LIFO
ΑΡΧΕΙΟ: Νοέμβριος 2007
 
Τετ, 28 Νοέ 2007 05:08 μμ

Breacfast at Tiffany's

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
  Όλοι έχουμε δει την ταινία και αναλόγως της στιγμής ή του φύλου ζηλέψαμε ή ταυτιστήκαμε με τον «συγγραφέα» ή την «ταξιδιώτισσα».

Γλυκιά ταινία τόσο όσο να μην σε λιγώνει, με μετρημένες δόσεις πικρής αυθεντικής σοκολάτας και κρυσταλίζουσας  ζάχαρης.

Δεν θα υπήρχε όμως η ταινία αν το 1958  ο Truman Capote δεν έγραφε μια ιστορία τόσο Ρομαντική όσο και επώδυνη για την καρδιά. Ο  Capote ζωγράφισε χαρακτήρες που ανακαλούν στην μνήμη με ευκολία στιγμές που έζησες, ανθρώπους που έχασες, ραγισματιές που ποτέ δεν κόλλησαν καλά και ταξίδια που δεν έκανες ή έκανες με αυτό που δεν έκανε για συνταξιδιώτης σου...

Στην ιστορία ο συγγραφέας δεν έχει όνομα και η αρχή δεν είναι ούτε αρχή ούτε τέλος, είναι μια στιγμή αναπόλησης.

Η ηρωίδα η  Miss Holiday Golightly αγαπιέται με το little blak dress και τις πέρλες, αλλά αγαπιέται πιο πολύ όταν βγάζει τις πέρλες, τσαλακωμένη και ματωμένη και πρέπει να αποδεχτεί ότι το όνειρο να ανήκει σε μια φάρμα στο Μεξικό μαζί με τον αδερφό της δεν μπορεί ούτε αλήθεια να γίνει ούτε σαν να όνειρο πια να μείνει.

Η  Miss Holiday Golightly, είναι όντως Travelling όπως αναγράφεται στο γραμματοκιβώτιο της. Το πρώτο όνομα που είχε δώσει ο Capote στην ηρωίδα ήταν Connie Gustafson το άλλαξε για να υποστηρίξει την συμβολικότατα ονόματος-χαρακτήρα, «Miss Holiday makes a holiday of life, but treads through it lightly»

Με μια φράση μόνο η Holly ξεκαθαρίζει το θέμα της ταινίας «...σπίτι σου είναι εκεί που νιώθεις σπίτι σου. Εγώ ακόμη ψάχνω».

Η αλήθεια είναι πως η Holly αγαπάει την ζωή ακόμη κι αν ο τρόπος που ζει δεν είναι συνηθισμένος, κι αν δεν την αποδέχεται όπως οι περισσότεροι.

 «Ποτέ δεν θα συνηθίσω το οτιδήποτε. Όποιος αποδέχεται το οτιδήποτε μπορεί να πεθάνει».

Ο σκοπός της ζωής της είναι να βρει ένα αληθινό μέρος σαν το Tiffany's.

Το Tiffany's για την Holly είναι το μόνο πράγμα που μπορεί να την βγάλει από τις «κόκκινες» της. Δεν είναι τα διαμάντια που την τραβούν είναι η σιγουριά πως και το άλλο πρωί, κάθε πρωί τα διαμάντια θα είναι εκεί, εκεί που ανήκουν. Κι αυτό είναι που αναζητάει κι εκείνη, να μπορεί να ανήκει κάπου. Αν το βρει αυτό το μέρος δεν έχει τίποτε πια να φοβάται.

Να ανήκεις κάπου...να ανήκεις σε κάποιον....να σου ανήκει κάποιος...

Δεν είναι σκλαβιά είναι η πλέον πρωτογενής ανάγκη και δυστυχώς η πιο ανικανοποίητη είτε σε λένε Holly, είτε Fairuz, είτε είσαι άνθρωπος, είτε είσαι γάτα.

« Δεν μου ανήκει » είπε κάποτε για τον γάτο της η Holly « και δεν του ανήκω για αυτό δεν έχω δικαίωμα να του δώσω όνομα ».Ο γάτος ήταν το πρόσχημα, για τον εαυτό της μιλούσε για την αγωνία της να ανήκει κάπου.

Θα το αναζητήσει αυτό το μέρος στο Μεξικό αφήνοντας πίσω της την Νέα Υόρκη και « τις κόκκινες της ».

Φεύγοντας θα αφήσει τον γάτο στο δρόμο λέγοντας « Αυτό είναι το ενδεδειγμένο μέρος για ένα τύπο σαν εσένα. Σκουπίδια, αρουραίοι, κεραμιδόγατοι για παρέα. »

Δυο τετράγωνα πιο κάτω κατεβαίνει για να τον μαζέψει πίσω.

Δεν τον βρίσκει. Ο γάτος εξαφανίστηκε στους δρόμους, αυτή που πάει?   

« Χριστέ μου στ' αλήθεια ανήκαμε ο ένας στον άλλον. Ήταν δικός μου.Φοβάμαι πολύ, φιλαράκι. Επιτέλους. Πόσο θα συνεχίζεται αυτό? Να μην ξέρεις τι είναι δικό σου μέχρι να το διώξεις...στέγνωσε το στόμα μου, δεν έχω τι να φτύσω ακόμη κι αν απ' αυτό εξαρτιόταν η ζωή μου ».

Γιατί αυτή η κουβέντα να είναι η πιο μεγάλη αλήθεια είτε σε λένε Holly, είτε Fairuz είτε σε λένε όπως σε λένε...

Αν η στιγμή δεν μετριόταν σαν απειροελάχιστη μονάδα μέσα σε μια ζωή που μοιάζει τεράστια και σίγουρη αλλά σαν κάτι μοναδικό και ανεπανάληπτο, που κρατάει και αξίζει όσο ένας σφυγμός καρδιάς, θα προλαβαίναμε αυτη την πικρή αλήθεια, πριν σπάσει η καρδιά ψάχνοντας να βρούμε ό,τι διώξαμε.

"I am always drawn back to places where I have lived, the houses and their neighborhoods."

Λίγο δυσανάγνωστη η πρώτη φράση στο πρώτο χειρόγραφο του T. Capote που ακολουθεί.

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 3 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Σαβ, 24 Νοέ 2007 01:37 πμ

Περιπέτεια με μεγάλα ωραία λόγια?

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
 

Ήταν ένα βράδυ απ' αυτά που αρχίζουν για λίγο και στο τέλος δεν μετριέται το πολύ τους.

Είχαμε πάει θερινό σινεμά, μετά για φαγητό σε gourmet restau και είχαμε καταλήξει σε κάποιο χιλιόμετρο της εθνικής με ουίσκι που ο Θάνος έλεγε να πιούμε άφοβα τα παιδιά εδώ τον ήξεραν πολλές ζωές και σε μας δεν θα σέρβιραν πετρέλαιο καύσεως.

Μαγαζί που  τα χε όλα τραγουδίστριες με νάιλον κομπινεζόν φορέματα, τραγουδιστές με εμπριμέ πουκάμισα, μικρόφωνα με καλώδιο, μαραμένα λουλούδια και θαμώνες αγχωμένους να προλάβουν την νύχτα και καρδιές πρώτο τραπέζι περιθώριο να σπαρταράν με ο,τι βρουν αφού αυτό που ήθελαν δεν το βρήκαν δεν τους βρήκε... τι τα ψάχνεις τώρα...

Ωραίος πίνακας θα γινόταν απ' τον Λωτρέκ σκέφτηκα ακούγοντας το Μυστικέ μου έρωτα στην απόλυτη εκτέλεση - δολοφονία του τραγουδιού αλλά ποιος πρόσεχε την φάλτσα φωνή και την Κάλλας  να είχαμε μαζί μας αν ήταν στους σεβντάδες της ένα αχ θα άκουγες απ' το στόμα της κι όχι δυσφορία για τα φάλτσα. Το ρεπερτόριο συνεχίστηκε  με το Κλαίω την ώρα του γυρισμού με τα σημάδια του χωρισμού... και ανάλογες άριες για ώρες προχωρημένες και καρδιές πεταμένες.

Όλα μελετημένα για να μην μείνει λουλούδι σε πανέρι, σαμπάνια -  κλειστή, μάτι άκλαυτο και μάσκαρα στην θέση της.

Όταν γυρίζαμε καθίσαμε κάπου, δεν θυμάμαι που, για καφέ.

Κάτι πήγα να πω για την μη συνάντηση μου με τον ... τέτοια ώρα τι να πω, με πιάσανε και τα κλάματα.

Ο Ρένος με πήρε αγκαλιά και μου είπε η ζωή είναι  ωραία και με τις απώλειες της, τις πληγές της, τις φωτιές και τις πλημμύρες της κοριτσάκι.

Είναι ωραία κι όταν είναι άδικη Ρένο τον ρώτησα ανάμεσα σε ένα πνιγμένο αναφιλητό και ένα διόλου κομψό ρούφηγμα της μύτης.

Είναι ωραία κι όταν σε παίρνει τηλέφωνο μες στην νύχτα για να σου πει τέρμα γιατί κάτι έμαθαν στο σπίτι του και τελεία.

Θα ήταν άδικο μια περιπέτεια να διαλύσει την αγία οικογένεια και το αψεγάδιαστο προφίλ.

Περιπέτεια?

Περιπέτεια  αυτό που για μένα ήταν μια ιστορία τύπου Κάρτλαντ απ' αυτές  που πάλλεται μια ζωή που δεν σε πονάει.

Περιπέτεια  αυτό που για μένα λουλούδια και άρωμα κανέλας κόκκινο στα χείλη και στα ποτήρια

Μόνο για μένα δυο χρόνια έπεφτε έρωτας κι ανοίγαμε μπουκάλια?

Περιπέτεια με μεγάλα ωραία λόγια?

Ταξίδι στο βασίλειο της μαγεμένης αθωότητας εκεί που κανείς δεν νοιάζεται τι είναι ξένο προς την αλήθεια.

Ξέρω δεν φέρνεις κανέναν αληθινά κοντά σου με το ζόρι. Κι αν δεν είναι ολισθηρή η επιθυμία προς τι να έρθει;

Το ξέρω και το δέχτηκα, ένα τελευταίο, πρώτο και τελευταίο χατίρι ζήτησα, μια νύχτα κι ας ήταν σαν παλάτι κοντά στα κύματα το είχα ανάγκη κι ας μας χωρίσουν μετά τόσα σκαλοπάτια όσα χωρίζουν τον ουρανό από την γη.

Μια Ωραία κουβέντα. Ήμουν μόνη πια και πριν το αποδεχτώ ήθελα μια τελευταία αγκαλιά να με ζεστάνει. Κρύωνα.

Όλα μου τα παλτά στο πάτωμα ριγμένα.

Βαριά παλτά και ζέστη δεν κρατούσαν. Και τα είχα πετάξει όλα.

Μια ώρα ζήτησα, μια αγκαλιά, ένα φιλί, ένα χάδι να χρυσώσει την απουσία που θα έπρεπε να μάθω να κουβαλάω σαν κρυφή πληγή.

Όχι δεν θα ερχόταν, ήταν ξεκάθαρος. Ήταν παντρεμένος.

Ήταν δίκαιο. Είχαν επέτειο.

Ήταν δίκαιο? Τώρα ήταν δίκαιο? Και τα δυο χρόνια τι ήταν άδικα?

Τα δάκρυα έσταζαν μέσα στο ποτήρι με το κόκκινο κρασί, τα χείλη ήταν βαμμένα με το κόκκινο κραγιόν και το αίμα μου παγωμένο στις φλέβες μου ήταν μωβ.

Βγήκα στο δρόμο.

Ήταν δίκαιο. Είχαν επέτειο.

Ήταν δίκαιο? Τώρα ήταν δίκαιο? Και τα δυο χρόνια τι ήταν άδικα?

Ζήτησα μια ώρα.

Ικέτεψα.

Ζητιάνεψα.

Δεν μου την πρόσφερε.

Θα μας την πρόσφερα εγώ.

Όταν χτυπούσα το κουδούνι στο σπίτι του όλα είχαν αποκρυσταλλωθεί στο μυαλό μου σε  μια φράση «Να είστε ευτυχισμένοι και χωρίς εμένα»

Ο Ρένος γύρισε και με κοίταξε με τρόμο.

Γέλασα δυνατά, τα μάτια μου ξαναγέμισαν δάκρυα και το βαρύ ρίμελ βάρυνε ακόμη πιο πολύ.

Γιατί τρόμαξες Ρένο ρώτησα με κάτι ανάμεσα από λυγμό και ναυτία να μου κόβει την ανάσα.

Δυο χρόνια έλεγε ότι μ' αγαπούσε, δυο χρόνια έλεγε ότι την αγαπούσε

Δυο χρόνια με αδικούσε, δυο χρόνια την αδικούσε

Τι θα κέρδιζα θα μου πεις.

Θα δικαιωνόμουν?

Όχι θα εκδικούμουν.

Κι αν εκδικούμουν θα ξανακέρδιζα μια θέση στο χαμένο βασίλειο της αθωότητας?

Θα είχα πάλι μια ζωή που δεν σε πονάει?

Όχι! Αλλά θα πονούσαν κι άλλοι μαζί μου! Αφού δεν είχα κανένα συνοδοιπόρο στην αγάπη θα έφτιαχνα συνοδοιπόρους στο πόνο. Άμα δεν έχεις αυτό που αγαπάς δεν θες να το έχει κανένας.

Χτύπησα το κουδούνι. Από μέσα ακουγόταν χαρούμενες φωνές και η γλυκερή μελωδία του Love me tender. Μετά από λίγο εμφανίστηκε στην πόρτα ένα παιδάκι με μάτια νυσταγμένα βγαλμένο από το βασίλειο της αθωότητας.

Ένιωσα να καίγομαι ολόκληρη.

Αφού δεν είχα κανένα συνοδοιπόρο στην αγάπη θα έφτιαχνα συνοδοιπόρους στο πόνο. Άμα δεν έχεις αυτό που αγαπάς δεν θες να το έχει κανένας. Κανένας?

Το έβαλα στα πόδια χωρίς να κοιτάξω πίσω με ένα πετραδάκι μες στο παπούτσι τόσο δα που όμως μου πλήγωνε το πόδι... κι ακόμα πονάει όταν περπατάω καλέ μου Ρένο του είπα κι άναψα τσιγάρο.

 

 

 

 

 

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 2 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τρι, 20 Νοέ 2007 02:40 μμ

Τι κι αν το στέμμα ήταν ψέμα, κι αλήθεια να ήταν τι θ' άλλαζε...

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Στις αρχές του φθινοπώρου
πέσαν κάμποσες βροχές
και σκορπίσανε τα φύλλα
σαν παλιοί συμμαθητές
κι ανοιχτήκαν οι ομπρέλες
και βραχήκαν οι φωτιές
και πεθάναν καλοκαίρια
μόνα στις ακρογιαλιές.

Στις αρχές του φθινοπώρου
κάτι έχω να σου πω
πως το στέμμα ήταν ψέμα
βασιλιάς δεν είμαι εγώ
και του ρολογιού η ώρα
ήταν ψέματα κι αυτή
σου ‘πα είναι εφτά και δέκα
κι ήταν δέκα και μισή.

Στις αρχές του φθινοπώρου
θα κλειδώσω δυο ζωές
τα κειδιά τους θα πετάξω
στου μεσημεριού το χτες
στις αρχές του φθινοπώρου
μη γυρίσεις να με βρεις
θα ‘χουνε αλλάξει όλα
σαν τα χρώματα της γης.

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 1 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Σαβ, 17 Νοέ 2007 03:09 πμ

Τώρα ποιο ήταν το σωστό « σύμφερε» ή «συνέφερε» ?

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
 

Γιατί ετοιμάζεσαι ? Θα βγεις έξω Μίλτο μου?

Ναι ρε Μαρίκα θα βγω θα πάω να εισπράξω το έμβασμα του θείου Αριστείδη απάντησε με ένα τρανταχτό γέλιο ίδιο φαρμάκι να  ξεχύνεται από μέσα του ο Μίλτος.

Ρίχνει καρεκλοπόδαρα Μίλτο μου, πάρε ομπρέλα ψιθύρισε η Μαρίκα καθώς χωνόταν βιαστικά στην κουζίνα για να μαζέψει ακόμη πιο βιαστικά τα δάκρυα που είχαν ανέβει στα μάτια της.

«Να εισπράξω το έμβασμα του θείου Αριστείδη» της είχε πει ξύνοντας την παλιά πληγή ακόμη μια φορά.

Ο Μίλτος συνέχισε να κοιτάζεται στον καθρέφτη έδεσε καλά, σφιχτά τον κόμπο της γραβάτας του στενό όπως ήταν της μόδας. Την κοίταξε από την μέσα μεριά και μόρφασε είχε αρχίσει να τρίβεται ευτυχώς απ' έξω κρατούσε ακόμη. Πράσινη μεταξωτή με μπλε ρίγες δώρο της Μαρίκας πριν 5 χρόνια τα πρώτα Χριστούγεννα της γνωριμίας τους. Ταίριαζε με το μπλε κοστούμι του κι ένιωθε ότι αναδείκνυε την κορμοστασιά του. Τα κιλά που είχαν μαζευτεί γύρω από την μέση χάρη στα κρασιά που κατέβαζε ανοικονόμητα κάθε βράδυ δεν τον πτοούσαν γιατί απλά δεν τα έβλεπε.

Έβαλε λίγο ακόμη μπριγιαντίνη στα μαλλιά και έλεγξε την ευθύτητα της χωρίστρας του. Α ρε Μίλτο μονολόγησε δυνατά και χωρίς να τα χεις τα φράγκα φυσάς που να τα είχες κιόλας. Το ότι χωρίς κανένα προσόν και με την τεμπελιά και τον τσαμπουκά να ρέει και στην τελευταία ρανίδα του αίματος του, ήταν θαύμα που τον κρατούσαν ακόμη στην δουλειά. Ευτυχώς που οι αντιπαροχές είχαν κυριέψει σαν μανία τους Έλληνες της εποχής και οι εργολάβοι δεν προλάβαιναν να χτίζουν κι είχαν ανάγκη από προσωπικό ακόμη κι αν ήταν σαν το Μίλτο.

Τα σκαρπίνια του ακούστηκαν πάνω στο πάτωμα που έτριζε από τα χρόνια κι από όλα όσα είχε δει κι είχε ακούσει και είχε θάψει μέσα του.

Πετάχτηκε η Μαρίκα από την κουζίνα με μια καρό πετσέτα στα χέρια όλο αγωνία, έτοιμη ήταν να πνιγεί με το σάλιο της.

Μίλτο μου φεύγεις είπε μέσα απ' τα δόντια τρέμοντας.

Μόλις που γύρισε να την κοιτάξει. Τι έγινε ρε Μαρίκα πάλι ανάκριση θα μου κάνεις είπε, ναι φεύγω και δυστυχώς με την μαύρη την τύχη  μου θα ξαναγυρίσω.

Όχι Μίλτο μου δεν κάνω ανάκριση αλλά να θα' ρθει το παιδί να φέρει την φιάλη για το πετρογκάζ και ...

Και πάλι θες λεφτά την έκοψε απότομα. Και ποιος άλλος θα πληρώσει ο μαλάκας που την πάτησε μια φορά και πληρώνει χίλιες. Την τύχη μου μέσα άρχισε να βρίζει και να καταριέται την καλοσύνη του που δεν την έχει παρατήσει αυτή και τα μούλικα  όπως έλεγε τα παιδιά τους και να πάει να φύγει, που κρα θα κάναν τόσες και τόσες για αυτόν κι όχι να κάθεται στο χαμόσπιτο και να τους κανακεύει κιόλας.

Της πέταξε τα κέρματα πάνω στην σερβάντα, πάρτα είπε με απέραντη περιφρόνηση αλλά την άλλη φορά να ζητήσεις απ' τον θειό σου τον Αριστείδη και βρόντηξε την πόρτα πίσω του.

Τα μάζεψε και τα έχωσε στην τσέπη της ποδιάς.

Ξαναγύρισε στην κουζίνα. Τώρα πια ήταν μόνη της και άφησε τα δάκρυα να τρέξουν ελεύθερα απ' τα μάτια της.

Γιατί ρε Μίλτο μονολόγησε γιατί?

Πόσο πιο ωραία γίνεται η ζωή με τα χρήματα? Αγοράζεται η ζωή με χρήματα ?

Με πόσα? Πόσο στοιχίζει μια καλή στιγμή?

Ήταν κοριτσάκι όταν μέσα σε μια στιγμή έμάθε ότι οι άνθρωποι είναι καλοί ή κακοί, όμορφοι ή άσχημοι, σπουδαίοι ή σκουπίδια, έχουν δικαίωμα στη ζωή ή όχι αγαπιούνται ή πετιούνται ανάλογα με το αν έχουν λεφτά.

Μέσα σε μια νύχτα κάηκε το σπίτι τους καλοκαίρι του 50 και μαζί κι ο πατέρας της που προσπάθησε να βγάλει έξω την Μαρίκα και την αδερφή της την Σοφία που κοιμόταν. Ένα καδρόνι που είχε λαμπαδιάσει του έπεσε στο κεφάλι και η οικογένεια έμεινε άσκεπη και ακέφαλη.

Ήταν 16 χρονών η Μαρίκα, 13 η Σοφία και σφίχτηκαν στην αγκαλιά της Ευανθίας.

Ευτυχώς είναι καλοκαίρι είπε η Ευανθία όταν γύρισαν απ' την κηδεία του Χαρίλαου και έστρωσε κάτω απ' τα πρόχειρα νάιλον τις κουρελούδες για να ξαπλώσουν.

Από την άλλη μέρα άρχισαν στα αποκαΐδια να στήνουν μια ζωή κουτσή και να προσπαθούν να την στηρίξουν σε ό ,τι δεκανίκι έβρισκαν.

Η Σοφία έπρεπε να πάει γυμνάσιο και θα πήγαινε με κάθε τίμημα που θα πλήρωνε η Ευανθία ξενοπλένοντας και η Μαρίκα δουλεύοντας πρώτα σε ένα φούρνο κοντά στο σπίτι και μετά τα 18 στο Μινιόν. Τότε η Ευανθία καθάριζε στο σπίτι του Γεωργακά ιδιοκτήτη του Μινιόν και η Μαρίκα έπιασε δουλειά με χαρτί απ' το μεγάλο αφεντικό.

Τι χαρά που έκανε την πρώτη μέρα που ετοιμαζόταν να πάει στην δουλειά.

Πρώτη φορά θα έμπαινε μέσα στο Μινιόν θα ήταν πια πωλήτρια σε κατάστημα και θα κρατούσε ακόμη κι αν δεν είχε μέσα ψώνια την άσπρη σακούλα με τα πορτοκαλί γράμματα. Θα πήγαινε με το τρένο απ' τα Πετράλωνα μέχρι την Ομόνοια κι αυτό μες στο μυαλό της είχε πάρει διαστάσεις ταξιδιού.

Βέβαια η πρώτη μέρα δεν ήταν ιδιαίτερα ειδυλλιακή.

Οι άλλες κοπέλες που γνωριζόταν μεταξύ τους δεν της έδωσαν σημασία και η δουλειά που της ανέθεσαν ήταν να βγάζει τα ρούχα από τις κούτες στην αποθήκη.

Αλλά δεν αντέδρασε  όπως έλεγε κι η μάνα όταν θα τελείωνε και θα γύριζε στο σπίτι μπορούσε να κλάψει όσο ήθελε και την επομένη να ξαναπάει πάλι στην δουλειά της.

Κι αυτό έκανε 3 μήνες μέχρι που γνώρισε τον Κύριο Στέφανο, προϊστάμενο λογιστηρίου γύρω στα 45 κι ευπαρουσίαστο με ύφος ξινό κι απρόσιτο, σχολιαζόταν απ' όλους για κρυφές ιδιαίτερες προτιμήσεις.

Ο κ. Στέφανος χωρίς να έχουν τίποτε περισσότερο από μια καλημέρα φρόντισε να πάει στο γυναικείο τμήμα κι ένα απόγευμα λίγο πριν κλείσουν την κάλεσε στο γραφείο του και της πρότεινε να πάνε για ένα καφέ στο πατάρι του Λουμίδη.

Η Μαρίκα τα έχασε ποιο πατάρι ποιο καφέ?

Τον κοίταζε σαστισμένη αλλά πήγε.

Στο πατάρι είδε έναν κόσμο που δεν φανταζόταν ποτέ να κάθεται δίπλα τους.

Όπως της είπε ο Στέφανος, ο ίδιος πρότεινε τον ενικό, ήταν στέκι καλλιτεχνών και διανοουμένων και λάτρευε να βρίσκεται εκεί.

Άρχισαν να μιλάν για το μαγαζί για την Αθήνα που άλλαζε κάθε μέρα και συνέχισαν, μάλλον εκείνη συνέχισε, να λέει για την ζωή της και το πώς βρέθηκε απ' την οδό Σαπφούς στα Πετράλωνα στο πατάρι του Λουμίδη.

Ο καφές τελείωσε κι ο Στέφανος παρήγγειλε ένα κονιάκ γι αυτόν κι ένα βερμούτ λευκό για την Μαρίκα. Όταν ήπιαν την πρώτη γουλιά άρχισε να της μιλάει κι εκείνος για τον πατέρα που έφυγε στην Αμερική και μετά το τρίτο γράμμα του δεν έμαθαν πότέ τίποτε άλλο, για την μάνα του που ακόμη περίμενε και τις αδερφές του που είχε παντρέψει και προικίσει μια στην Θεσσαλονίκη και μια στο Άργος.

Εγώ της είπε αργά δεν παντρεύτηκα γιατί ποτέ δεν αγάπησα καμιά γυναίκα.

Τον Μάνο αγάπησα που είμαστε μαζί στο Βασιλικό ναυτικό αλλά η αγάπη είναι πολύ ακριβό πράγμα ειδικά αν είναι κρυφή κι έτσι πρέπει να παραμείνει μέχρι τέλους.

στο τελευταίο ταξίδι μας βρήκε μια τρικυμία έξω απ' την Τζένοβα κι είπαμε αυτό ήταν ναυαγήσαμε. Δεν ξέρω πως γλιτώσαμε. Όταν πιάσαμε στεριά ο Μάνος μου είπε ότι σωθήκαμε χάρη σε ένα θαύμα. Προσευχόταν όλη νύχτα κι έταξε να σωθούμε και δεν θα με ξανάβλεπε ποτέ. Δεν ξέρω ποιος Θεός ή ποιος μεσάζων άγιος ήθελε να εισπράξει ως αντάλλαγμα της σωτηρίας μας το ναυάγιο της αγάπης μας.

Πάντως έτσι έγινε. Ποτέ ξανά.

Έκτοτε πάντα.

Έκτοτε πολλοί.

Ποτέ ένας.

Ποτέ για πάντα.

Ποτέ με αγάπη.

Ο Στέφανος έπινε ήδη το τρίτο κονιάκ όταν τόλμησε να ξεστομίσει την πρόταση του.

Χρειαζόταν ένα τρόπο να ναυαγήσουν οι ψίθυροι στο μαγαζί για τις ιδιαίτερες προτιμήσεις του κι η Μαρίκα θα μπορούσε να τον βοηθήσει.

Εκείνος θα φρόντιζε για καλύτερη θέση, για αύξηση ακόμη και να πάει στο νυχτερινό αν ήθελε.

Δεν το σκέφτηκε πολύ για να του πει το ναι. Όταν μπαλώνεις τις μπαρολέ κάλτσες 10 φορές πριν τις πετάξεις πώς να πεις όχι, όταν σταματάς με λατρεία έξω απ' τα βιβλιοπωλεία και δεν σε φτάνει ούτε για το εξώφυλλο, όταν βλέπεις να περιμένουν στην ουρά έξω απ' το Ροζικλαίρ κι εσύ δεν ξέρεις καν πως γίνεται σε ένα πανί να μιλάν και να περπατάν άνθρωποι απ την άλλη άκρη της γης κι είσαι 18 χρονών δεν λες όχι. Κι ήταν κι μάνα που είχε σκεβρώσει πάνω στις σκάλες κι η Σοφία που φόραγε το γυρισμένο παλτό του πατέρα τους και αγόραζε μεταχειρισμένα βιβλία.

Γύρισε στο σπίτι ξαναμμένη και τα είπε όλα στην μάνα. Εκείνο το βράδυ ξανάναψε στο σπίτι μια φωτιά, που αυτή τη φορά ήταν για να τους ζεστάνει.

Εκείνο το βράδυ γεννήθηκε κι ο θείος Αριστείδης απ την Αμερική, πλούσιος όχι αλλά τον είχε τον τρόπο του και θα τους έστελνε κάθε τόσο τα εμβάσματα.

Αγόρασαν ψυγείο πάγου, πετρογκάζ, η Σοφία πήρε καινούριο παλτό, και σιγά σιγά η ζωή δεν κούτσαινε τόσο. Το νέο κυκλοφόρησε γρήγορα κι έφτασε και στ' αυτιά του Μίλτου κι έτσι την πλησίασε και έτσι την παντρεύτηκε.

Τα χρήματα και τα δώρα ερχόταν τακτικά για ένα χρόνο όσο καιρό η Μαρίκα έκρυβε επιμελώς από το Μινιόν το γάμο της. Μόλις μαθεύτηκε την κάλεσε ο Στέφανος στο γραφείο του και της είπε μια λέξη μόνο ΝΑΥΑΓΙΟ και κυριολεκτούσε.

Απολύθηκε κι έπρεπε όχι μόνο να εξηγήσει στο Μίλτο γιατί απολύθηκε αλλά και γιατί δεν θα ξαναερχόταν έμβασμα απ' το θείο Αριστείδη.

Η Ευανθία πρότεινε «να τον πεθάνουν» έτσι απλά όπως τον «γέννησαν» αλλά η Μαρίκα είπε όχι. Μόνο αλήθεια χωρούσε στην αγάπη της πια. Τίποτε άλλο για τον αγαπημένο της.

Εκείνη την νύχτα έμαθε πάλι ότι οι άνθρωποι είναι καλοί ή κακοί, όμορφοι ή άσχημοι, σπουδαίοι ή σκουπίδια, έχουν δικαίωμα στη ζωή ή όχι αγαπιούνται ή πετιούνται ανάλογα με το αν έχουν λεφτά ή όχι.

Θεριό ανήμερο ο Μίλτος τα έσπασε όλα.

Γιατί Μίλτο μου τόλμησε να ξεστομίσει αφού μ' αγαπούσες, τι άλλαξε?

Σ' αγαπούσα γιατί με σύμφερε Μαρίκα της είπε φαρμακερα.

Θυμήθηκε κάποτε που είχε πει στο Στέφανο « αυτό θα με σύμφερε» την διόρθωσε γελώντας τρυφερά « θα σε συνέφερε» Μαρίκα αυτό είναι το σωστό.

Τώρα ποιο ήταν το σωστό « σύμφερε» ή «συνέφερε» ?

Άκουσε την πόρτα να τρίζει και βγήκε απότομα απ' τις σκέψεις της. Ο Μίλτος είχε γυρίσει και τρίκλιζε στο διάδρομο. Ξαφνικά ένας γδούπος την έκανε να πεταχτεί επάνω και να τρέξει.

Τον βρήκε πεσμένο κάτω, είχε χτυπήσει το κεφάλι του στην γωνία της σερβάντας.

Το αίμα πετιόταν σαν πίδακας Το κοίταζε με θαυμασμό. Όπως τότε που είχε πρωτοδεί τους πίδακες στην Ομόνοια. Είχε σταθεί με θαυμασμό μπροστά σ' αυτό το θαύμα του νερού.Τώρα όμως ένιωθε διαφορετικά. Αυτός ο πίδακας αίματος ήταν το πρώτο και τελευταίο δώρο που της έκανε ο Μίλτος. Ήταν ένα θαύμα. Κάθε βράδυ προσευχόταν να σωθεί απ' το ναυάγιο του πλοίου Μίλτος με όποιο τίμημα.

Απόψε κάποιος Θεός ή κάποιος μεσάζων άγιος εισέπραξε ως αντάλλαγμα της σωτηρίας της απ' το ναυάγιο, την ζωή του Μίλτου.

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 6 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Δευ, 12 Νοέ 2007 07:09 πμ

Είπα, ξείπα, ξανάλεω...

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
 

Κυριακή βράδυ, καθόμαστε στα σκαλιά  με μοσχάτο Λήμνου, λουκούμια και κουβέντες για άντρες.

Τέσσερις γυναίκες που δεν μοιάζουμε και σε πολλά, φαίνεται να ζούμε διαφορετικές ζωές αλλά με το δικό της τρόπο η καθεμιά αναζητάμε τελικά το ίδιο πράγμα.

Αντίθετα με ό,τι γίνεται συνήθως δεν μιλούσα πολύ.

Μάλλον δεν τολμούσα να πω ότι είχα απορρίψει μετά βδελυγμίας τις τελευταίες μου δηλώσεις ότι εγώ τελείωσα με τους έρωτες κι από εδώ και πέρα μόνο εγκεφαλικές σχέσεις με αποτέλεσμα απλό και σίγουρο σαν εξίσωση πρώτου βαθμού.

Αλλά αυτό δεν είναι φιλία, φιλία έμαθα από τα 15 μου είναι η πλήρης άρση της πόζας.

Εκεί που κοβόταν η ανάσα μου το είπα Οργανώστε μου έναν τυχαίο έρωτα!

Άλλη φορά να προσέχουμε περισσότερο τι ευχόμαστε.

Γιατί μου ήρθε τυχαία εκεί που δεν το περίμενα και φυσικά δεν με ρώτησε και φυσικά είμαι έτοιμη να ουρλιάξω.

Είναι ένα μείγμα ιδιαίτερης ομορφιάς γήινης και  πέρα από τα standards που θέλουν τον σήμερα όμορφο να καταβαραθρώνεται αύριο. Ο ωραίος σε κάθε εποχή σε κάθε στιγμή.

Αποπνέει μια σεξουαλική ενέργεια που δεν έχει να σχέση με την αχαλίνωτη σεξουαλική επιβεβαίωση με άκομψες αδιάκριτες πρόβες από κρεβάτι σε κρεβάτι.

Έχει μια μοναδική αισθαντική καλοσύνη μια γενναιόδωρη κι ανυστερόβουλη στάση απέναντι στην ζωή.

Όχι, δεν πρόκειται για αγιολογικό προφίλ.

Κουβαλάει επάνω του σημάδια  και πληγές που προκάλεσε ο ίδιος κι άλλοτε τις θωπεύει άλλοτε τις ξύνει για να ξαναματώσουν.

Έχει σημάδια από παλιούς καυγάδες αλλά κανένα απωθημένο.

Δεν ζηλεύει ποτέ. Παίζει  και χαίρεται όταν κερδίζει αλλά κι όταν χάνει αρκεί να έχει απολαύσει ένα ωραίο παιγνίδι με καλούς και κυρίως δυνατούς αντιπάλους.

Θρηνεί ό,τι έχει χαθεί, έχει τελειώσει, έχει φύγει ή άφησε πίσω του και συνεχίζει.

Έχει μια τάση να σώσει τον κόσμο αλλά δεν μπορείς να βασιστείς ότι θα κάνει τα πάντα και για να σώσει το «ζευγάρι».

Με ανυπόκριτη χαρά θα γεμίσει την βαλίτσα του για Μεξικό αφήνοντας στο κομοδίνο κρύο νερό, κουλουράκια κανέλας και φρεσκοπλυμένες πετσέτες που μοσχοβολούν πορτοκάλι. Θα στείλει μακροσκελή μηνύματα ή απόλυτη σιωπή και κάποια στιγμή όταν αποφασίσει θα γυρίσει.

Θα γεμίσει ένα φλιτζάνι καφέ και θα ανάψει ένα τσιγάρο.

Οι επαναστάσεις του φαίνονται βελούδινες στα μάτια των άλλων, αλλά δεν τον νοιάζει. Οι αιτίες τους αφορούν μόνο εκείνον και δεν έχει ανάγκη να τις αποδεχτούν ή να τις καταλάβουν όλοι. Έτσι κι αλλιώς πάντα ήταν pearl-shell κι ανοίγει μόνο όταν θέλει και σε όποιον θέλει θα δείξει το μαργαριτάρι του. Οι άλλοι ας τον θεωρήσουν άδειο όστρακο, αδιαφορεί.

Μπορεί να είναι ομιλητικός και εύκολα να μιλήσει για την ζωή που έζησε αλλά στην ζωή που ζει τώρα δεν θα βρεις εύκολα θέση. Δεν είναι snob απλά κρατάει τις αποστάσεις που αντέχει κι αν σου προσφέρει την καρέκλα ξέρεις ότι δεν θα στην τραβήξει ξαφνικά.

Έχει το τάλαντο, το μόνο πράγμα που εγγυάται σ' αυτή την ζωή, και το καλλιεργεί.

Γίνεται Πυγμαλίωνας με την γενναιοδωρία που έχει εγγράψει μέσα του όπως σε κάθε άνθρωπο που την ζωή την αγαπάει ούτε την φοβάται, ούτε την λυπάται.

Συνδυάζει τις εκπλήξεις με την  οργάνωση στην ζωή του και δεν βαριέται ποτέ.

Στην αγωνία του Flaubert «Αν πράγματι δεν μπορούμε να ζήσουμε παρά ένα μικρό μόνο μέρος όσων έχουμε μέσα μας - τότε τι γίνεται με τα υπόλοιπα?» χαμογελάει στραβά μ' αυτή την μόνιμη θλίψη στην άκρη του στόματος και ανάβει τσιγάρο.

Έτσι είναι η ιστορία, έτσι είναι η μαγεία...κι ας μην έχει ονοματεπώνυμο...

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 6 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Σαβ, 10 Νοέ 2007 12:38 πμ

Γιατί να μην γίνεις ζωγράφος?

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
 

Ακούστηκε ένα διακριτικό χτύπημα στην πόρτα. Άνοιξε και χαμογέλασε στην θέα...

Μπροστά της βρισκόταν ένα μαύρο μαργαριτάρι.

Κρατούσε ένα  ασημένιο δίσκο με ένα μπουκάλι Veuve Clickot και ένα καλάθι με φρούτα που της έστελνε το ξενοδοχείο ως έκφραση συγγνώμης για την ταλαιπωρία που υπέστη στην άφιξη. Τον κοίταξε καθώς περνούσε στο δωμάτιο για να αφήσει τον ασημένιο δίσκο.

Εδώ και χρόνια δεν χρειαζόταν πάνω από 1 λεπτό πια να κοιτάξει κάποιον για να διαβάσει αυτά που ήθελε.

Δεν αναλωνόταν στο όλο εστίαζε σε 3  σημεία.

  1. μάτια, αχ αυτά τα μάτια τα μάτια είναι πιο φλύαρα και απ' το πιο ομιλητικό στόμα. Αποκαλύπτουν τα πάντα. Πόσες φορές τολμάει κάποιος να σταθεί μπροστά στον καθρέφτη και να κοιτάξει το είδωλο του κατάματα ? Να κοιτάξει την αλήθεια του κατάματα? Λίγοι είναι τόσο καλά εξασκημένοι ώστε να μην τους προδίδουν τα μάτια τους.
  2. στόμα, πάντα φαίνεται το στόμα που έχει χορτάσει το φιλί, το στόμα που το χάρισε αβίαστα ανοικονόμητα  ακόμη κι αδικαιολόγητα και εκείνο το άλλο το θλιβερό στόμα που δεν έχει φιληθεί που στερήθηκε το φιλί ή που το στέρησε από κάποιον άλλον ακόμη και δικαιολογημένα.
  3. δάχτυλα χεριών, οι κινήσεις που κάνει κάποιος όταν μιλάει ή όταν μένει σιωπηλός και αμήχανος. Προς τα πού στρέφονται τα δάχτυλα? Πόσο εύκολα αγγίζουν κι αν σε αγγίξουν σε διαπερνά ρεύμα ή το κύκλωμα είναι ανοιχτό?

Αυτός ήταν πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση μάτια πράσινα, το φως στο κατάμαυρο πρόσωπο, και πίσω από τους παραμορφωτικούς φακούς της επαγγελματικής ευγένειας είχε μια σπίθα ηδονοθηρίας.

Στόμα καλογραμμένο με ένα σημάδι σαν ιερογλυφικό δίπλα στο πάνω χείλος που θα περίμενε κανείς να είναι πιο σαρκώδες λόγω φυλής, αλλά μάλλον ήταν το εξαιρετικό προϊόν ενός μπασταρδέματος φυλών. Για μια στιγμή φαντάστηκε το στόμα του πάνω στο λαιμό της αλλά μόνο για μια στιγμή.

Τα δάχτυλα του μακριά και λεπτά, αυτά που οι άλλοι αποκαλούν δάχτυλα για πιάνο κι εκείνη δάχτυλα για kinky εξερευνήσεις.

Τον σταμάτησε λίγο πριν βγει από την πόρτα και έβαλε στο χέρι του ένα πολύ καλό φιλοδώρημα.

Την κοίταξε μες στα μάτια με μια λάμψη αυθάδειας  και το αρνήθηκε ευγενικά.

Πάρ'τα χρυσό μου του είπε με την φωνή προσποιητά ανεβασμένη κατά μία οκτάβα το ωραίο πρέπει να επαινείται ή να αμείβεται και επειδή τώρα δεν έχουμε χρόνο για επαίνους στην μαμά σου που διαιώνισε το αρχέτυπο του κούρου σε σκούρα εκδοχή ας αρκεστούμε σε ένα φιλοδώρημα. Ο μαύρος κούρος προσπέρασε ευγενικά το καλό φιλοδώρημα και διαψεύδοντας τις προσδοκίες της περί εντυπωσιασμού την χαιρέτησε με ένα κούνημα του κεφαλιού.

Αυτό πάλι πρώτη φορά της συνέβαινε και αρχικά την έκανε να ξεσπάσει σε ένα τρανταχτό γέλιο.

Παρανοϊκό σκεφτόταν ένας σερβιτόρος αρνούταν ένα πλούσιο φιλοδώρημα.

Γελούσε δυνατά καθώς άνοιγε την Veuve Clickot.

Κατέβασε το ποτήρι της μονορούφι.

Γέμισε πάλι το ποτήρι της αλλά στην πρώτη γουλιά το έφτυσε.

Γιατί έπινε πάλι? Γιατί το έφτυσε? Γιατί ήταν εκεί?

Μια γουλιά Veuve Clickot στο πάτωμα σκάκι έφτανε για να αρχίσει μέσα της μια οδυνηρή ανασκαφή.

Δυο χρόνια πριν.

Ένιωσε ξαφνικά να βγαίνει απ' την ανάμνηση και να γίνεται θεατής ενός έργου που κάτι της θύμιζε.

Δυο χρόνια πριν.

Ένα ζευγάρι ένας άντρας γύρω στα 27, ψηλός καστανός χυμένος σε μια πολυθρόνα με ένα ποτήρι μπερμπον στο χέρι του που μάλλον δεν ήταν το πρώτο ποτό της βραδιάς.

Μια γυναίκα  λίγο μικρότερη από 40 με ωραίο σώμα ντυμένη στα μαύρα με ένα φόρεμα στενό που τόνιζε τις καμπύλες της και ψηλά σμαραγδένια παπούτσια.

Αν η εικόνα ήταν παγωμένη θα μπορούσε να ειδωθεί ως και αισθαντική αλλά δεν ήταν, είχε ήχο, για την ακρίβεια είχε φωνές. Τις φωνές της ενώ εκείνος έκανε το καλύτερό του για να το καταστήσει προφανές ότι την αγνοεί. Αν μη τι άλλο φαινόταν ότι η σχέση τους  δεν ήταν και η αισθαντικότερη ούτε η πιο ειλικρινής.

Παρανοείς της είπε ο άντρας με την απόσταση που προσδίδει μισό μπουκάλι bourbon από την απτή πραγματικότητα. Μισό μπουκάλι bourbon και ενώ δίπλα σου διαλύεται ένα σύμπαν εσύ χαλαρώνεις με το λίγο αίμα που κυλάει ακόμη στο αλκοόλ σου.

Έτσι συνέβαινε και τώρα η γυναίκα μέσα από το ακριβό στενό μαύρο φόρεμα συγκρατούσε κολλημένα τα χιλιοσπασμένα και χιλιοκολλημένα κομμάτια της.

Κι αυτή η λέξη τα ξανάσπασε όλα. Διέλυσε το σύμπαν της.

Ούρλιαξε για να ανασάνει ένιωθε ότι θα πνιγόταν.

Παρανοώ ε?

Παρανοώ γιατί σ' αγαπώ και θέλω να ξεκολλήσεις πια απ' αυτή την πολυθρόνα και να πετάξεις πια το ποτήρι απ' το χέρι σου?

Ήσουν ο καλύτερος ζωγράφος, το ένιωσα από εκείνη την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε στην έκθεση στο ΜΟΜΑ, γεννημένος με το τάλαντο και το ανταλλάσσεις εδώ και 5 χρόνια με το μπερμπον. Κι όλα αυτά γιατί μια κακιασμένη νευρωτική ανέραστη έγραψε μια κακή κριτική για μια έκθεση.

Παρανοείς την έκοψε με λύσσα ήταν η πρώτη ατομική μου έκθεση και πήγε χάλια.

Παρανοώ γιατί θέλω να σε δω ψηλά?

Τρία  χρόνια ακούω αυτή την λέξη, Παράνοια.

Σχεδόν με έπεισες κάποτε ότι είμαι παρανοϊκή. Κι άρχισα να ψάχνω.

Τι θα πει παράνοια?

Ετυμολογικά, ψυχαναλυτικά, κοινωνιολογικά, εγκληματολογικά.

Ότι κι αν έβρισκα δεν ήταν η απάντηση ποτέ.

Και τότε θυμήθηκα την Χριστίνα, και εκείνο το παιγνίδι της με την αλήθεια πίσω από τα γράμματα.

Έγραψα την λέξη κάθετα

Π, πόθος, πάθος, πίστη, ποτήρι

Α, αγάπη, αγκαλιά, ανάσα, άδεια

Ρ, ραβασάκι, ρεαλισμός, ρόδο, ρωγμή

Α, αλήθεια, αέρας, αθανασία, απόρριψη

Ν, νιότη, νεύρο, νύχτα, ναι

Ο, όχι, όλα, ουρανός, ορυμαγδός

Ι, ιππότης, ίμερος, ίνδαλμα, ίσως

Α, αχ

Αυτό είναι η παράνοια τα ανοικονόμητα αχ που βράζουν μέσα μου τρία χρόνια που σε βλέπω να βουλιάζεις και να μην μπορώ να κάνω τίποτε γιατί με έκλεισες απ' έξω.

Με έστειλες στο δρόμο...μου πήρες τον έρωτα μου για σένα και για μένα.

Στο είχα πει αν μου πάρεις τον έρωτα από μέσα μου θα μου πάρεις τη ζωή μαζί. Θα με στριμώξεις και θα με ταπεινώσεις άγρια και δεν θα το αντέξω.

Κι εσύ με ταπείνωσες ούρλιαξε ο άντρας καθώς έσπαγε με μανία το ποτήρι του στο τοίχο με ταπείνωσες όταν δυο μήνες μετά την έκθεση κι ενώ μάζευα τα κομμάτια μου κι έλεγα μια κακή κριτική ήταν κι έγινε σκόνη και θρύψαλα αφού πουλήθηκαν όλα τα έργα, όλα τα έργα τα βρήκα στοιβαγμένα στο υπόγειο. Ψεύτικοι αγοραστές που όλοι άκουγαν στο ίδιο όνομα, της παρανοϊκής συζύγου μου.

Γιατί δεν αποδέχεσαι ότι δεν είμαι ο μεγάλος ζωγράφος που ήθελες να με κάνεις?

Δεν είμαι καν ζωγράφος εσύ έπλασες όλο αυτό το παραμύθι κι έπρεπε να παίξω το ρόλο αλλά δεν ευτύχισε το παραμύθι σου να τελειώσει με το έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Αν σου επιτρέπουν τα κοκτέιλ σαμπάνιας και παράνοιας να θυμηθείς γνωριστήκαμε σε μια έκθεση ζωγραφικής στο ΜΟΜΑ μόνο που εγώ εκεί ήμουν απλά σερβιτόρος.

Ναι αλλά το είδα στα μάτια σου όρμησε εκείνη σαν λαβωμένο ζώο, ο τρόπος που κοίταζες τους πίνακες

Ο τρόπος που κοίταζα τους πίνακες είπε με απόλυτη απάθεια ο άντρας έδειχνε απλά την απορία μου που είσαστε όλοι θαμπωμένοι με αυτές τις μπαρούφες για αυτό είπα ότι εγώ θα μπορούσα να κάνω καλύτερους.

Εγώ όμως ξέσπασε ακόμη μια φορά εκείνη  πίσω απ' αυτή την φράση άκουσα την αγωνία σου να κάνεις και να δείξεις καλύτερους πίνακες

 Όχι  δεν ένιωσες καμιά κρυμμένη αγωνία, της αντιγύρισε με δηλητηριώδη απάθεια απλά αυτό θα έκανε πιο ενδιαφέρον το παιγνίδι σου με έναν ινδιάνο είπε τονίζοντας γράμμα- γράμμα την τελευταία του λέξη.

Με περιέφερες σε πάρτι, δεξιώσεις, κοσμικές συγκεντρώσεις επιδεικνύοντας σε όλους την ανακάλυψη ενός ατόφιου ταλέντου με αμπαλάζ την ινδιάνικη καταγωγή για την οποία είχες φροντίσει να φτιάξεις πλούσιες ιστορίες για έναν πατέρα φύλαρχο και μια μάνα που παράτησε το  Yale για να τον ακολουθήσει στην Χιλή.

Πάντα ήθελες να  πλάθεις ανθρώπους και ιστορίες όπως θα ήθελες εσύ αλλά τι να κάνουμε που αυτή δεν σου βγήκε.

Ακούστηκε ένα διακριτικό χτύπημα στην πόρτα. Άνοιξε και χαμογέλασε στην θέα...

Μπροστά της στεκόταν ένα μαύρο μαργαριτάρι.

Τα μάτια της έλαμψαν ήταν απίστευτο μπροστά της στεκόταν ο καλύτερος Οθέλος όλων των εποχών απλά εκείνος δεν το ήξερε ακόμη.

Ακόμη καλύτερα, σκέφτηκε, αν το ήξερε μπορεί και να μην με χρειαζόταν ως μέντορα του.

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 7 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τρι, 06 Νοέ 2007 02:12 μμ

Είμαι μεγάλη κοπέλα πια, 34 χρονών σήμέρα.

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
 

Είμαι μεγάλη κοπέλα πια, 34 χρονών σήμέρα.

Θυμάστε την ατάκα απ' την παλιά ελληνική ταινία 31 κι ορκίζομαι!

Εγώ χωρίς καμιά αγωνία αλλά με μεγάλη χαρά σας το λέω είμαι 34 κι ορκίζομαι

τέρμα για μένα τα διλήμματα, το soy infeliz ας το λέει η Luz που έχει και καλύτερη φωνή εγώ θα επιμένω στο «τα λεφτά μου όλα δίνω για ένα ταγκό κι ένα άγγιγμα σου κάτω απ' το τραπέζι».

Διαβάζω πάλι κάποιες παλιές ερωτήσεις του Φ.και τώρα έχω απαντήσεις.

 *Είναι η πρώτη φορά που νιώθεις μόνος; Όχι και δεν θα είναι και η τελευταία αλλά αυτό δεν σταματάει την ζωή ούτε καταργεί την μοναδικότητα της.

*Μπορούμε να συνεχίζουμε αν ο δρόμος είναι αδιέξοδο; Ο δρόμος δεν είναι αδιέξοδο αν κοιτάξεις λίγο πιο μακριά...

*Σου 'χει πει ποτέ κάποιος μαθαίνω τις γεύσεις στα χείλη σου; Κάποτε μου το είπαν κάποτε το είπα κάποτε θα ξαναειπωθεί

*Το ξέρεις πια πως δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω στο παιδικό σου δωμάτιο; Ναι γι αυτό και στολίζω το καινούριο μου δωμάτιο χωρίς να πετάω αναμνήσεις

*Ξέρεις να επιδιορθώνεις ραγισμένες καρδιές; Όλοι ξέρουν αρκεί να θέλουν!

*Να επισκευάζεις ζωές; Ξέρω να αγαπάω ζωές.

*Σημειώνεις με μολύβι φράσεις στα βιβλία που διαβάζεις; Ναι.Κακό είναι?

*Αν πρέπει να διαλέξεις προτιμάς ν' αγαπάς παρά να αγαπιέσαι; Το είπαμε όχι διλήματα...

*Ντρέπεσαι να πεις σ' αγαπώ; Καμιά φορά, πολλές φορές...

*Όταν χωρίζεις νιώθεις μια οδυνηρή επιθυμία να τον ξαναδείς; Ναι αγαπάω σαν κουρσάρος

*Έχεις κάνει ποτέ κακό στον εαυτό σου; Κατά συρροή κι εξακολούθηση κι έμαθα απ' αυτό.

*Σ' αρέσει να κοιτάζεις; Ναι και το όμορφο και το άσχημο

*Θέλεις να δεις περισσότερα; Πάντα θα θέλω

*Έχει μείνει μια ελπίδα, υπάρχει ακόμα ένα όνειρο στην καρδιά σου; Πολλά όνειρα και τώρα κάποια απ' αυτά είναι δραστηριότητες στην καθημερινή μου ζωή.

*Υπάρχει εισιτήριο για εκεί που θέλεις να φτάσεις; Ταξιδεύω και οτοστόπ αν πραγματικά θέλω να πάω.

*Υπάρχει κάτι για το οποίο να είσαι εντελώς σίγουρος; ΑΓΑΠΩ ΤΗΝ ΖΩΗ ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΥΩ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

*Έχεις κάνει μια ευχή σήμερα; «ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ Ο,ΤΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΓΑΠΑΣ, ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΑΠΟ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΕΣΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ Θ' ΑΓΑΠΟΥΣΕΣ»

Είμαι μεγάλη κοπέλα πια, 34 χρονών σήμέρα, και είμαι ευτυχισμένη,και δεν θέλω γιατρικά γιατί έχω φίλους!

 

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 26 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Δευ, 05 Νοέ 2007 08:27 πμ

Μην το λες σε κανέναν άλλον...

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

μόνο στον πραγματικό παραλήπτη.

Δυο λέξεις είναι...

Πως μπορεις να καυχάσαι για τόσες επαναστάσεις και να φοβάσαι δυο λέξεις?

Πες το καρδιά μου κι ας μην ακούσεις την ενθουσιώδη αποδοχή "εγώ να δεις"

Πες το.

Για την ιστορία του θέματος δεν κάνω κήρυγμα, πρώτα απ'όλα σε μένα το απευθύνω που δειλιάζω...να πω δυο λέξεις και αντ' αυτών λέω χίλιες άλλες που δεν με ενδιαφέρουν.

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 8 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Avatar
GREAT EXPECTATIONS
Να ονειρεύομαι και να ταξιδεύω χωρις αποσκευές με το μωρό μου και ένα χαμόγελο. Απογεύματα στης Νινέτας στην Ερμούπολη Κυριακάτικα πρωινά με την Λίτσα στο Αιολίς prosecco στο Gilli Cava στην αγορά της Barcelona με την σκιά του Gaudi πάντα πάνω μου tango στην μέση της Avenida Florida και ένα άγγιγμα σου κάτω από το τραπέζι... Κι όταν γυρίζω πίσω τραπεζάκι έξω, chardonay παγωμένο ,και απέναντι φωτισμένη η Ακρόπολη και φίλοι όλοι οι φίλοι και ο Σταμ να μου φωνάζει ΈΛΕΓΕ Η ΚΑΡΔΙΑ ΑΝ ΒΡΕΙΣ ΑΓΆΠΗ ΧΤΥΠΑ Πως το ΄λεγες Στάθη τότε θυμάσαι: Δεν είναι όλα τα δάχτυλα του χεριού ίδια. Καλώς ή κακώς μαζευτήκαμε εδώ.Πιείτε το κρασί που βάζει στο ποτήρι ένας φίλος, δεχτείτε το φιλί του που δεν είναι αυτονόητο,δεχτείτε την ζωή σας που είναι συναρπαστική και ανόμοια με κάθε άλλη ζωή-κι αυτό είναι κάτι που κατάβάθος το διαλέξατε. Όπως γράφει κι ο Γιάννης μερικές φορές η λύση είναι χειρότερη από το πρόβλημα, ας μείνουμε μαζί. Stay with me Το ουσιώδες είναι ότι είμαστε μαζί, είμαστε καλά,κι ο ένας αγαπά τον άλλον έτσι όπως είναι. Δεν θα είναι πάντα έτσι ,δυστυχώς.Μια μέρα,ο ένας θα λείπει φριχτά από τον άλλον... Ακόμα και να μην είχες γράψει ποτέ τίποτε άλλο θα μπορούσε αυτό να είναι το όλον, σαν άγγιγμα κάτω από το τραπέζι σε μια βαθειά πληγη που συντηρώ χρόνια.
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣE ΑΥΤΟ ΤΟ BLOG
Copyright© 2009 ΔΥΟΔΕΚΑ Α.Ε.       Ανάπτυξη εφαρμογής verve VERVE Internet & Open Source Solutions  / Διεύθυνση project FairyNetwork