Κάποτε πολύ μακριά από εδώ δίπλα στην θάλασσα αυτή που είναι πίσω από το τρίτο βουνό ήταν ένα μεγάλο σπίτι με πράσινη πόρτα και άσπρα παράθυρα μέσα σ' ένα κήπο με ψηλά δέντρα. Σ' αυτό το σπίτι ζούσε μια οικογένεια με ένα κοριτσάκι. Ο πατέρας όλη μέρα ήταν στην δουλειά και η μαμά της φρόντιζε τον κήπο και τον περίμενε. Το κοριτσάκι έτρεχε στην θάλασσα και κοίταζε μακριά. Καθόταν έτσι μέχρι που βράδιαζε και όταν άναβε το πρώτο αστέρι έπαιρνε δυο πέτρες στα χέρια της. Την μία την πετούσε στην θάλασσα και την άλλη την έπαιρνε μαζί της.
Όταν χειμώνιαζε η μαμά της δεν την άφηνε να πάει στην θάλασσα. Την έλεγε να πάει να παίξει στον κήπο με τα ψηλά δέντρα αλλά το κοριτσάκι προτιμούσε να κάθεται κλεισμένη μέσα στο δωμάτιο μόνη της. Δεν της άρεσε ο κήπος με τα ψηλά δέντρα που δεν σε άφηναν να δεις μακριά. Περίμενε μέχρι να νυχτώσει και μόλις άναβε το πρώτο αστέρι άνοιγε το κουτί που φυλούσε τις πέτρες και τις έριχνε στο πάτωμα. Χόρευε πάνω ξυπόλητη μέχρι να κουραστεί.
Και μετά ερχόταν πάλι καλοκαίρι και πάλι χειμώνας και μετά από πολλά καλοκαίρια και πολλούς χειμώνες το κοριτσάκι μεγάλωσε και αποφάσισε να φύγει από το μεγάλο σπίτι που ήταν πίσω από το τρίτο βουνό και να πάει στην πόλη για να ζήσει μόνη της. Ήταν αρχές καλοκαιριού όταν μετακόμισε. Αγόρασε έναν ανεμιστήρα οροφής και ένα χρωματιστό ψυγείο και πήρε από το σπίτι της το κουτί με τις πέτρες. Το πρώτο βράδυ έστρωσε όλες τις πέτρες της κάτω και άρχισε να χορεύει. Το κορμί της κουνιόταν μόνο του. Χόρευε, χόρευε, χόρευε μέχρι που κουράστηκε και έπεσε να κοιμηθεί. Την άλλη μέρα το πρωί όταν ξύπνησε ήθελε πάλι να χορέψει και ξαναχόρεψε και έτσι έκανε κάθε μέρα. Χόρευε, χόρευε παντού, στο σπίτι, στο δρόμο, στις πλατείες παντού. Και εκεί μια μέρα την πήρε κάποιος από το χέρι και χόρεψε μαζί της. Και τότε τα πόδια της μάτωσαν. Αλλά αυτό της άρεσε. Κι έτσι τώρα πια δεν ήθελε να χορεύει μόνη της. Χόρευε πάντα με κάποιον άλλον. Χτυπούσε τα πόδια της πάνω στις πλάκες του δρόμου και κάποιος χτυπιόταν πάνω της και το σώμα της έτρεμε.
Ένα πρωί ήρθε στο σπίτι η μαμά της. Άρχισε να της λέει πόσο πολύ λυπόταν που είχε φύγει, ότι η καρδιά της είχε γδαρθεί και πόσο πολύ έχουν ψηλώσει τα δέντρα και να της δίνει συμβουλές «Ο χορός σε σηκώνει ψηλά αλλά πόσο μπορεί να σε κρατήσει εκεί; Θα κουραστείς, θα ξεκουραστείς και θα ξαναχορέψεις και μετά θα κουραστείς πάλι πιο πολύ από πριν και θα ψάχνεις κάπου να ξεκουραστείς και να ακουμπήσεις σταθερά τα πόδια σου αλλά δεν θα υπάρχει γη για σένα. Κοίτα τις πέτρες τις πήρες από εκεί που ήταν και τις έφερες εδώ. Θα μπορούσε να τις πάρει άλλος ή το κύμα και να χαθούν ενώ τα δέντρα στον κήπο μας έχουν ρίζες βαθιές. Κανείς δεν μπορεί να τα πάρει από εκεί » Tότε το κοριτσάκι που μετά από πολλούς χειμώνες και καλοκαίρια είχε μεγαλώσει έβαλε τα γέλια. Δεν θέλω γη για να ακουμπήσω σταθερά της απάντησε Με τρομάζει η μονιμότητα που μεταφράζεται σε ρίζωμα. Τα δέντρα είναι φτιαγμένα για να ρίζες. Όποιος θέλει ξεκουράζεται στον ίσκιο τους για όσο θέλει και μετά φεύγει και όποιος θέλει χαράζει επάνω τους ό,τι θέλει και μετά φεύγει κι όποιος θέλει τα κόβει και μετά;Και βγήκε πάλι στον δρόμο κι άρχισε να χορεύει.
Εκείνο το βράδυ χόρεψε με Εκείνον που δεν είχε ξαναδεί ποτέ.
Τα πόδια της μάτωσαν περισσότερο από κάθε άλλη φορά και άρεσε πιο πολύ από κάθε άλλη φορά και δεν σταματούσε να χορεύει. Τον πήρε σπίτι της για να χορέψουν μαζί και το πρωί.
Όταν τον κοίταξε το πρωί ονειρεύτηκε σπίτι στην θάλασσα, να ξυπνάει το πρωί και να ευχαριστεί όλους τους Θεούς, κι ας μην πίστευε σε κανέναν, που ξύπνησε πλάι του.
Να σηκώνεται στις μύτες των ποδιών της και να τον περιμένει να χορέψουν δίπλα στο κύμα. Και μετά αγκαλιά στις λευκές φερ φορζε με ματωμένα πόδια.
Όταν εκείνος ξύπνησε τον έδιωξε από το σπίτι.
Του είπε σε μια εβδομάδα θα έρθεις εκεί που θα σου πω.
Έξι μέρες της πήρε για να φτιάξει έναν κόσμο και την έβδομη να τον βάλλει μέσα.
Σπίτι δίπλα στην θάλασσα. Όχι σ΄αυτήν που μεγάλωσε, στην άλλη την μεγάλη θάλασσα που είναι εκεί που τελειώνουν όλες οι μικρές θάλασσες.
Ήρθε και μόλις τον αντίκρισε στη πόρτα του το είπε αμέσως, έφτιαξα το σπίτι μας.
Εκείνος γελούσε δυνατά. Όταν μπήκε μέσα κατάλαβε.
Ήταν αληθινό σπίτι. Όλα άσπρα και το φως να μπαίνει από παντού. Όλα τα παράθυρα ανοιχτά και η αγαπημένη του μουσική να ακούγεται σ' όλο το σπίτι και να χορεύουν ασταμάτητα.
Μια μέρα το κοριτσάκι έπεσε την ώρα την ώρα που χόρευε.
Τον είδε να κουβαλάει σπίτι δέντρα.
Είπε λάθος έκανε, τα πήρε και τα πέταξε.
Τα πήρα για τον κήπο μας της είπε.
Να φυτέψουμε δέντρα, να ανθίζουν να τα βλέπουμε να μεγαλώνουν και να ξεκουραστούμε από τον χορό, να...
Από εκεί και κάτω δεν άκουγε λέξη.
Ίλιγγος που της έφερνε παράλυση. Το κορμί της άκαμπτο. Ένιωθε χώμα στα πόδια της. Κάθε φράση του χώμα πάνω στα πόδια της και δεν μπορούσε να τα κουνήσει.
Μόλις νύχτωσε σηκώθηκε, σήκωσε κι εκείνον και κατέβηκαν στο κύμα. Άρχισαν να χορεύουν. Χόρευαν , χόρευαν, χόρευαν μέχρι που κουράστηκαν αλλά τα πόδια της δεν ματώσαν καθόλου. Γύρισαν σπίτι και ξάπλωσαν.
Σηκώθηκε μόλις άρχισε να χαράζει.
Μάζεψε τις πέτρες της σε ένα κουτί κι άφησε απέξω λίγες και του έγραψε.
αγαπημένε μου.
πιο πολύ από αγαπημένος εσύ
χορός μαζί σου και χαρά στην καρδιά μου
χορός και ματωμένα πόδια όπως την πρώτη στιγμή αλλιώς φοβάμαι
Γύρισε στο σπίτι στην πόλη έριξε κάτω όλες τις πέτρες και άρχισε να χορεύει.
Και τότε είδε τα πόδια της να ματώνουν πάλι κι ας χόρευε μόνη και αυτό της άρεσε πιο πολύ από πολύ.