαψε ροζ. Τώρα εμείς θα την βάψουμε μαύρη; Δεν θα σας αφήσω. Τ'ακούτε; Τέλος στο μαύρο αντίτιμο για την «πραγματικότητα των πολλών» Τρεις μήνες μετά καθόμαστε με την Ευανθία στον κήπο. Έχει πανσέληνο, πίνουμε παγωμένο λιμοντσέλο και συζητάμε για μια κρουαζιέρα στην Καραϊβική που είχε κάνει κάποτε...
|

9°C







/ Διεύθυνση project