Κι έρχονται λιακάδες, και μετά βροχές δυνατές στο νησί... Και το μπλουζάκι αρχίζει τα βράδια να μην είναι αρκετό - η υγρή ψύχρα του νησιού στις βραδινές περαντζάδες.
Στο σχολείο, λιακάδα. Καμμία μέρα ίδια. Κανένα παιδί ίδιο. Καμμία ώρα ίδια. Μάχη, κάθε στιγμή. Χαρά. Μεγάλη Χαρά. Και ορμή, πείσμα -σού το πετάνε τα παιδιά κι εσύ να φορτίζεσαι σαν μπαταρία - σαν τα αεικίνητα αρκουδάκια της διαφήμισης.
Χορτάριασε και το ιστολόγιο. Νιώθω πως δεν έχω πια να πω πράγματα. Νιώθω πως δεν προσθέτει τίποτα σε όσα βλέπουμε και ακούμε άλλη μια ματιά από τη δικιά μου οπτική γωνία. Δεν αισθάνομαι κάτι καινούριο να βγαίνει από τις λέξεις μου. Οπότε, καλύτερα να τις φυτέψω κάπου βαθιά, μήπως και ξαναφυτρώσουνε. Γιατί αυτούς τους μήνες πρέπει να γράψω χιλιάδες λέξεις. Ο χρόνος μετράει ανάποδα, πια.
Και μέσα στις λιακάδες και τις βροχές, ακούς και την πιο σκληρή κουβέντα. «Δεν υπάρχεις». Όχι με την έννοια που της έχουμε προσδώσει σήμερα, είμαι σίγουρος. «Δεν υπάρχεις». Δεν είσαι εκεί. Δεν είσαι πουθενά. Δεν είσαι γενικώς.
Και να ξέρεις ότι έχει δίκιο η αγαπημένη φωνή που σού το φώναξε. Μόνο πιξελάκια είναι τελικά ο θείος pil (εσχάτως, ούτε κι από αυτά). Ο κύριος από πίσω, δεν υπάρχει. Δεν.
Ναι, η ζωή σου δεν μπορεί ν' αλλάξει εντελώς όταν αλλάζεις δουλειά. Μπορεί, όμως, ν' αλλάξει πολύ. Όσο το καινούριο είναι ακόμη καινούριο, έχεις τον πρώτο ενθουσιασμό, αυτόν που είχες ξεχάσει μετά από εννιάμισι χρόνια.
Δέκα μόλις χιλιόμετρα μακριά απ' την παλιά δουλειά, κι όμως νιώθω πως βρίσκομαι σ' έναν καινούριο κόσμο. Από τη γραφειοκρατία, το χαρτοβασίλειο, τα τηλεφωνήματα, την ένταση, ξαφνικά, αλλού. Απολύτως αλλού. Απέναντι, αντί για την οθόνη ενός υπολογιστή ή έναν περισσότερο ή λιγότερο υπομονετικό επισκέπτη, δεκάδες ζευγάρια μάτια. Παιδικά. Που σε σκανάρουν και σε αξιολογούν κάθε στιγμή. Που δεν μπορείς να τα κάνεις για λίγο minimize στην επιφάνεια εργασίας για να χώσεις το κεφάλι σου ανάμεσα στα χέρια σου με απόγνωση, όπως στο γραφείο. Που δεν έχεις ούτε ένα δεύτερο για να σκεφτείς πώς θα τους απαντήσεις, πώς θα αντιδράσεις.
Στο σχολείο, στην τάξη, δεν υπάρχει τέτοιο περιθώριο. Είσαι από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή σε ενέργεια. Μια απίστευτη ενέργεια, που εκείνα τα βλέμματα από κάτω, εκείνες οι φωνές και οι φάτσες που σε κοιτούν, προσδοκούν κι αμφισβητούν, με κάποιο περίεργο τρόπο την ανατροφοδοτούν. Σε βάζουν στην πρίζα. Να δώσεις κι άλλο. Πιο πολύ. Δεν μπορούσα ποτέ στη ζωή μου να φανταστώ, όσο κι αν μού το έλεγαν, ότι έχει τόση δύναμη αυτή η επικοινωνία. Δεν είχα μπει ποτέ σε τάξη, κι έτρεμα τη στιγμή.
Σήμερα ήμουν όρθιος στην αίθουσα και μιλούσα τέσσερις ώρες. Πρώτη φορά, φέτος, και αυτή θα είναι στην καλύτερη περίπτωση η καθημερινότητά μου από δω και πέρα. Όχι, ακόμα δεν έχω βραχνιάσει. Ξαναθυμήθηκα να δουλεύω το διάφραγμα. Ούτε φωνάζω όταν μιλάνε μέσα στην τάξη. Προσπαθώ να τρέξω να τους φτάσω. Να τους κερδίσω.
Είναι υπέροχο κάθε ώρα, κάθε μέρα να ξεκινάς από το μηδέν για να κατακτήσεις κάτι, έστω μικρό, μέσα σε σαράντα λεπτά. Ιδίως όταν στο τέλος νιώθεις πως κάτι άστραψε εκεί μέσα, σ' ένα μικρό σχολείο της επαρχίας, που, όπως σε κάθε σχολείο, καμιά μέρα, καμιά ώρα, καμιά στιγμή δεν είναι ίδια με την άλλη.
Όπως σήμερα, που ένας μικρούλης, τελείως αδιάφορος (μέχρι υπνηλίας) στην παράδοση του μαθήματος για την Αρχαία Αίγυπτο, μού πέταξε στο επόμενο μάθημα ότι «κύριε, οι πυραμίδες φαίνονται καθαρά και από το Google Earth. Τις είδα!».
Έχει κι άλλα, βέβαια - έχει λίγο πιο πρωινό ξύπνημα, έχει και πολύ διάβασμα για προετοιμασία - συνειδητοποιώ ότι χαίρονται απίστευτα όταν τους δίνω links στο Ίντερνετ, όταν χρησιμοποιώ παραδείγματα από τον κόσμο τους για να περιγράψω άλλους κόσμους. Έχει αλλάξει το σχολείο. Δεν είναι οι δάσκαλοι πια στα μάτια τους αυθεντίες. Είναι διαμεσολαβητές. Κι έτσι πρέπει, μου φαίνεται, να φερόμαστε. Σαν εκδότες εισιτηρίων προς το όνειρο. Σαν τροχιοδεικτικά. Δες - εκεί κάτω υπάρχει ένας γενναίος νέος κόσμος - εγώ σου δείχνω το δρόμο και, αν θες, όρμα του.
Δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει αυτή η ενέργεια μέσα στην τάξη. Οι άλλοι συνάδελφοι μού λένε ότι παρά τα πάνδεινα που τραβούν, κρατά για πάντα.
Πίστευα ότι δεν θα μπορούσα ν' αντέξω τον αποχωρισμό από την άλλη δουλειά, που ήταν ολόκληρη η ζωή μου, κυριολεκτικά. Ξέρω ακόμα πόσο την αγαπώ, κι ότι θα μπορούσα να έμενα εκεί μέχρι την τελευταία μου αναπνοή. Είμαι σίγουρος ότι κάτι από μένα πέθανε πάνω στο χαρτί της παραίτησής μου. Πως ένα κομμάτι μου κόπηκε. Μα φαίνεται πως μπορώ να ζήσω χωρίς αυτό. Πως αυτό το καινούριο με τη φόρα του απάλυνε, έσβησε τον πόνο. Άρα, αυτό το κομμάτι που έχασα δεν ήταν η καρδιά μου. Ή, κι αν ήταν, φόρεσα μια καινούρια. Με γεια.