LIFO
Σαβ, 06 Μάρ 2010 08:15 μμ

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΕΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΓΑΜΟ

 

Μες στην νύχτα με πήρε τηλέφωνο για να μου ζητήσει ένα από τα «θαυματουργά» μου χάπια αυτά που αλλιώς γράφονται, αλλιώς διαβάζονται και αλλιώς είσαι πριν κι αλλιώς αφού τα πάρεις. Κάπως έπρεπε να υποδυθεί ότι αρνείται την πραγματικότητα που φοβόταν. Μέσα σε θεατρικά αληθινούς λυγμούς εφεύρισκε βαρύγδουπες δηλώσεις που θα μπορούσαν να ήταν κυνικές αν δεν ήταν ξένες. Δεν θα παντρευόταν τον άντρα που τόσο αγαπούσε γιατί μια γυναίκα με ελάχιστη αξιοπρέπεια δεν φοράει ταγιεράκια μπλε με λευκό πουκάμισο και διακριτικές κόκκινες λεπτομέρειες σαν σινιέ γαλλική σημαία για να δείξει κομψή, δεν κουβαλάει τον Μποντλαιρ στην παραλία για να αποδείξει ότι είναι μορφωμένη, δεν στριμώχνεται στην παρέα του 17χρονου γιού της για να νιώσει ζωντανή άρα και δεν τραβολογιέται σε εκκλησίες για να πάρει την έγκριση του κόσμου για την σχέση της ακόμη κι αν το κάνει κρυμμένη μέσα σε ισπανική δαντέλα.
Έφτασα στο σπίτι της ντυμένη στα μαύρα, ξυπόλυτη με μια  μεγάλη βαλίτσα μπαούλο άναψα ένα άφιλτρο που άφησα να καίγεται στο τασάκι, έβαλα μια κασέτα της Τασίας Βέρρας και τραγουδούσα δυνατά

«Μια Παρασκευή κι ένα Σαββάτο βράδυ η μάνα με έδιωχνε από το πατρικό μου…»

Κατάλαβες καλό μου της είπα σκασμένη στα γέλια. Πάει πια το σπίτι – μεγαλοαστικό Γκουαντάναμο, είσαι στο δρόμο.
Κι εγώ ξέρω ότι είναι πολύ ωραίο αυτό γιατί εγώ το έσκασα νωρίς και μετά έμαθα να κοροϊδεύω τους ανθρώπους αφήνοντας να πιστέψω ότι μ’ έδιωξαν ή ότι μπορούν να με διώξουν ενώ εγώ απλά φεύγω . Κι όπου πάω μόνη μου πάω.  
Λίγες φορές ζήτησα από κάποιον άλλον να με πάρει μαζί  του κι ευτυχώς ο κόσμος είναι καλός και πάντα έβρίσκα έναν άξιο νταβατζή.

Αλλά κι εσύ σαν τυχερή που είσαι, το έσκασες πρώτα από το πατρικό σου που πάντα σε έπνιγε γιατί ήταν σε ένα δρόμο με βασιλικό όνομα και όταν βγήκες έξω μια χαρά βασίλισσα ένιωσες και σαν έξυπνη κοπέλα έκανες γρήγορα το παιδί σου και φρόντισες να πάρει τα μάτια σου και όχι τα στραβά σου δόντια και από το μυαλό σου μόνο την κόκκινη κι όχι την μπλε πλευρά. Και έτσι έφυγες λίγα χρόνια μετά κι από την σοφίτα στο Παρίσι και από όλα τα σπίτια όταν γινόταν "παπουτσάκια γκέισας".
Και τώρα τι θες να μου πεις ότι φοβάσαι;
Τυχερό πλάσμα, σε ένα σύμπαν γεμάτο από το δήθεν άρα χειρότερο από τίποτε,
σε ένα κόσμο με πόζα χωρίς ρόλο και άντρες που ποτέ δεν θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν άξιοι νταβατζήδες κι ας τους παραχωρούσαν όλη την Τρούμπα, συνάντησες έναν άντρα που τον έδιωξαν από το σπίτι ή μπορεί να έδιωξε αυτός το σπίτι που δεν τον χωρούσε κι αφού γύρισε τον κόσμο και έκανε φασαρία θέλει τώρα ένα σπίτι και πολλούς δρόμους για εσάς και να είναι όλα για εσάς και να καλείτε να τα χαρείτε μόνο όσους μοιράζεστε τον ίδιο μυστικό κώδικα.

Άνοιξα το μπαούλο γεμάτο ισπανικές δαντέλες, VOGUE του 50, με τσακισμένες σελίδες, ένα τετράδιο με συνταγές μαγειρικής, ένα ζευγάρι σκουλαρίκια που είχα αγοράσει μαζί με την κασέτα της Τασίας ένα καλοκαίρι έξω από τα Τρίκαλα, εκείνο το καλοκαίρι που τους έσερνα στα πανηγύρια και ένα σετ μαχαίρια με λαβή από ελεφαντόδοντο. Εδώ καλό μου είναι όλα. Ένθα η αληθινή ζωή. Όλα τα άλλα είναι γι αυτούς που φοβούνται τους φόβους τους άρα δεν τους αλλάζουν ποτέ.

VOGUE του 50 κοίτα άνθρωποι που μόλις έθαψαν τους νεκρούς τους μπήκαν σε μια ζωή έγχρωμη και πάτησαν γκάζι, συνταγές μαγειρικής μικρή, γιατί δεν μπορείς να ισχυρίζεσαι ότι αγαπάς κάποιον όταν δεν τρώει φαγητό μαγειρεμένο από τα χέρια σου μόνο για εκείνον, σκουλαρίκια ψεύτικα που δεν θα φορέσεις ποτέ γιατί δεν στα χαρίζω γιατί με τέτοιους πολυέλεους πώς να σου φιλήσει κάποιος το αυτάκι και τα μαχαίρια αυτά που μοιάζουν τόσο αθώα αλλά είναι σαν εσένα κι εμένα μπορούν να γδάρουν όποιον τολμήσει να γρατσουνίσει τον αγαπημένο μας ή να δώσουν ένα ένδοξο ματωμένο τέλος στον αγαπημένο σου αν μόνο μ’ αυτό τον τρόπο μπορείς να τον γλιτώσεις από τον γκρεμό και να τον κρατήσεις ένθρονο στο βασίλειο της αγάπης σου.  

Δεν μπορεί να είσαι τόσο τρελή ούρλιαξε. Σε πήρα τηλέφωνο γιατί είσαι ο μόνος άνθρωπος που αν κινδύνευες να απολέσεις ή να προδώσεις την αισθητική σου θα έπεφτε από μόνη σου στα λιοντάρια και περίμενα να έρθεις εδώ και να μου σκάσεις ένα χαστούκι που δεν πέταξα ήδη αυτό το γιγαντιαίο ρουμπίνι που μου άφησε μέσα στους αφορισμούς του Κάφκα.

Κουβαλάς δαντέλες και μαχαίρια και για μια ακόμη φορά πρέπει να είσαι ετερόκλητη γιατί κατατάσσεις τους κανονικούς στους…

«Στους εν τω ολίγω αναπαυόμενους» που το θυμήθηκες αυτό την έκοψα. Κανονικοί είναι αυτοί που δεν ερωτεύονται και αν ακόμη ευλογηθούν από τον έρωτα δεν το φωνάζουν, το ψιθυρίζουν απλά και σε λίγο δεν το ακούν ούτε αυτοί ούτε οι αγαπημένοι τους και η ευλογία που δεν τους άξιζε χάνεται. Ο έρωτας, κι όχι η αγάπη τύπου Άρλεκιν που κανείς δεν λερώνεται ούτε ιδρώνει από αγωνία και η κάβλα που κανείς δεν προσδοκεί τίποτε αφού λερώσει τα σεντόνια, δεν είναι για τους κανονικούς είναι για μας. Αυτοί χοντραίνουν σε μια μπερζέρα τρώγοντας ετοιματζίδικα και καμιά φορά αναπολούν κάτι που βαφτίζουν  τον «μεγάλο απόλυτο έρωτα» που χάθηκε τότε στην εποχή των παγετώνων κι αναπαύονται στην κανονική τους ζωή. Αυτοί δεν έχουν έτοιμη μια βαλίτσα από το Illinois για να τρέξουν με τις πρώτες και τις τελευταίες βοήθειες σ’ ένα φίλο που κινδυνεύει μια κρίση «κανονικής» ζωής να σκίσει «το χάρτινο φεγγαράκι».
Μου έσκασε ένα ζουμερό φιλί και μου θύμισε ότι δεν είχα πάει ποτέ στο Illinois, την βαλίτσα κάποτε μου την είχε δανείσει, πριν δυο χρόνια στο Βερολίνο και ποτέ δεν την επέστρεψα.
Δεν σου επέστρεψα την βαλίτσα κακομαθημένο μου είπα γιατί δυο μέρες μετά που έφυγα αγόρασες ένα μπαούλο Goyard και μ’ αυτό θα ταξιδέψεις τις δαντέλες, τις συνταγές μαγειρικής και φυσικά τα μαχαίρια.Θα ξεκινήσεις μια ζωή που θα σε κάνει και να γελάσεις και να κλάψεις.
Γιατί όπως μάθαμε από τα δεκαπέντε μας «Αγαπάμε πάρα πολύ τη ζωή για να θέλουμε να είμαστε μονάχα ευτυχισμένοι!»

Σε λίγες μέρες η αγαπημένη μου φίλη παντρεύεται με ισπανική δαντέλα!

 

 

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 1 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Σαβ, 08 Αύγ 2009 09:01 μμ

Καλοκαίρι ολόκληρο Λ.

 O X. μ’ αγαπάει και ξέρει ότι αγαπάω τις καλοκαιρινές βραδιές στην Αθήνα
με ανεμιστήρα, Τσιτσάνη και
Gardel και κοιτάζοντας αυτό το σπίτι που θέλω να κάνω ένα αισθαντικό κοινόβιο ανοιχτό για όλους όσους πλήγωσαν, αγρίεψαν ή μαλάκωσαν την καρδιά μου άρα με βοήθησαν να φτάσω εδώ που είμαι τώρα.

Δεν μου θύμωσε που τελικά δεν πήγα στην Επίδαυρο και φεύγοντας πέρασε από το σπίτι και μου έφερε κι ένα ολόκληρο μπολ sorbet cassis από κάπου μακριά … Καναδά , Κηφισιά, Ερυθραία ή κάπου εκεί …όλα βόρεια και μακρινά μου φαίνονται.
Για μένα η Αθήνα αρχίζει στο Γκάζι και η Ράτκα αποτελεί το βορειότερο σύνορο κι από εκεί και πέρα αρχίζει η
Neverland.
Το ψυχικό με ψ ή Ψ μου στενεύει το συναισθηματικό
coup de pied και τα πιο ολόκληρα και νοσταλγικά καλοκαίρια τα πέρασα με παγωμένο prosecco παρέα με την Μ. στο Ciao και τον Γ. στο Φίλιον και ήταν πολύ ωραία και θυμώνω που φύγαν και οι δυο τόσο νωρίς και κάτι μέσα μου και στα καλοκαίρια μου δεν είναι πια ολόκληρο.
Φυσικά πέρασα Χριστούγεννα στο
Seefeld και φόρεσα τα κασμίρια μου αρχές καλοκαιριού στο Φεστιβάλ του Avoriaz και ερωτεύτηκα στο Innsbruck σε μια στιγμή που κράτησε εφτά χρόνια μέχρι να πω «φτου ξελευτερία» και τώρα πια μόνο σε μια ορεινή χώρα ανεβαίνω. Φοράω τις πολύχρωμες εσάρπες μου, παίρνω το διαβατήριο μου που μπορεί να είναι και ληγμένο και καταπατώντας τις αρχές της αναρχίας μου ταξιδεύω σ’ αυτή την χώρα των ανατριχιαστικών αλπικών Edelweiss και της Χιτσκοκικής ηρεμίας για χάρη της Λ.
Η Λ. δεν είναι ένα πλάσμα που περιγράφεται εύκολα.
Είναι «ζήτημα φωτός» που διαθλάται ανοικονόμητα σε χίλιες αποχρώσεις.

Είναι ένας συνδυασμός αέρικού και πέτρας του σουφ.
Το πέρασμα της απ’ αυτή την γη είναι ένα σεμά, όλη της η ζωή δεν μοιάζει, είναι
ο εκστατικός χορός των Δερβίσηδων, πέρα από αμετακίνητες κοσμοθεωρίες – φυλακές και εισαγγελικές θρησκευτικές πεποιθήσεις - κελιά χαμογελάει αφήνοντας ελεύθερη την καρδιά και τα δάκρυα και στροβιλίζεται σταθερά, ανεβαίνει και πέφτει και η επόμενη στροφή την βρίσκει ακόμη πιο ψηλά και πάντα έτσι θα είναι.
Έχει έναν μοναδικό τρόπο να απαντά στο τηλέφωνο, στα ερωτήματα που με ζορίζουν γύρω στα μεσάνυχτα με αφορμή τραγούδια και φεγγάρια ποτισμένα τσαλακωμένα και ποτισμένα με ελαφρώς αλκοολούχα δάκρυα, στις απουσίες μου και στη Ζωή που χαρίζεται.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                             Άλλη Άλλη Ζωή δεν ξέρει η Λ. αν υπάρχει, δεν την απασχόλησε ποτέ.
Η Ζωή που ξεχείλισε από μέσα της με έναν Κούρο. Η Ζωή που αναβλύζει με την άκρατη αγάπη της για τον Γ. Η Ζωή της Λ. που κάνει όλους εμάς τόσο τυχερούς γιατί είμαστε κομμάτι της. 
Με ζηλεύω που είναι δικός μου άνθρωπος και δεν αναρωτιέμαι πια αν το αξίζω. Γιατί  τα 
panic attacks που κάποτε ήταν η πιο σταθερή συντροφιά και τώρα με επισκέπτονται όποτε γουστάρουν σαν απλός εχθρουλάκος τα αξίζω;

Χειμωνιάτικη μέρα και μόλις είχα πατήσει στη βρεγμένη γη μετά απέ έξι μήνες.
Κούτσαινε το πόδι αλλά πιο πολύ η καρδιά. Μετρούσα το βάθος της πληγής που άνοιξε μέσα μου μια μεγάλη απώλεια και πάτο να ακουμπήσω και να αράξω εκεί με τα φαντάσματα μου δεν είχε.
Πρώτη φορά την έβλεπα και της τα είπα όλα.
Έκλαψα και ζήτησα συγγνώμη.
«Γιατί ζητάς συγγνώμη που κλαις αν γελούσες από χαρά θα ζητούσες συγγνώμη;»

«H καλοσύνη των ξένων» είναι πολύ φτηνό cliché.
Δεν ήταν αυτό. «Ήταν ζήτημα φωτός»
Και περνούν τα χρόνια και παίρνουν τα παλιά δάκρυα και φέρνουν άλλα καινούρια. Αλλά δεν το βάζουμε κάτω, “ένα γκολ μας βάλανε δεν χάσαμε και το πρωτάθλημα”.
 

Ανοιξιάτικη μέρα συνώνυμο υπόσχεσης και συνένοχη προσδοκιών.
Πλατεία, τραπεζάκια έξω, σε μια πλατεία τρώμε το πιο ζουμερό σουβλάκι.

Δεν μπορώ να το φάω χωρίς τζατζίκι, θυμάμαι κατά λέξη όλη την ταινία του Ν.
κι η Λ. γελάει. Ακόμη δεν μου τον γνώρισε.
Κοιτάζουμε μπροστά και μετά πίσω και μετά μπροστά…Γράφουμε σε μικρά χαρτάκια με παιδικά μολύβια.
Έρχεται άλλος καιρός, καλός καιρός αν του φερθούμε καλά, και έτσι θα αρχίσουμε να φερόμαστε και σε εμάς καλά και τότε το κουτί των υποσχεσεων της Άνοιξης θα ανοίξει.

Καλοκαιρινή μέρα και μόλις είχα σηκωθεί από το κρεβάτι.

Όλοι μαζί στο νησί.

Με μια κούπα καφέ και το πρώτο τσιγάρο αφήνομαι να ταξιδέψω στο φως.
Πρωινό φως και το ρουφάω με λαχτάρα. Γεμίζει την καρδιά, χύνεται λίγο και στο βάθος της πληγής.

Μ’ αρέσει το φως, μ’ αρέσει που δεν ξεχνάω την πληγή αλλά και δεν την ξύνω πια, έμαθα πως έτσι κι αλλιώς κάποιες φορές θα ματώνει...άσε το αίμα να τρέξει, άστο και να ξεραθεί και μετά ξέπλυνε το με ένα μακροβούτι όταν θα ξαναβγείς στον αφρό θα δεις ότι η ζωή είναι ζήτημα φωτός.

Καλοκαίρι ολόκληρο Λ.

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 8 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Κυρ, 05 Ιούλ 2009 09:54 μμ

For ever on Sunday!

For ever on Sunday! Άδεια η Αθήνα.

Εμείς είμαστε εδώ και απολαμβάνουμε τους άδειους δρόμο με λίγο πήγαινε-έλα μόνο στην παλιά θάλασσα για να ξαναπαίξουμε με σπασμένα παλιά κουβαδάκια που κουβαλάμε λυτρωτικά και κρύβουμε από αδιάκριτες αλήθειες και αρπαχτικά χρόνια.

10 το πρωί και μόλις είχα βγει από το μπάνιο ήρθε ο Γ. με ένα τεράστιο καρπούζι που είχε αγοράσει τα ξημερώματα κάπου στην Αχαρνών.
Μόλις τον είδα έβαλα τα κλάματα. Πήρα αγκαλιά το καρπούζι χώθηκα στην αγκαλιά του Γ. και με δάκρυα, μύξες και νερά που έσταζαν από τα μαλλιά μου του φώναξα
Yes, I do! Με νοιάζεσαι; Ξέρεις ποιος μου το έχει πει αυτό;”

Miss Pepsi ρίξε ένα πρόχειρο Channel επάνω σου και πάμε στο μπαλκόνι που δεν βλέπει θάλασσα μου είπε με αυτή την φωνή που τόσα χρόνια μας ξεσηκώνει όλους τα απογεύματα.

Καθισμένοι στις λευκές πολυθρόνες με τα μαροκινά μαξιλάρια με το μισό καρπούζι στην πράσινη πιατέλα από την Τήνο άρχισα να κάνω δηλώσεις.

Αποφάσισα να φύγω για πάντα από την Αθήνα.

Βρήκα χίλιους λόγους να μαζέψω όλη μου την ζωή σε μια παλιά βαλίτσα που είχα αγοράσει κάποτε στο Illinois και να φύγω.

Μου έχωσε στο στόμα ένα μεγάλο κομμάτι καρπούζι και κοιτώντας την θάλασσα που δεν φαινόταν  παρατήρησε ατάραχος ότι δεν είχα πάει ποτέ στο Illinois, την βαλίτσα του την είχα δανειστεί πριν δυο χρόνια στο Βερολίνο και ποτέ δεν την επέστρεψα και από την Αθήνα δεν έφυγα ούτε το 1999 με τον σεισμό όταν το παλιό μου σπίτι είχε γίνει πετραδάκι-πετραδάκι.

Δεν σου επέστρεψα την βαλίτσα κακομαθημένο μου νιαούρισα γιατί δυο μέρες μετά που έφυγα αγόρασες ένα μπαούλο Goyard και το 1999 δυο μέρες πριν το σεισμό είχα παραιτηθεί ο Σ. είχε εξαφανιστεί και με όλα μου τα λεφτά είχα αγοράσει τον πολυέλαιο, το μόνο πράγμα που δεν έσπασε και αν θυμάσαι έμενα σπίτι σου και με τάιζες δυο μήνες. Που να πήγαινα;

Ο Γ ξέσπασε σε γέλια κι εγώ βρήκα ένα λόγο για να μείνω.

Έβαλα τέρμα την κασέτα, ναι κασέτα, Θ’ αλλάξω ιστορία και κεφάλαιο θα φύγω από εσένα κι απ’ το Αιγάλεω και κοίταξα την θάλασσα που δεν φαινόταν και μετά κλείσαμε τα μάτια μας σφιχτά και η θάλασσα φαινόταν…

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 4 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Παρ, 01 Μάι 2009 01:34 μμ

ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΦΤΕΡΑ ΡΟΖ!

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
 

Καινούρια φτερά και αυτή την φορά ροζ. Ο Σταμ. Πάνω στην σκηνή, Ζαζά πάνω σε σκοινί θυμωμένου πόνου.

Ήρθε ο Γιάννης και με πήρε με το ζόρι. Που να τρέχω τώρα φώναζα εγώ πενθώ. . .

Μια ώρα μετά με μάτια που έλαμπαν από χαρά, πόνο, αναπάντητα γιατί, παρακάλια, χωρισμούς χωρίς  αποχαιρετισμούς δηλαδή μια ζωή αληθινή κι απαζάρευτη τραγουδούσα δυνατά

«Για σκέψου πως κάποιος σ' αγάπησε τόσο πολύ, όσο όλοι οι άλλοι μαζί κι ακόμη πιο πολύ» .

Κάποιος το έχει σκεφτεί αυτό και για μας είπε ο Γιάννης που πάλι ήταν χωρίς χαρτομάντιλα και έτσι έκανε την γνωριμία του με έναν κούκλο που καθόταν πίσω μας.

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 1 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Παρ, 01 Μάι 2009 01:33 μμ

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ...

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
 

Μια γυναίκα σε μια μπανιέρα. Έχει πιει για να ξεχάσει, Cliché, για αυτό και δεν τα κατάφερε.

Όταν κοιτάχτηκα στον καθρέφτη τρόμαξα. Γι αυτό την κράτησα αυτή την φωτογραφία μπας και καταλάβω κάποτε ότι το μεγαλύτερο κακό μπορούμε να μας το κάνουμε μόνο εμείς.

Maquillage βαρύ, rimmel να μουτζουρώσει τα μάτια όταν θολώσει το βλέμμα να κλείνει ανθρώπους κι ορίζοντες απ' έξω και κραγιόν κόκκινο σαν φρέσκο αίμα.

Δεν τους θέλω τους ανθρώπους έναν ήθελα κι αυτός δεν υπάρχει και ποιος ορίζοντας αντέχεται χωρίς την προσμονή του.

Δεν θα έρθει ποτέ ξανά να με φιλήσει, ούτε για λίγο δεν θα έρθει ούτε πολύ θα με φιλήσει.

Πείτε με αναξιοπρεπή και έρμαιο των παθών μου αλλά αφήστε με ήσυχη να ματώσω τα πόδια μου με τον μόνο τρόπο που αντέχω ξυπόλητη, χωρίς παπούτσια γκέισας.

Η απόσταση ανάμεσα στην ζωή και στα πατώματα δεν είναι μεγάλη.

Ένας άντρας δρόμος είναι.

Μετά δυνάμωσα την μουσική «για μένα όσο υπάρχει ένα μπουκάλι θα θάβω αυτά που στο κεφάλι μείναν απ' το παρελθόν». Να τελειώνουμε με το παρελθόν.

Μετά σηκώθηκα και πλύθηκα. Τέρμα οι μουτζούρες. Δεν μ' αρέσουν οι μουτζούρες.

Μ' αρέσουν τα κινηματογραφικά πρόσωπα, μάτια που βουρκώνουν τόσο όσο να γυαλίσουν και να καθρεφτιστεί μέσα τους το όνειρο που έσπασε, κόκκινα χείλια που δεν ξεθωριάζουν, δεν μουτζουρώνονται αφήνουν σημάδια μόνο όταν θες, όπου θες. Έχουμε και μια ματαιοδοξία να σκεφτούμε.

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 0 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Παρ, 01 Μάι 2009 01:26 μμ

Άδεια παραλία.

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Άδεια παραλία. Εκείνος που τον αγάπησε πολύ έφυγε. Εκείνη που τον αγάπησε πολύ έφυγε 

Δεν ξέρω γιατί γύρισα πίσω. Τι να κοιτάξω; Τι είχε μείνει;
Το κάθε κύμα είναι μοναδικό. Αν προλάβεις να το δεις, αλλιώς το χάνεις.
Κάτι φέρνει, κάποιος παίρνει...
Όλα για μια φορά.
Μετά τέλος
Μετά άλλα...
Κι ας θέλεις άλλα
Φυσάει από μακριά
Ακούω
Της εξοχής τα πρωινά θα τα βρούμε ξανά...έλεγε το τραγούδι
Της εξοχής τα πρωινά θα τα βρούμε μαζί... έλεγες εσύ
Τώρα δεν έμεινες κανείς μας
Μια παραλία ερημική...φεύγω.

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 0 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Παρ, 01 Μάι 2009 01:24 μμ

Άνοιξη 2009 μεσημέρι

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Άνοιξη 2009 μεσημέρι σε μια ταβέρνα δίπλα στην θάλασσα, στο νησί του. Εκείνος που τον αγάπησε πολύ κι εκείνη που τον αγάπησε πολύ.  
Θυμάσαι τον παππού που μας τράβηξε την φωτογραφία;
Δεν ξανάδα γυναίκα να κοιτάζει άντρα έτσι είπε.
Γέλασες.
Γέλασες;
Θυμήθηκα...Όταν σε προτοκοίταξα ονειρεύτηκα σπίτι στην θάλασσα, να ξυπνάω το πρωί και να ευχαριστώ όλους τους Θεούς, κι ας μην πιστεύω σε κανέναν, που ξύπνησα πλάι σου.
Να σε κοιτάω και εσύ να κοιτάς την θάλασσα...
Το ένα σου χέρι απάνω μου και τ' άλλο να αρπάζει την ανάσα της...
Ήξερα ότι κάποτε θα φύγεις...
Ζήτησα να δυναμώσει η μουσική
«Δε με νοιάζει τίπoτα,όλα τα 'χω ζήσει
Και ποτά κι ηδύποτα,Στερεά και νήσοι»   
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 0 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Παρ, 01 Μάι 2009 01:23 μμ

Πρώτη άνοιξη 2009

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
 

Πρώτη άνοιξη 2009. Μια σκάλα που φοβόμουν μην πέσεις, που φοβόμουν να ανέβω.

Στο είχα πει. Δεν ήταν ψέματα. Για να φτάσω εδώ έλιωσα παπούτσια σιδερένια και ξημερώθηκα   σε κόσμους χωρίς εσένα.

Κι αυτή η σκάλα δεν μ' έφερνε κοντά σου η δική μου επιθυμία η ολισθηρή, η μανιώδης και   καταλυτική αυτή μ' έφερε εδώ, αλλά κοντά σου δεν μ' έφερε ποτέ.

Τα ανέβηκα ξυπόλυτη κι από μακριά από το φαράγγι φυσούσε ένας αέρας καυτός σαν τραγούδι.

Η πρώτη δύσκολη στιγμή ήταν για μένα αφορμή να μάθω πόσα μας χωρίζουν σκαλοπάτια.

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 0 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Παρ, 01 Μάι 2009 01:22 μμ

XEIΜΩΝΑΣ

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
 

Χειμώνας 2009. Σπίτι μεγάλο, baroque πολυέλαιοι, κεριά και μεγάλος καθρέφτης στο παρελθόν.

 

Δεν θυμάμαι γιατί την τράβηξα αυτή την φωτογραφία. Νομίζω για να μου αποδείξω ότι έχω σπίτι, για να στεγνώσω το σεφαραδίτικο αίμα μου, αυτό που με κάνει να νιώθω πάντα ξεριζωμένη, διωγμένη. "Πατρίδα είναι ο τόπος αυτού που αγαπάς". Αλλιώς όλο το χρυσάφι της Νεμπλούς και το ασήμι της Χεβρώνας δεν φτάνουν για να σε κρατήσουν κάπου.

Και τότε ήρθε και ένας αέρας φύσηξε και όλα άρχισαν να κουνιούνται. Το σώμα μου δεν κρατιόνταν. Κεριά παντού και να λιώνω μαζί τους. Κι ο χειμώνας πέρασε και ήρθε η άνοιξη.

                                                     

 

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 0 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Παρ, 06 Μάρ 2009 09:59 πμ

Χορός μαζί σου και χαρά στην καρδιά μου

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
 

Κάποτε πολύ μακριά από εδώ δίπλα στην θάλασσα αυτή που είναι πίσω από το τρίτο βουνό ήταν ένα μεγάλο σπίτι με πράσινη πόρτα και άσπρα παράθυρα μέσα σ' ένα κήπο με ψηλά δέντρα. Σ' αυτό το σπίτι ζούσε μια οικογένεια με ένα κοριτσάκι. Ο πατέρας όλη μέρα ήταν στην δουλειά και η μαμά της φρόντιζε τον κήπο και τον περίμενε. Το κοριτσάκι έτρεχε στην θάλασσα και κοίταζε μακριά. Καθόταν έτσι μέχρι που βράδιαζε και όταν άναβε το πρώτο αστέρι έπαιρνε δυο πέτρες στα χέρια της. Την μία την πετούσε στην θάλασσα και την άλλη την έπαιρνε μαζί της.

Όταν χειμώνιαζε η μαμά της δεν την άφηνε να πάει στην θάλασσα. Την έλεγε να πάει να παίξει στον κήπο με τα ψηλά δέντρα αλλά το κοριτσάκι προτιμούσε να κάθεται κλεισμένη μέσα στο δωμάτιο μόνη της. Δεν της άρεσε ο κήπος με τα ψηλά δέντρα που δεν σε άφηναν να δεις μακριά. Περίμενε μέχρι να νυχτώσει και μόλις άναβε το πρώτο αστέρι άνοιγε το κουτί που φυλούσε τις πέτρες και τις έριχνε στο πάτωμα. Χόρευε πάνω ξυπόλητη μέχρι να κουραστεί.

Και μετά ερχόταν πάλι καλοκαίρι και πάλι χειμώνας και μετά από πολλά καλοκαίρια και πολλούς χειμώνες το κοριτσάκι μεγάλωσε και αποφάσισε να φύγει από το μεγάλο σπίτι που ήταν πίσω από το τρίτο βουνό και να πάει στην πόλη για να ζήσει μόνη της. Ήταν αρχές καλοκαιριού όταν μετακόμισε. Αγόρασε έναν ανεμιστήρα οροφής και ένα χρωματιστό ψυγείο και πήρε από το σπίτι της το κουτί με τις πέτρες. Το πρώτο βράδυ έστρωσε όλες τις πέτρες της κάτω και άρχισε να χορεύει. Το κορμί της κουνιόταν μόνο του. Χόρευε, χόρευε, χόρευε μέχρι που κουράστηκε και έπεσε να κοιμηθεί. Την άλλη μέρα το πρωί όταν ξύπνησε ήθελε πάλι να χορέψει και ξαναχόρεψε και έτσι έκανε κάθε μέρα. Χόρευε, χόρευε παντού, στο σπίτι, στο δρόμο, στις πλατείες παντού. Και εκεί μια μέρα την πήρε κάποιος από το χέρι και χόρεψε μαζί της. Και τότε τα πόδια της μάτωσαν. Αλλά αυτό της άρεσε. Κι έτσι τώρα πια δεν ήθελε να χορεύει μόνη της. Χόρευε πάντα με κάποιον άλλον. Χτυπούσε τα πόδια της πάνω στις πλάκες του δρόμου και κάποιος χτυπιόταν πάνω της και το σώμα της έτρεμε.

Ένα πρωί ήρθε στο σπίτι η μαμά της. Άρχισε να της λέει πόσο πολύ λυπόταν που είχε φύγει, ότι η καρδιά της είχε γδαρθεί και πόσο πολύ έχουν ψηλώσει τα δέντρα και να της δίνει συμβουλές «Ο χορός σε σηκώνει ψηλά αλλά πόσο μπορεί να σε κρατήσει εκεί; Θα κουραστείς, θα ξεκουραστείς και θα ξαναχορέψεις και μετά θα κουραστείς πάλι πιο πολύ από πριν και θα ψάχνεις κάπου να ξεκουραστείς και να ακουμπήσεις σταθερά τα πόδια σου αλλά δεν θα υπάρχει γη για σένα. Κοίτα τις πέτρες τις πήρες από εκεί που ήταν και τις έφερες εδώ. Θα μπορούσε να τις πάρει άλλος ή το κύμα και να χαθούν ενώ τα δέντρα στον κήπο μας έχουν ρίζες βαθιές. Κανείς δεν μπορεί να τα πάρει από εκεί »  Tότε το κοριτσάκι που μετά από πολλούς χειμώνες και καλοκαίρια είχε μεγαλώσει έβαλε τα γέλια. Δεν θέλω γη για να ακουμπήσω σταθερά της απάντησε Με τρομάζει η μονιμότητα που μεταφράζεται σε ρίζωμα. Τα δέντρα είναι φτιαγμένα για να ρίζες. Όποιος θέλει ξεκουράζεται στον ίσκιο τους για όσο θέλει και μετά φεύγει και όποιος θέλει χαράζει επάνω τους ό,τι θέλει και μετά φεύγει κι όποιος θέλει τα κόβει και μετά;Και βγήκε πάλι στον δρόμο κι άρχισε να χορεύει.

       Εκείνο το βράδυ χόρεψε με Εκείνον που δεν είχε ξαναδεί ποτέ.

Τα πόδια της μάτωσαν περισσότερο από κάθε άλλη φορά και άρεσε πιο πολύ από κάθε άλλη φορά και δεν σταματούσε να χορεύει. Τον πήρε σπίτι της για να χορέψουν μαζί και το πρωί.

Όταν τον κοίταξε το πρωί ονειρεύτηκε σπίτι στην θάλασσα, να ξυπνάει το πρωί και να ευχαριστεί όλους τους Θεούς, κι ας μην πίστευε σε κανέναν, που ξύπνησε πλάι του.

Να σηκώνεται στις μύτες των ποδιών της και να τον περιμένει να χορέψουν δίπλα στο κύμα. Και μετά αγκαλιά στις λευκές φερ φορζε με ματωμένα πόδια.

Όταν εκείνος ξύπνησε τον έδιωξε από το σπίτι.

Του είπε σε μια εβδομάδα θα έρθεις εκεί που θα σου πω.

Έξι μέρες της πήρε για να φτιάξει έναν κόσμο και την έβδομη να τον βάλλει μέσα.

Σπίτι δίπλα στην θάλασσα. Όχι σ΄αυτήν που μεγάλωσε, στην άλλη την μεγάλη θάλασσα που είναι εκεί που τελειώνουν όλες οι μικρές θάλασσες.

Ήρθε και μόλις τον αντίκρισε στη πόρτα του το είπε αμέσως, έφτιαξα το σπίτι μας.

Εκείνος γελούσε δυνατά. Όταν μπήκε μέσα κατάλαβε.

Ήταν αληθινό σπίτι. Όλα άσπρα και το φως να μπαίνει από παντού. Όλα τα παράθυρα ανοιχτά και η αγαπημένη του μουσική να ακούγεται σ' όλο το σπίτι και να χορεύουν ασταμάτητα.

Μια μέρα το κοριτσάκι έπεσε την ώρα την ώρα που χόρευε.

Τον είδε να κουβαλάει σπίτι δέντρα.

Είπε λάθος έκανε, τα πήρε και τα πέταξε.

Τα πήρα για τον κήπο μας της είπε.

Να φυτέψουμε δέντρα, να ανθίζουν να τα βλέπουμε να μεγαλώνουν και να ξεκουραστούμε από τον χορό, να...

Από εκεί και κάτω δεν άκουγε λέξη.

Ίλιγγος που της έφερνε παράλυση. Το κορμί της άκαμπτο. Ένιωθε χώμα στα πόδια της. Κάθε φράση του χώμα πάνω στα πόδια της και δεν μπορούσε να τα κουνήσει.

Μόλις νύχτωσε σηκώθηκε, σήκωσε κι εκείνον και κατέβηκαν στο κύμα. Άρχισαν να χορεύουν. Χόρευαν , χόρευαν, χόρευαν μέχρι που κουράστηκαν αλλά τα πόδια της δεν ματώσαν καθόλου. Γύρισαν σπίτι και ξάπλωσαν.

Σηκώθηκε μόλις άρχισε να χαράζει.

Μάζεψε τις πέτρες της σε ένα κουτί κι άφησε απέξω λίγες και του έγραψε.

αγαπημένε μου.

πιο πολύ από αγαπημένος εσύ

χορός μαζί σου και χαρά στην καρδιά μου

χορός και ματωμένα πόδια όπως την πρώτη στιγμή αλλιώς φοβάμαι

 

 

Γύρισε στο σπίτι στην πόλη έριξε κάτω όλες τις πέτρες και άρχισε να χορεύει.

Και τότε είδε τα πόδια της να ματώνουν πάλι κι ας χόρευε μόνη και αυτό της άρεσε πιο πολύ από πολύ.

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 5 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Avatar
GREAT EXPECTATIONS
Να ονειρεύομαι και να ταξιδεύω χωρις αποσκευές με το μωρό μου και ένα χαμόγελο. Απογεύματα στης Νινέτας στην Ερμούπολη Κυριακάτικα πρωινά με την Λίτσα στο Αιολίς prosecco στο Gilli Cava στην αγορά της Barcelona με την σκιά του Gaudi πάντα πάνω μου tango στην μέση της Avenida Florida και ένα άγγιγμα σου κάτω από το τραπέζι... Κι όταν γυρίζω πίσω τραπεζάκι έξω, chardonay παγωμένο ,και απέναντι φωτισμένη η Ακρόπολη και φίλοι όλοι οι φίλοι και ο Σταμ να μου φωνάζει ΈΛΕΓΕ Η ΚΑΡΔΙΑ ΑΝ ΒΡΕΙΣ ΑΓΆΠΗ ΧΤΥΠΑ Πως το ΄λεγες Στάθη τότε θυμάσαι: Δεν είναι όλα τα δάχτυλα του χεριού ίδια. Καλώς ή κακώς μαζευτήκαμε εδώ.Πιείτε το κρασί που βάζει στο ποτήρι ένας φίλος, δεχτείτε το φιλί του που δεν είναι αυτονόητο,δεχτείτε την ζωή σας που είναι συναρπαστική και ανόμοια με κάθε άλλη ζωή-κι αυτό είναι κάτι που κατάβάθος το διαλέξατε. Όπως γράφει κι ο Γιάννης μερικές φορές η λύση είναι χειρότερη από το πρόβλημα, ας μείνουμε μαζί. Stay with me Το ουσιώδες είναι ότι είμαστε μαζί, είμαστε καλά,κι ο ένας αγαπά τον άλλον έτσι όπως είναι. Δεν θα είναι πάντα έτσι ,δυστυχώς.Μια μέρα,ο ένας θα λείπει φριχτά από τον άλλον... Ακόμα και να μην είχες γράψει ποτέ τίποτε άλλο θα μπορούσε αυτό να είναι το όλον, σαν άγγιγμα κάτω από το τραπέζι σε μια βαθειά πληγη που συντηρώ χρόνια.
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣE ΑΥΤΟ ΤΟ BLOG
Copyright© 2009 ΔΥΟΔΕΚΑ Α.Ε.       Ανάπτυξη εφαρμογής verve VERVE Internet & Open Source Solutions  / Διεύθυνση project FairyNetwork