Δεν με λένε Fairuz...
Δεν ήταν ότι ήθελα να κρυφτώ πίσω από ένα ψευδώνυμο και δεν ανέφερα ποτέ ότι με λένε Δήμητρα. Είναι που λάτρευα από τα πέντε μου την Fairuz και αντιπαθούσα το όνομα μου. Όχι δεν ήθελα κανένα όνομα περίεργο και σπάνιο Μαρία ήθελα νε με λένε. Γιατί? Γιατί το πρώτο τραγούδι που αγάπησα και μ' ακολουθεί πάντα ήταν το γέλαγε η Μαρία Κύλαγε το τσέρκι στην οδό Φυλής άστραφτε στον ήλιο κάποια τζαμαρία άρπαζες την πέτρα δίχως να σκεφτείς τίναζες το χέρι κάτω η τζαμαρία γέλαγε η Μαρία η Μαρία Πρώτη μέρα στο σχολείο και μάλωσα με την δασκάλα μου γιατί επέμενα ότι εμένα με λένε Μαρία. Πρώτη φορά στην Αθήνα στα έξι μου ο πατέρας μου δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς με πήγε βόλτα στην οδό Φυλής. Μου πήρε χρόνια να αποδεχτώ ότι δεν γράφτηκε για μένα το τραγούδι κι ακόμη κι αν με έλεγαν Μαρία πάλι δεν θα αναφερόταν σε μένα. Για να πειστώ κάποτε σε ένα τραπέζι μέχρι και τον Λευτέρη τον Παπαδόπουλο ρώτησα κι ακόμα γελάει! Τα λουλούδια είπα για πρωτοτυπία να τα προσφέρω εγώ σε σας... |
Μάνος Χατζιδάκις
Δεν ξέρω τι να γράψω. Σήμερα ήταν τα γεννέθλια του Μάνου Χατζιδάκι. Να γράψω ότι ήταν μεγάλος, σπουδαίος, αξεπέραστος. μοναδικός? Αυτό ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις? Όχι. Ο Μάνος Χατζιδάκις ήρθε σ' αυτή τη ζωή για να βάλει το όνειρο σε όλους τους δρόμους και τις γειτονιές της ζωής μας και αυτό δεν θ' αλλάξει ποτέ. Κανένα φεγγάρι δεν θα είναι ποτέ πιο φωτεινό από εκείνο το χάρτινο φεγγάρι που έβαλε στις νύχτες μας ξορκίζοντας το φόβο για το σκοτάδι και τις ματαιωμένες προσδοκίες και αν ''κουραστείς απ' τους ανθρώπους'' πάντα θα υπάρχει ''να μοιραστείς την μοναξιά σου'' μαζί του. Όχι δικά μου λόγια... μόνο δικά του! Και τώρα καταστάλαγμα του βίου μου μέχρι στιγμής είναι : Α δ ι α φ ο ρ ώ για την δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ. Π ι σ τ ε ύ ω στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ' αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας. Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα. |
ΕΝΑΝ ΕΡΩΤΑ ΣΑΝ ΠΙΚΡΗ ΒΕΛΟΥΔΙΝΗ ΣΟΚΟΛΑΤΑ.(συνέχεια από το προηγούμενο)
Εκεί που ο γρίφος ήταν ένας και λεγόταν Luigi τώρα εμφανιζόταν κι άλλος, μια συνταγή μαγειρικής ή ζωής και μια γυναίκα... Δεν άντεχα πια, όλο αυτό με ξεπερνούσε, έπρεπε να μάθω ή να φύγω από εδώ μέσα. Κατέβηκα τρέχοντας την μεγάλη μαρμάρινη σκάλα και ΄έτρεξα στην βιβλιοθήκη. Η πόρτα ήταν κλειστή αλλά από μέσα ακουγόταν μια συζήτηση, λες και ήθελαν να ακουστούν... Ανοίγοντας την πόρτα βρέθηκα μπροστά στον παππού και τον Luigi, τον νεκρό Luigi. Με κοίταζαν σαν να με περίμεναν. Ο Luigi με το prosseco στο χέρι μου ένευσε να καθίσω δίπλα του. Ανάμεσα μας, μια παγωμένη θάλασσα σιωπής. Τους κοιτούσα, απλά τους κοιτούσα. Κάποτε carissima έσπασε την σιωπή ο Luigi ήταν ένας νέος, εμφανίσιμος, πλούσιος, βελούδινα bohem.Ζούσε συλλέγοντας ενάρξεις σπουδών, έργα τέχνης και «υπηκόους». Όλα του ήταν μια παράσταση με απόλυτο πρωταγωνιστή τον ίδιο, όλοι οι άλλοι γύρω του κομπάρσοι που τους καταργούσε όταν δεν τους χρειαζόταν πια. Με την ασφάλεια της οικογενειακής περιουσίας άρχιζε και εγκατέλειπε σπουδές με την ίδια ευκολία, ιστορία τέχνης, αστρονομία, μαθηματικά, ιατρική. Κάποτε αποφάσισε να ασχοληθεί με το εμπόριο έργων τέχνης, ταξίδευε αναζητώντας τους θησαυρούς του σε συλλογές ξεπεσμένων αριστοκρατικών οικογενειών και πουλώντας πιστά αντίγραφα τους κέρδιζε χρήματα και ταυτόχρονα πλούτιζε την συλλογή του που είχε γίνει πια το δεύτερο πάθος του μαζί με την χαρτοπαιξία. Κάποτε για χάρη ενός Caravaggio βρέθηκε στην Νάπολη. Ήταν ένας απ' τους τελευταίους πίνακες του καλλιτέχνη το chiaro scuro στην καλύτερη ώρα του παρ' ότι ο Caravaggio τότε ζούσε τις πιο δύσκολες ώρες του. Τον βρήκε σε μια βίλα έξω από την Νάπολη που άνηκε σε μια οικογένεια που κάποτε με τα καράβια της διαφέντευε θάλασσα και στεριά. Όμως είχε ξεπέσει και τα χρυσά νομίσματα που έριξε προκλητικά πάνω στο τραπέζι τους έκαμψε κάθε ενδοιασμό. Ο Caravaggio ήταν δικός του, ο πίνακας θα αντιγραφόταν προσεκτικά γιατί αυτόν δεν θα τον πουλούσε οπουδήποτε είχε βάλει στόχο όχι μόνο πολλά χρήματα αλλά και κάτι ακόμα να καταφέρει να τον βάλει μέσα σε κάποιο μουσείο. Γιατί? Ήταν όπως στα χαρτιά θα κέρδιζε μια μεγάλη παρτίδα μπλοφάροντας. Αυτά σκεφτόταν βγαίνοντας πια το βράδυ από το ξενοδοχείο του. Περπατούσε κοντά στο Teatro di San Carlo και κατηφόριζε για το λιμάνι όταν ξαφνικά άκουσε βήματα πίσω του. Γύρισε να κοιτάξει και ξαφνικά βρέθηκε σε απόσταση βρώμικης αναπνοής με δυο περίεργους τύπους, δεν έμοιαζαν με τους συνηθισμένους πορτοφολάδες της Νάπολης κι αυτό αποδείχτηκε γρήγορα. Δεν του ζήτησαν λεφτά, δεν είπαν λέξη, ο ένας σήκωσε με μελετημένες κινήσεις το στιλέτο του και το κατέβασε... στο δρόμο εκεί όπου έπεφτε κι ίδιος νεκρός από την σφαίρα του Luigi. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου είχε βγάλει από την τσέπη του το πιστόλι του και η σφαίρα έστειλε τον επίδοξο δολοφόνο του στην πιο σκοτεινή νύχτα. Ο άλλος το έβαλε στα πόδια και χώθηκε στο πρώτο στενό. Πόσο γρήγορα άλλαξαν οι ρόλοι? Τώρα που κοίταζε το νεκρό σώμα στο καλντερίμι άρχισε να τρέμει τα πόδια του δεν τον κρατούσαν πια. Είχε γλιτώσει, ήταν ζωντανός και δολοφόνος. Κοίταξε γύρω του δεν έβλεπε ψυχή. Έβαλε το χέρι του στην τσέπη του παλτού του και πήρε το πορτοφόλι του, λίγα ψηλά, μια ταυτότητα και μια διεύθυνση, αυτή του ξενοδοχείου του. Πέταξε το χαρτί με την διεύθυνση στον υπόνομο και κράτησε μόνο την ταυτότητα. Χώθηκε στο πρώτο μπαρ που βρήκε ανοιχτό. Bar il gatto nero. Ήταν γεμάτο από τύπους του λιμανιού με πρόσωπα σημαδεμένα και ακόμη πιο σημαδεμένες ψυχές. Άρχισε να πίνει φτηνό κρασί και να σκέφτεται διάφορες πιθανές εκδοχές της επόμενης μέρας. Έβλεπε τους αστυνομικούς να μπαίνουν στο ξενοδοχείο και να τον συλλαμβάνουν, να τον ρίχνουν σε ένα κελί και να μετράει την ζωή του με τα ίδια μέτρα με τους συγκρατούμενους του, ξύπνημα, προαυλισμός, φαγητό, κατάκλιση. Όχι αυτό ποτέ. Σήκωσε τα μάτια του στον μπάρμαν ήταν ένας τύπος γύρω στα πενήντα με ένα πρόσωπο που έμοιαζε με βράχο κοφτερό. Φίλε του είπε χωρίς περιστροφές πιο είναι το πρώτο πλοίο που φεύγει απόψε? Το πιο ακριβό απάντησε ο μπάρμαν και συνέχισε να σκουπίζει με μια βρώμικη πετσέτα τα ακόμη πιο βρώμικα ποτήρια. Αυτό θέλω του απάντησε χωρίς να το σκεφτεί. Τα λεφτά που του ζήτησαν ήταν πολλά. Θα έμπαινε στις πέντε το πρωί στο πλοίο Santa Lucia που έφευγε για Βαρκελώνη. Κι εκεί τι θα έκανε? Αυτό θα το σκεφτόταν πια όταν θα έφτανε. Έτσι έγινε ένα γρήγορο πέρασμα από το ξενοδοχείο, ο Caravaggio μέσα από το πουκάμισο και με το όνομα Giovanni Modinari χώθηκε στο πλοίο. Όταν φτάσαμε στην Βαρκελώνη έπρεπε να αρχίζω ν' αντιμετωπίζω την πραγματικότητα. Είχε αρχίσει να μιλάει πια σε πρώτο ενικό. Είναι αλήθεια ότι το πάθος της διήγησης του δεν μου άφηνε αμφιβολίες για το ποιος ήταν ο ήρωας. Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να πάρω μια ιταλική εφημερίδα δεν έγραφε τίποτε, αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό να με εφησυχάσει ίσως δεν ήθελαν να δώσουν ακόμη στοιχεία. Άρχισα να περπατάω δε ξέρω πόσες ώρες είχαν περάσει είχε πια νυχτώσει όταν χώθηκα σε ένα ξενοδοχείο στο κέντρο. Ήταν ένα παλιό ξενοδοχείο που με βόλευε πολύ. Ο ρεσεψιονίστ με λίγα επιπλέον χρήματα δέχτηκε να μου δώσει το δωμάτιο χωρίς να παραδώσω ταυτότητα. Έπρεπε να επικοινωνήσω με κάποιον επειγόντως και αυτός ο κάποιος ήταν ο παππούς σου. Του τηλεφώνησα και προσπάθησα με όσο κουράγιο είχα να του εξηγήσω τι έγινε. Έφυγε την επομένη κιόλας για την Νάπολη. Είχαμε συμφωνήσει να μην επικοινωνούμε θα ερχόταν εκείνος να με βρει. Τώρα πια ένιωθα πως δεν ήμουν μόνος. Η αγωνία μου βέβαια συνεχιζόταν, δεν με χωρούσε ο τόπος. Όλη μέρα έμενα κλεισμένος στο ξενοδοχείο μου και όλη νύχτα κάθε νύχτα την περνούσα σε ένα μπαρ. Έπιανα πάντα την ίδια γωνία και έπινα cava. Μετά το τρίτο βράδυ πρόσεξα μια κοπέλα που ερχόταν κι εκείνη κάθε βράδυ στο μπαρ. Ερχόταν πάντα μόνη έπινε ένα ποτήρι κρασί κι έφευγε. Ήταν μια κοπέλα γύρω στα είκοσι με μακριά μαύρα μαλλιά και μια πίκρα στην άκρη του στόματος. Όταν το βλέμμα της έπεσε επάνω μου μόνο τότε κατάλαβα ότι την κοιτούσα ώρα. Σηκώθηκε και βγήκε στο δρόμο. Μισή ώρα μετά ξαναγύρισε έμοιαζε κουρασμένη. Την πλησίασα και της άγγιξα το χέρι, με κοίταξε μες στα μάτια, πόση νύχτα μέσα σε δυο μπλε μάτια... Πόσοι χωράνε σε μια νύχτα? Πως βλέπονται οι άνθρωποι μες στην νύχτα? Δεν βλέπονται αλλά γνωρίζονται με το άγγιγμα της πληγής. Ξένοι σε ξένη πόλη... Χωρίς χτες, γυμνοί από κάθε μανδύα ρόλου χωρίς άλλες προσδοκίες από μια αγκαλιά. ΜΙΑ ΑΓΚΑΛΙΑ πόσο κοστίζει? Πόσα δάκρυα? Πόσο μπορεί να κρατήσει? ΜΙΑ ΑΓΚΑΛΙΑ. Φύγαμε μαζί, τώρα πια η αναμονή της επικοινωνίας με τον παππού σου έμοιαζε δυσβάστακτη. Τώρα πια δεν ήμουν μόνος κι ήθελα αυτό το μαζί να κρατήσει για πάντα. Αλλά πως θα γινόταν αυτό αν εγώ ήμουν ένας καταζητούμενος δολοφόνος? Τώρα πια δεν ήθελα μια αγκαλιά, ήθελα ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ. Οι μέρες έγδερναν την ψυχή μου και κάθε νύχτα την γιάτρευε ΑΥΤΗ Η ΑΓΚΑΛΙΑ. Μια εβδομάδα μετά ο παππούς σου χτυπούσε την πόρτα του δωματίου μου. Στην πόλη δεν είχε ακουστεί τίποτε για κανένα φόνο ήμουν ελεύθερος να γυρίσω πίσω. Δεν είχε ακουστεί τίποτε για κανένα φόνο σήμαινε ότι δεν είχε γίνει κανένας φόνος, σήμαινε ότι δεν ήμουν δολοφόνος. Το βράδυ πάλι στο μπαρ. Όχι μέσα έξω. Την περίμενα έξω. Την πήρα αγκαλιά. Αγκαλιά την έφερα στην Μόντενα. Τρεις μήνες αγκαλιά, και ξαφνικά ένα βράδυ ένας άγνωστος άντρας ήρθε στο σπίτι. Άρχισε να μιλάει για μια βροχερή νύχτα στην Νάπολη, μια σφαίρα και απειλές όχι ότι θα μιλούσε, αλλά ότι θα άδειαζε η αγκαλιά μου αν δεν τον πλήρωνα. ΟΧΙ ΑΓΚΑΛΙΑ. Το μυαλό μου θόλωσε τον έβλεπα να μου χαμογελάει σαρδόνια. ΟΧΙ ΑΓΚΑΛΙΑ. Μια σφαίρα σφύριξε στον αέρα και τον έριξε κάτω νεκρό. Κοίταξα και είδα τα μάτια της να φέγγουν, κρατούσε το πιστόλι σφιχτά ακόμη στο χέρι της... Πάρε με αγκαλιά μου είπε. Δεν ξέρω πόση ώρα μείναμε έτσι. Μια αγκαλιά δίπλα σε ένα νεκρό σώμα. Την άλλη μέρα το πρωί όλη η πόλη ήταν ανάστατη, κλέφτες μπήκαν στο σπίτι, μια σφαίρα, αίμα κόκκινο σαν μαύρο έβαψε την ευτυχία μου «η γυναίκα μου ήταν νεκρή». Γιατί? Για να την προστατέψω δεν ήξερα πόσοι άλλοι ήξεραν για εκείνη την νύχτα στην Νάπολη και για τον επισκέπτη στην Μόντενα. Αν τον έψαχναν, αν ήθελαν να με κάνουν να πονέσω αληθινά, να με σκοτώσουν βασανιστικά θα έκαναν κακό στην αγάπη μου. Εκτός αν δεν υπήρχε. Αν ήταν νεκρή τι κακό θα μπορούσε να πάθει? Και η γυναίκα σας που είναι ρώτησα? Η πόρτα έτριξε και στο δωμάτιο μπήκε μια γυναίκα. Με κοίταξε μες στα μάτια. Ήταν σαν να παρακολουθούσε όλη την κουβέντα μας μέχρι εκείνη την στιγμή και περίμενε την ώρα της να εμφανιστεί. Αυτό που ζήσατε του είπα ήταν ένας γυάλινος κόσμος, ψεύτικος και ο έρωτας σας άδικος για να προστατέψετε την περίφημη αγκαλιά σας καταδικάσατε μια γυναίκα σε μια χρυσή φυλακή. Αυτό είναι άδικο. Ο έρωτας carissima απάντησε ο Luigi είναι άδικος γιατί συνήθως δεν αγαπούν κι οι δυο με το ίδιο πάθος. Όταν σπάνια αυτό συμβαίνει τότε σε ξεπερνάει κι εσύ ή τον ακολουθείς χωρίς όρους ή φεύγεις μακριά του.Εμείς διαλέξαμε να τον ακολουθήσουμε και να ζήσουμε σ'αυτό που αποκαλείς γυάλινο κόσμο. Η Μαρία Γκράτσια γέλασε σαν κοριτσάκι, εγώ δεν θα το έλεγα έτσι είπε. Ο έρωτας είναι σαν την σοκολάτα όσο πιο καθαρή κι ακριβή τόσο και πιο πικρή και σκούρα. Οι κλειστές πόρτες ήταν η προστασία μου όχι η φυλακή μου. Άλλοι χρειάζονται κόσμο γύρω τους για να ξεγελούν την μοναξιά που έχουν μέσα τους. Εγώ δεν ήμουν ποτέ μόνη. Πόσο μπορεί να κρατήσει ΜΙΑ ΑΓΚΑΛΙΑ? Και τώρα εσείς γιατί «πεθάνατε»? Carissima είμαι 80 χρονών, δεν μετράω πια την ζωή παρά μόνο με στιγμές και αυτές χωράν μόνο την αγαπημένη μου. Δεν έχω πια χρόνο για κανέναν άλλον. Τώρα πια δεν θα υπάρχω για κανέναν άλλον και κανείς δεν θα με ζητάει. Ποιος θα ζητήσει έναν excentrique, γέρο, νεκρό? Ποιος? Έτριψα το chevalier και τότε πρόσεξα ότι όλοι φορούσαν ένα ολόιδιο, ο Luigi, η Maria Gracia και ο παππούς, όλοι οι συνένοχοι ή συναθώοι αυτής της ιστορίας με τις δυο σφαίρες, τους τέσσερις νεκρούς, ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ και ΕΝΑΝ EΡΩΤΑ ΣΑΝ ΠΙΚΡΗ ΒΕΛΟΥΔΙΝΗ ΣΟΚΟΛΑΤΑ. |
Ποτέ δεν δοκίμασα ξανά αυτή την μαγική ‘βελούδινη σοκολάτα’.
Χτες το βράδυ αϋπνίες πάλι και λίγη μοναξιά. Λίγη, τόση όσο μια άδεια θέση στο κρεβάτι,τόσο όσο να προκαλεί ένα τσιμπηματάκι στην καρδιά. Ήθελα τόσο πολύ μια ανθρώπινη παρουσία δίπλα μου που θα πλήρωνα με οτιδήποτε για να την έχω. Ξαφνικά μια σταγόνα πηχτή και σκούρα έπεσε πάνω στο χέρι μου. Κοίταξα το ταβάνι, ένας περίεργος λεκές δίπλα στον παλιό πολυέλαιο. Έσταζε. Πηχτή, σκούρα, αληθινή σοκολάτα έσταζε από το ταβάνι μου στο πάτωμα, πάνω στα λινά άσπρα σεντόνια, πάνω στον καθρέφτη, μέσα στο ποτήρι με το κόκκινο κρασί Βουργουνδίας, παντού πικρή σοκολάτα. Σιγά- σιγά γινόταν βροχή και γέμιζε τον τόπο. Μια μικρή λιμνούλα σχηματιζόταν στη μέση του δωματίου. Ήταν σκοτεινή και καθώς άπλωνε έμοιαζε να βαθαίνει... Ξαφνικά άρχισε να φέγγει, λευκά αναμμένα κεριά κολυμπούσαν στην σοκολάτα... και μια γνώριμη φωνή έβγαινε μέσα από τις φλόγες... Nessun dorma! Nessun dorma! Tu pure, o Principessa, nella tua fredda stanza guardi le stelle che tremano d'amore e di speranza! Ma il mio mistero è chiuso in me, il nome mio nessun saprà! No, no, sulla tua bocca lo dirò, quando la luce splenderà! Ed il mio bacio scioglierà il silenzio che ti fa mia! Dilegua, o notte! Tramontate, stelle! Tramontate, stelle! All'alba vincerò! Vincerò! Vincerò! Μόλις τελείωσε το τραγούδι τα κεριά άρχισαν να βυθίζονται και όταν βυθίστηκε και το τελευταίο ένιωσα ένα κρύο αέρα να φυσάει .Ένας αέρας θαλασσινός, όπως φυσάει στα νησιά τέλη Αυγούστου. Ένας αέρας που σου ανακατεύει μαλλιά και σκέψεις... Έσκυψα στην σοκολατένια λίμνη και είδα κάτι να λάμπει. Άπλωσα το χέρι μου να το πιάσω και η σοκολάτα άρχισε σιγά- σιγά να χάνεται. Δεν χανόταν στο πάτωμα,πηχτές σκούρες σταγόνες ανέβαιναν στο ταβάνι. Ούτε μια σταγόνα δεν είχε μείνει. Ό,τι έμεινε ήταν ένα παλιό και παράξενο chevalier.Έμοιαζε τεράστιο κι όμως όταν το φόρεσα ερχόταν ακριβώς στο λεπτό μου δάχτυλο. Το κοίταζα και κάτι μου θύμιζε. Ένα χρυσό στέμμα και ένας μπλε σταυρός που είχα ξαναδεί πριν από πολλά χρόνια να στολίζει την μεγάλη εξώπορτα ενός μεγάρου στην Modena.Θυμάμαι ακόμη το σπίτι, λίγο έξω από την πόλη μέσα σε έναν πελώριο κήπο που περιβαλλόταν από έναν ψηλό τοίχο. Ο ιδιοκτήτης του ο Luigi Carragio, φίλος του παππού μου, μας είχε φιλοξενήσει εκεί ένα καλοκαίρι. Περίεργο σπίτι. Τεράστιο χωρίς να μπορείς να πεις πόσα δωμάτια είχε και τι βρισκόταν στο καθένα. Όλες οι πόρτες ήταν πάντα κλειστές κι ενώ δεν ήταν κλειδωμένες κάτι σε απέτρεπε να τις ανοίξεις. Ανοιχτή ήταν πάντα ανάλογα με την ώρα μια τραπεζαρία και από παντού άκουγες σε διάφορους τόνους μουσική ,όλη μέρα κι όλη νύχτα. Ένιωθα ότι κάπου υπήρχε μια αόρατη ορχήστρα που μας ακολουθούσε εμάς και τις σκέψεις μας...έντυνε τις σκέψεις μας, έπαιρνε το ρυθμό της διάθεσης μας. Περίεργος άνθρωπος κι ο Luigi Carragio, εμφανιζόταν κάθε πρωί στην σάλα του πρωινού ντυμένος με κοστούμια ιδιαίτερα excentriques για τα εβδομήντα του χρόνια αλλά μάλλον ταιριαστά με τον αιρετικό χαρακτήρα του. Έπινε ένα ποτήρι prosseco κι έτρωγε ένα κομμάτι ‘βελούδινη σοκολάτα'. Από όλα τα gourmet εδέσματα που γέμιζαν την τραπεζαρία δεν άγγιζε ποτέ τίποτε άλλο. Καθόταν μαζί μας πέντε λεπτά, οι συζητήσεις του με τον παππού περιοριζόταν σε αναφορές στον Dante που αγαπομισούσε και πάντα φεύγοντας άγγιζε με την άκρη του παράμεσου δακτύλου το πιάτο του παίρνοντας, με έναν τρόπο ανάρμοστο για ένανesthète, ό,τι είχε μείνει από το σοκολατένιο βελούδο. Η αλήθεια είναι ότι το είχα πιστέψει ότι ήταν από βελούδο. Ποτέ δεν δοκίμασα ξανά αυτή την μαγική ‘βελούδινη σοκολάτα'. Ποτέ δεν ξαναπήγαμε με τον παππού στο μέγαρο Carragio και για κάποιο περίεργο λόγο δεν αναφερόταν ποτέ στις κουβέντες μας. Μέχρι χτες το πρωί, 6 Σεπτεμβρίου, όταν ο παππούς έλαβε ένα τηλεγράφημα από τον Leonardo Verrigi, τον δικηγόρο του Carragio, που τον ενημέρωνε για τον θάνατο του. Χωρίς πολλά λόγια και χωρίς να αναφέρεται στην αιτία του θανάτου μας καλούσε ονομαστικά τον παππού κι εμένα την επόμενη εβδομάδα στο μέγαρο. Περίεργος ακόμα και μετά θάνατον ψιθύρισα. Όμως αυτή τη φορά εγώ δεν μπορούσα να πάω είχα κανονίσει να πάω στην Ερμούπολη με τον φρέσκο έρωτα μου. Την επομένη το πρωί ήμαστε στο πλοίο και φεύγαμε για Σύρο. Μόνο που τα σχέδια μου για ένα ρομαντικό δεκαήμερο ναυάγησαν το πρώτο κιόλας βράδυ. Μην ρωτάτε τι έγινε απλά ήθελα να φύγω κι έφυγα. Γύρισα πίσω τα ξημερώματα με ένα φίλο που είχε έρθει με σκάφος. Σ' όλη την διαδρομή ακούγαμε Pavarotti, απ' τον φίλο μου έμαθα για τον θάνατο του. Την ίδια μέρα με τον Carragio, περίεργο. Το πως πέρασα τη νύχτα σας το είπα. Όταν σηκώθηκα το πρωί φορούσα ακόμη το δαχτυλίδι,που μου άρεσε όσο και με τρόμαζε. Δεν μπορούσα να μιλήσω σε κανέναν για την νύχτα περίμενα κάποιος να σχολιάσει το περίεργο chevalier.Κανείς όμως δεν σχολίασε τίποτε, ούτε την ξαφνική επιστροφή μου ούτε βέβαια το chevalier. Τελικά αποφάσισα να πάω μαζί με τον παππού στην Modena. Σκεφτόμουν ότι ήταν ίσως η τελευταία ευκαιρία να ξαναδώ το περίφημο μέγαρο. Το ταξίδι μας ήταν σαν κοινό μυστικό που δεν συζητούσαμε ούτε καν μεταξύ μας όπως και τίποτε σχετικό με τον εκλιπόντα φίλο του. Όταν όμως το αεροσκάφος άρχισε να τροχοδρομεί δεν άντεξα. Τόσα χρόνια και μια νύχτα το μυαλό μου τριβέλιζαν τόσες απορίες γι αυτόν τον ‘φίλο φάντασμα'. Ποιος ήταν, τι έκανε στην ζωή του, κι ο παππούς τι σχέση μαζί του? Ήταν ο Luigi Carragio μου είπε, ένας άνθρωπος που ζούσε μια ζωή σχεδόν μυστική τον συναντούσε παλιά όταν ήταν φοιτητής συχνά στην Φλωρεντία και κάναν αρκετή παρέα χωρίς ποτέ να ξέρει σχεδόν τίποτε για την ζωή του.Υπολόγιζε ότι ήταν ένας γόνος πλούσιας οικογένειας που οι ανησυχίες του αφορούσαν την τέχνη και τον Ιπποδρομο.Μετά τον είχε χάσει για χρόνια. Κανείς δεν ήξερε που ήταν και κάποτε άκουσε μια ιστορία ότι είχε μπλέξει σε έναν καυγά στην Νάπολη όπου σκότωσε κάποιον και για να γλιτώσει είχε φύγει στην Ισπανία με άλλο όνομα. Ξανασυναντήθηκαν τριάντα χρόνια μετά. Ο Luigi του έστειλε μια κάρτα από την Modena και τον καλούσε στο μέγαρο του. Ποτέ δεν συζήτησαν τι έγινε όλα αυτά τα χρόνια μόνο όταν κάποια στιγμή ο παππούς του έδειξε μια φωτογραφία μου ο Luigi του είπε να με φέρει κι εμένα μαζί του κάποιο καλοκαίρι. Μετά ξαναχάθηκε και η επόμενη συνάντηση τους ήταν το καλοκαίρι που τον επισκεφτήκαμε μαζί. Αυτά μου είπε ότι ήξερε και διάλεξα να τον πιστέψω. Στο μέγαρο που φτάσαμε βρήκαμε ένα περίεργο σκηνικό, όλα τα φώτα αναμμένα και ένα τεράστιο τραπέζι με κεριά σβηστά που κάπνιζαν ακόμη, prosseco και ‘βελούδινη σοκολάτα'. Ο δικηγόρος που μας υποδέχτηκε έδωσε στον καθένα μας από ένα φάκελο και μας ενημέρωσε ότι είμαστε οι πρώτοι που είχαμε φτάσει .Οι υπόλοιποι καλεσμένοι θα έφταναν την επόμενη μέρα. Μας έδειξε τα δωμάτια μας και μας είπεσιβυλλικά πως ό,τι θέλαμε θα το είχαμε ή θα το βρίσκαμε... Μόλις μπήκα στο δωμάτιο, το ίδιο δωμάτιο που είχα μείνει και τότε, άνοιξα με αδημονία τον φάκελο. Ένα χειρόγραφο σε κέρινο χαρτί αλληλογραφίας με έναν γραφικό χαρακτήρα που δεν συναντάς πια συχνά. Υλικά 150 γρ. σοκολάτα αληθινή με 51% κακάο 40 γρ. βούτυρο 5 αυγά 120 γρ. ζάχαρη 80 γρ. αλεύρι Σορμπέ αμύγδαλο Ζεστένετε το βούτυρο σαν να έχετε αγκαλιά τον αγαπημένο σας που μόλις γύρισε από μια παγωμένη στέπα, σιγά- σιγά. Μόλις αρχίσει να λιώνει όπως εσείς όταν ακούτε το L'amo L'amo προσθέτετε την σοκολάτα κι ανακατεύετε ακολουθώντας το ρυθμό του Nessun dorma. Παίρνετε την μισή ζάχαρη, προσθέτετε το αλεύρι και τα μισά αυγά. Τα ανακατεύετε ώστε να γίνουν ένα σώμα, επ' αυτού δεν χρειάζονται επεξηγήσεις και παραπομπές σε άλλες ενώσεις με τον ίδιο στόχο, απλά για το συγκεκριμένο γλυκό κρατήστε περισσότερο ρομαντισμό και αποφύγετε την κατά τα άλλα επιθυμητή ορμή. Αναμείξτε την υπόλοιπη ζάχαρη με τα αυγά, εδώ αφήστε το πάθος που καταπιέσατε πριν να εκφραστεί ελεύθερα,χτυπήστε, χτυπηθείτε, ιδρώστε... Ό,τι μείγματα έχετε φτιάξει κάντε τα ένα και με τον δείκτη δοκιμάστε λίγο. Τα ατομικά αλουμινένια φαρμάκια τα έχετε ήδη βουτυρώσει. όχι; Ναι, όλοι έχουμε χορέψει ένα τελευταίο ταγκό αλλά κρατάμε και λίγο βούτυρο και για κανά γλυκό. Τα ψήνουμε στους 220 °C για 5 με 6 λεπτά, όσο κρατάει ένα τσιγάρο. Τσιγάρο είπαμε όχι πούρο... Αναποδογυρίστε τα σε ένα ωραίο πιάτο και σερβίρετε με μια κουταλιά σορμπέ αμύγδαλο,όχι σιρόπια και λοιπές χυδαιότητες έχουμε και ένα chevalier να υπερασπιστούμε . Maria Gracia Εκεί που ο γρίφος ήταν ένας και λεγόταν Luigi τώρα εμφανιζόταν κι άλλος μια περίεργη συνταγή και μια γυναίκα... |

14°C









/ Διεύθυνση project