Γιατί ετοιμάζεσαι ? Θα βγεις έξω Μίλτο μου?
Ναι ρε Μαρίκα θα βγω θα πάω να εισπράξω το έμβασμα του θείου Αριστείδη απάντησε με ένα τρανταχτό γέλιο ίδιο φαρμάκι να ξεχύνεται από μέσα του ο Μίλτος.
Ρίχνει καρεκλοπόδαρα Μίλτο μου, πάρε ομπρέλα ψιθύρισε η Μαρίκα καθώς χωνόταν βιαστικά στην κουζίνα για να μαζέψει ακόμη πιο βιαστικά τα δάκρυα που είχαν ανέβει στα μάτια της.
«Να εισπράξω το έμβασμα του θείου Αριστείδη» της είχε πει ξύνοντας την παλιά πληγή ακόμη μια φορά.
Ο Μίλτος συνέχισε να κοιτάζεται στον καθρέφτη έδεσε καλά, σφιχτά τον κόμπο της γραβάτας του στενό όπως ήταν της μόδας. Την κοίταξε από την μέσα μεριά και μόρφασε είχε αρχίσει να τρίβεται ευτυχώς απ' έξω κρατούσε ακόμη. Πράσινη μεταξωτή με μπλε ρίγες δώρο της Μαρίκας πριν 5 χρόνια τα πρώτα Χριστούγεννα της γνωριμίας τους. Ταίριαζε με το μπλε κοστούμι του κι ένιωθε ότι αναδείκνυε την κορμοστασιά του. Τα κιλά που είχαν μαζευτεί γύρω από την μέση χάρη στα κρασιά που κατέβαζε ανοικονόμητα κάθε βράδυ δεν τον πτοούσαν γιατί απλά δεν τα έβλεπε.
Έβαλε λίγο ακόμη μπριγιαντίνη στα μαλλιά και έλεγξε την ευθύτητα της χωρίστρας του. Α ρε Μίλτο μονολόγησε δυνατά και χωρίς να τα χεις τα φράγκα φυσάς που να τα είχες κιόλας. Το ότι χωρίς κανένα προσόν και με την τεμπελιά και τον τσαμπουκά να ρέει και στην τελευταία ρανίδα του αίματος του, ήταν θαύμα που τον κρατούσαν ακόμη στην δουλειά. Ευτυχώς που οι αντιπαροχές είχαν κυριέψει σαν μανία τους Έλληνες της εποχής και οι εργολάβοι δεν προλάβαιναν να χτίζουν κι είχαν ανάγκη από προσωπικό ακόμη κι αν ήταν σαν το Μίλτο.
Τα σκαρπίνια του ακούστηκαν πάνω στο πάτωμα που έτριζε από τα χρόνια κι από όλα όσα είχε δει κι είχε ακούσει και είχε θάψει μέσα του.
Πετάχτηκε η Μαρίκα από την κουζίνα με μια καρό πετσέτα στα χέρια όλο αγωνία, έτοιμη ήταν να πνιγεί με το σάλιο της.
Μίλτο μου φεύγεις είπε μέσα απ' τα δόντια τρέμοντας.
Μόλις που γύρισε να την κοιτάξει. Τι έγινε ρε Μαρίκα πάλι ανάκριση θα μου κάνεις είπε, ναι φεύγω και δυστυχώς με την μαύρη την τύχη μου θα ξαναγυρίσω.
Όχι Μίλτο μου δεν κάνω ανάκριση αλλά να θα' ρθει το παιδί να φέρει την φιάλη για το πετρογκάζ και ...
Και πάλι θες λεφτά την έκοψε απότομα. Και ποιος άλλος θα πληρώσει ο μαλάκας που την πάτησε μια φορά και πληρώνει χίλιες. Την τύχη μου μέσα άρχισε να βρίζει και να καταριέται την καλοσύνη του που δεν την έχει παρατήσει αυτή και τα μούλικα όπως έλεγε τα παιδιά τους και να πάει να φύγει, που κρα θα κάναν τόσες και τόσες για αυτόν κι όχι να κάθεται στο χαμόσπιτο και να τους κανακεύει κιόλας.
Της πέταξε τα κέρματα πάνω στην σερβάντα, πάρτα είπε με απέραντη περιφρόνηση αλλά την άλλη φορά να ζητήσεις απ' τον θειό σου τον Αριστείδη και βρόντηξε την πόρτα πίσω του.
Τα μάζεψε και τα έχωσε στην τσέπη της ποδιάς.
Ξαναγύρισε στην κουζίνα. Τώρα πια ήταν μόνη της και άφησε τα δάκρυα να τρέξουν ελεύθερα απ' τα μάτια της.
Γιατί ρε Μίλτο μονολόγησε γιατί?
Πόσο πιο ωραία γίνεται η ζωή με τα χρήματα? Αγοράζεται η ζωή με χρήματα ?
Με πόσα? Πόσο στοιχίζει μια καλή στιγμή?
Ήταν κοριτσάκι όταν μέσα σε μια στιγμή έμάθε ότι οι άνθρωποι είναι καλοί ή κακοί, όμορφοι ή άσχημοι, σπουδαίοι ή σκουπίδια, έχουν δικαίωμα στη ζωή ή όχι αγαπιούνται ή πετιούνται ανάλογα με το αν έχουν λεφτά.
Μέσα σε μια νύχτα κάηκε το σπίτι τους καλοκαίρι του 50 και μαζί κι ο πατέρας της που προσπάθησε να βγάλει έξω την Μαρίκα και την αδερφή της την Σοφία που κοιμόταν. Ένα καδρόνι που είχε λαμπαδιάσει του έπεσε στο κεφάλι και η οικογένεια έμεινε άσκεπη και ακέφαλη.
Ήταν 16 χρονών η Μαρίκα, 13 η Σοφία και σφίχτηκαν στην αγκαλιά της Ευανθίας.
Ευτυχώς είναι καλοκαίρι είπε η Ευανθία όταν γύρισαν απ' την κηδεία του Χαρίλαου και έστρωσε κάτω απ' τα πρόχειρα νάιλον τις κουρελούδες για να ξαπλώσουν.
Από την άλλη μέρα άρχισαν στα αποκαΐδια να στήνουν μια ζωή κουτσή και να προσπαθούν να την στηρίξουν σε ό ,τι δεκανίκι έβρισκαν.
Η Σοφία έπρεπε να πάει γυμνάσιο και θα πήγαινε με κάθε τίμημα που θα πλήρωνε η Ευανθία ξενοπλένοντας και η Μαρίκα δουλεύοντας πρώτα σε ένα φούρνο κοντά στο σπίτι και μετά τα 18 στο Μινιόν. Τότε η Ευανθία καθάριζε στο σπίτι του Γεωργακά ιδιοκτήτη του Μινιόν και η Μαρίκα έπιασε δουλειά με χαρτί απ' το μεγάλο αφεντικό.
Τι χαρά που έκανε την πρώτη μέρα που ετοιμαζόταν να πάει στην δουλειά.
Πρώτη φορά θα έμπαινε μέσα στο Μινιόν θα ήταν πια πωλήτρια σε κατάστημα και θα κρατούσε ακόμη κι αν δεν είχε μέσα ψώνια την άσπρη σακούλα με τα πορτοκαλί γράμματα. Θα πήγαινε με το τρένο απ' τα Πετράλωνα μέχρι την Ομόνοια κι αυτό μες στο μυαλό της είχε πάρει διαστάσεις ταξιδιού.
Βέβαια η πρώτη μέρα δεν ήταν ιδιαίτερα ειδυλλιακή.
Οι άλλες κοπέλες που γνωριζόταν μεταξύ τους δεν της έδωσαν σημασία και η δουλειά που της ανέθεσαν ήταν να βγάζει τα ρούχα από τις κούτες στην αποθήκη.
Αλλά δεν αντέδρασε όπως έλεγε κι η μάνα όταν θα τελείωνε και θα γύριζε στο σπίτι μπορούσε να κλάψει όσο ήθελε και την επομένη να ξαναπάει πάλι στην δουλειά της.
Κι αυτό έκανε 3 μήνες μέχρι που γνώρισε τον Κύριο Στέφανο, προϊστάμενο λογιστηρίου γύρω στα 45 κι ευπαρουσίαστο με ύφος ξινό κι απρόσιτο, σχολιαζόταν απ' όλους για κρυφές ιδιαίτερες προτιμήσεις.
Ο κ. Στέφανος χωρίς να έχουν τίποτε περισσότερο από μια καλημέρα φρόντισε να πάει στο γυναικείο τμήμα κι ένα απόγευμα λίγο πριν κλείσουν την κάλεσε στο γραφείο του και της πρότεινε να πάνε για ένα καφέ στο πατάρι του Λουμίδη.
Η Μαρίκα τα έχασε ποιο πατάρι ποιο καφέ?
Τον κοίταζε σαστισμένη αλλά πήγε.
Στο πατάρι είδε έναν κόσμο που δεν φανταζόταν ποτέ να κάθεται δίπλα τους.
Όπως της είπε ο Στέφανος, ο ίδιος πρότεινε τον ενικό, ήταν στέκι καλλιτεχνών και διανοουμένων και λάτρευε να βρίσκεται εκεί.
Άρχισαν να μιλάν για το μαγαζί για την Αθήνα που άλλαζε κάθε μέρα και συνέχισαν, μάλλον εκείνη συνέχισε, να λέει για την ζωή της και το πώς βρέθηκε απ' την οδό Σαπφούς στα Πετράλωνα στο πατάρι του Λουμίδη.
Ο καφές τελείωσε κι ο Στέφανος παρήγγειλε ένα κονιάκ γι αυτόν κι ένα βερμούτ λευκό για την Μαρίκα. Όταν ήπιαν την πρώτη γουλιά άρχισε να της μιλάει κι εκείνος για τον πατέρα που έφυγε στην Αμερική και μετά το τρίτο γράμμα του δεν έμαθαν πότέ τίποτε άλλο, για την μάνα του που ακόμη περίμενε και τις αδερφές του που είχε παντρέψει και προικίσει μια στην Θεσσαλονίκη και μια στο Άργος.
Εγώ της είπε αργά δεν παντρεύτηκα γιατί ποτέ δεν αγάπησα καμιά γυναίκα.
Τον Μάνο αγάπησα που είμαστε μαζί στο Βασιλικό ναυτικό αλλά η αγάπη είναι πολύ ακριβό πράγμα ειδικά αν είναι κρυφή κι έτσι πρέπει να παραμείνει μέχρι τέλους.
στο τελευταίο ταξίδι μας βρήκε μια τρικυμία έξω απ' την Τζένοβα κι είπαμε αυτό ήταν ναυαγήσαμε. Δεν ξέρω πως γλιτώσαμε. Όταν πιάσαμε στεριά ο Μάνος μου είπε ότι σωθήκαμε χάρη σε ένα θαύμα. Προσευχόταν όλη νύχτα κι έταξε να σωθούμε και δεν θα με ξανάβλεπε ποτέ. Δεν ξέρω ποιος Θεός ή ποιος μεσάζων άγιος ήθελε να εισπράξει ως αντάλλαγμα της σωτηρίας μας το ναυάγιο της αγάπης μας.
Πάντως έτσι έγινε. Ποτέ ξανά.
Έκτοτε πάντα.
Έκτοτε πολλοί.
Ποτέ ένας.
Ποτέ για πάντα.
Ποτέ με αγάπη.
Ο Στέφανος έπινε ήδη το τρίτο κονιάκ όταν τόλμησε να ξεστομίσει την πρόταση του.
Χρειαζόταν ένα τρόπο να ναυαγήσουν οι ψίθυροι στο μαγαζί για τις ιδιαίτερες προτιμήσεις του κι η Μαρίκα θα μπορούσε να τον βοηθήσει.
Εκείνος θα φρόντιζε για καλύτερη θέση, για αύξηση ακόμη και να πάει στο νυχτερινό αν ήθελε.
Δεν το σκέφτηκε πολύ για να του πει το ναι. Όταν μπαλώνεις τις μπαρολέ κάλτσες 10 φορές πριν τις πετάξεις πώς να πεις όχι, όταν σταματάς με λατρεία έξω απ' τα βιβλιοπωλεία και δεν σε φτάνει ούτε για το εξώφυλλο, όταν βλέπεις να περιμένουν στην ουρά έξω απ' το Ροζικλαίρ κι εσύ δεν ξέρεις καν πως γίνεται σε ένα πανί να μιλάν και να περπατάν άνθρωποι απ την άλλη άκρη της γης κι είσαι 18 χρονών δεν λες όχι. Κι ήταν κι μάνα που είχε σκεβρώσει πάνω στις σκάλες κι η Σοφία που φόραγε το γυρισμένο παλτό του πατέρα τους και αγόραζε μεταχειρισμένα βιβλία.
Γύρισε στο σπίτι ξαναμμένη και τα είπε όλα στην μάνα. Εκείνο το βράδυ ξανάναψε στο σπίτι μια φωτιά, που αυτή τη φορά ήταν για να τους ζεστάνει.
Εκείνο το βράδυ γεννήθηκε κι ο θείος Αριστείδης απ την Αμερική, πλούσιος όχι αλλά τον είχε τον τρόπο του και θα τους έστελνε κάθε τόσο τα εμβάσματα.
Αγόρασαν ψυγείο πάγου, πετρογκάζ, η Σοφία πήρε καινούριο παλτό, και σιγά σιγά η ζωή δεν κούτσαινε τόσο. Το νέο κυκλοφόρησε γρήγορα κι έφτασε και στ' αυτιά του Μίλτου κι έτσι την πλησίασε και έτσι την παντρεύτηκε.
Τα χρήματα και τα δώρα ερχόταν τακτικά για ένα χρόνο όσο καιρό η Μαρίκα έκρυβε επιμελώς από το Μινιόν το γάμο της. Μόλις μαθεύτηκε την κάλεσε ο Στέφανος στο γραφείο του και της είπε μια λέξη μόνο ΝΑΥΑΓΙΟ και κυριολεκτούσε.
Απολύθηκε κι έπρεπε όχι μόνο να εξηγήσει στο Μίλτο γιατί απολύθηκε αλλά και γιατί δεν θα ξαναερχόταν έμβασμα απ' το θείο Αριστείδη.
Η Ευανθία πρότεινε «να τον πεθάνουν» έτσι απλά όπως τον «γέννησαν» αλλά η Μαρίκα είπε όχι. Μόνο αλήθεια χωρούσε στην αγάπη της πια. Τίποτε άλλο για τον αγαπημένο της.
Εκείνη την νύχτα έμαθε πάλι ότι οι άνθρωποι είναι καλοί ή κακοί, όμορφοι ή άσχημοι, σπουδαίοι ή σκουπίδια, έχουν δικαίωμα στη ζωή ή όχι αγαπιούνται ή πετιούνται ανάλογα με το αν έχουν λεφτά ή όχι.
Θεριό ανήμερο ο Μίλτος τα έσπασε όλα.
Γιατί Μίλτο μου τόλμησε να ξεστομίσει αφού μ' αγαπούσες, τι άλλαξε?
Σ' αγαπούσα γιατί με σύμφερε Μαρίκα της είπε φαρμακερα.
Θυμήθηκε κάποτε που είχε πει στο Στέφανο « αυτό θα με σύμφερε» την διόρθωσε γελώντας τρυφερά « θα σε συνέφερε» Μαρίκα αυτό είναι το σωστό.
Τώρα ποιο ήταν το σωστό « σύμφερε» ή «συνέφερε» ?
Άκουσε την πόρτα να τρίζει και βγήκε απότομα απ' τις σκέψεις της. Ο Μίλτος είχε γυρίσει και τρίκλιζε στο διάδρομο. Ξαφνικά ένας γδούπος την έκανε να πεταχτεί επάνω και να τρέξει.
Τον βρήκε πεσμένο κάτω, είχε χτυπήσει το κεφάλι του στην γωνία της σερβάντας.
Το αίμα πετιόταν σαν πίδακας Το κοίταζε με θαυμασμό. Όπως τότε που είχε πρωτοδεί τους πίδακες στην Ομόνοια. Είχε σταθεί με θαυμασμό μπροστά σ' αυτό το θαύμα του νερού.Τώρα όμως ένιωθε διαφορετικά. Αυτός ο πίδακας αίματος ήταν το πρώτο και τελευταίο δώρο που της έκανε ο Μίλτος. Ήταν ένα θαύμα. Κάθε βράδυ προσευχόταν να σωθεί απ' το ναυάγιο του πλοίου Μίλτος με όποιο τίμημα.
Απόψε κάποιος Θεός ή κάποιος μεσάζων άγιος εισέπραξε ως αντάλλαγμα της σωτηρίας της απ' το ναυάγιο, την ζωή του Μίλτου.