Είναι προφανές ότι δεν έχω διάθεση να γράψω τελευταία. Θα το ρίξω, με την άδειά σας, πάλι στις ελαφρότητες.
Καθώς χαζεύω το τελευταίο μεγάλο γιουροντίσκο σουξέ με τον τίτλο σαμποτάζ "Evacuate the dancefloor"των (γερμανών) Cascada, που ξεπέρασε ήδη τις 1.000.000 θεάσεις στο Youtube και πέρασε και από την κορυφή των τσαρτ της Βρετανίας, συλλογίζομαι πόσο μάταια προσπαθεί η Ευρώπη να αντιγράψει την λαίλαπα που ακούει στο όνομα Lady Gaga. Η τελευταία είναι λιγότερο μια ποπ-σταρ και περισσότερο ένα πρότζεκτ, ένας ρόλος - πολύ μακριά από τα ποπ είδωλα που θυμόμαστε εμείς οι τριανταρισμένοι. Η κοπελιά που τραγουδάει στους Cascada προσπαθεί να είναι μια ευρωπαία εκδοχή αυτού του πράγματος, όπως λέμε μια φέτα Βουλγαρίας. Παραπάνω ζουμπουρλού από τη λαίδη, λιγότερο ουφοειδής στο ντύσιμο και περισσότερο ξανθιά φουρνάρισσα στην όψη... Νομίζω όμως ότι το αποτέλεσμα είναι ψιλοευχάριστο για ένα βραδάκι σε παραθαλάσσιο κλαμπάκι - σαν ένα σακούλι δρακουλίνια που το καταβρόχθισες και μετανιώνεις την ώρα και τη στιγμή.
Μ' αυτά και μ' αυτά μου έρχονται στο νου άλλα σαχλά ασμάτια του καλοκαιριού. Χιλιάδες. Με πρώτο πρώτο το ανεκδιήγητα τσαχπινογαργαλιάρικο "Asereje - The Ketschup song" των Las Ketschup που στοίχειωσε προ ολίγων ετών κάποιο καλοκαίρι μας - τα κορίτσια δεν ξανακούστηκαν παρά χρόνια μετά, στη Γιουροβίζιον της Αθήνας, όπου εκπροσωπώντας την Ισπανία με το "Un blody mary" πήγαν άπατες και γκρίνιαξαν και από πάνω. Το "Asereje" (πέρα από τα σχετικά κουνήματα που εν αντιθέσει με τη Μακαρένα δεν τα θυμάμαι πια) είχε μια άσπιλη λοβοτομημένη χαρά μέσα του - τη χαρά του χρυσόψαρου, που δεν την κερδίζει η αιωνιότητα, αλλά, λόγω έλλειψης μνήμης, η λήθη.
Κι έπειτα, το ανυπέρβλητα κιτς "La plage de Saint-Tropez" των Army of Lovers, μια εποποιία υστερικής τσιρίδας - μια γροθιά στο κατεστημένο χρόνια πριν το τρας γίνει κατεστημένο. Λατρεύω αυτό το τραγούδι γιατί ακούγοντάς το νομίζεις ότι είσαι πάνω στη μεγάλη μπαλαρίνα του λουνα-παρκ και στριφογυρίζεις (αν και ξέρεις ότι κατεβαίνοντας δεν θα γλιτώσεις από τη γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση)...
Αχ, αυτά τα σαχλά τραγούδια του καλοκαιριού, όσα χρόνια κι αν περάσουν, συγκινούν εμάς τους σαχλούς ακροατές που τα μαζεύουμε σε μια γωνιά της καρδιάς μας σαν τσαλαπατημένες σερπαντίνες, φθαρμένες και βρώμικες - από τα χορευτικά βήματα μιας παλιάς καλοκαιρινής χαράς, που ακόμα και σαν ανάμνηση τρεμοσβήνει μέσα μας...
Ωραίο θα'τανε να θυμηθείτε κι εσείς κι άλλα τέτοια σαχλά τραγούδια...Έτσι, να ζωντανέψει λιγάκι η Lifoland...
Η μαγεία της στιγμής περνά από δίπλα μας. Είναι τόσο προσωπική που μπορεί κανείς άλλος να μην την αντληφθεί μέσα στο πλήθος. Κι ίσως αυτή να είναι η αξία ενός μπλογκ: ότι μπορεί να αποτυπώσει τις μαγικές στιγμές του καθενός μας - αυτές που κι οι ίδιοι αύριο ίσως θα ξεχάσουμε, και να μας κάνει να τις μοιραζόμαστε, με την αγωνία κάποιος άλλος ν' ανακαλύψει τη μαγεία τους.
Σας είχα γράψει για τον μικρό Σ... παλιά, εδώ, όταν το ειδικό σχολείο του νησιού μας επισκέφτηκε το χώρο της δουλειάς μου. Ο Σ... είναι αυτιστικός - ο τρόπος που καταλαβαίνει τον κόσμο είναι αλλιώτικος από τον δικό μας, κι εκείνος δεν το ξέρει. Και γι' αυτό οι γέφυρές του με τον δικό μας κόσμο, όπως τον βλέπουμε εμείς, είναι δύσκολες, στριφνές, στενές. Μα κάπου μπορείς να τις βρεις. Σχεδόν δυο χρόνια έχουν περάσει από τότε κι ακόμα έχω τη ζωγραφιά που μου χάρισε.
Κυριακή πρωί, πριν πάω στο πατρικό, σταματώ στο κοιμητήριο της μικρής μας πόλης. Στην εκκλησία του, τη Δραπανιώτισσα, γίνεται μνημόσυνο για ένα πρόσωπο πολύ οικείο και αγαπημένο. Κόσμος πολύς, ζέστη πολλή, ένταση...
Μέσα στον κόσμο, βλέπω τον Σ..., υποβασταζόμενο από ένα άλλο αγόρι, που του έμοιαζε, μάλλον αδελφό του. Ο Σ... περνά από μπροστά μου και πάει ν' ανάψει το κερί του. Ασυναίσθητα η προσοχή μου φεύγει από τη λειτουργία - τον παρακολουθώ.
Ο Σ... είναι μπροστά απ' το κηροπήγιο και μόλις ανάβει το κερί του, κάποιος ανοίγει μια κοντινή πόρτα για να μπει λίγη δροσιά. Το αεράκι που εισβάλλει ξαφνικά στο ναό σβήνει όλα τα αναμμένα κεριά...
Η πόρτα κλείνει. Εγώ κοιτάζω μόνο τον Σ... σαν κανείς άλλος να μην υπήρχε εκεί μέσα. Ατάραχος, μένει εκεί. Ο αδελφός του τον τραβάει να φύγουν. Δε φεύγει. Χωρίς δεύτερη σκέψη, παίρνει και ανάβει ένα ένα όλα τα σβησμένα κεριά. Όλα. Κι ύστερα κάνει στην άκρη.
Δεν είμαι καλός χριστιανός. Θεωρώ όμως ιερότερη απ' όλες τις στιγμές της λατρείας εκείνη που ο πιστός ανάβει ένα κερί, κάπου. Κάθε κερί έχει έναν πόνο, μια προσευχή, μια λαχτάρα, μια ελπίδα.
Τούτο το πρωί της Κυριακής ο Σ... που η επιστήμη λέει ότι δυσκολεύεται να επικοινωνήσει στοιχειωδώς με τους άλλους ανθρώπους, που ζει μέσα σ' έναν δικό του, παράξενο για μας κόσμος, εκείνος, ο ίδιος Σ... φρόντισε ώστε όλες οι προσευχές, όλες οι ελπίδες όλων μας εκεί μέσα να μείνουν ζωντανές. Το κεράκι του καθενός μας ξανάναψε, χάρη σε κείνον. Εκείνον, που ανέλαβε μόνος του αυτό το καθήκον. Να κρατήσει αναμμένη τη φλόγα. Και που το έφερε εις πέρας, για όλους.
Δεν ξέρω αν το σκέφτηκε έτσι ο Σ... Θα 'θελα πολύ να καταλάβω το μυαλουδάκι του, τον κόσμο του. Μα νιώθω ότι μ' ένα μυστήριο τρόπο, επικοινώνησε μαζί μας. Άρρητα. Μ' αυτό που ο καθένας μας έχει βαθιά μέσα του και δεν εκφράζει. Όπως δεν το εκφράζει κι εκείνος. Με τον δικό μας, μύχιο αυτισμό.
Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο από κείνη τη λειτουργία. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκεί μέσα μετά απ' αυτό. Τέλειωσε η λειτουργία, χαιρέτησα τους λυπημένους κι έφυγα. Δεν ξέρω, και δε με νοιάζει αν κανείς άλλος εκεί πρόσεξε αυτό που είδα εγώ. Στον δικό μου παράξενο κόσμο «αυτό» ισοδυναμεί με μια υπέροχη στιγμή. Απ' αυτές που σε κάνουν πλούσιο, και σού χαρίζουν καινούρια φτερά.
Κάποτε κυνηγούσα με λύσσα τα καινούρια περιοδικά. Σκανάριζα με το μάτι τα περίπτερα από Ομόνοια -Νομική και ορμούσα. Έχει χρόνια να μού συμβεί αυτό. Μάλλον δεν είναι επειδή γερνάω. Είναι επειδή όλα μοιάζουν ίδια πια. Αδυνατώ να διακρίνω αυτό που, ως αναγνώστη, μου λείπει: Τη φόρα του καινούριου.
Τώρα που διαβάζω λοιπόν ότι η Lifo team θα βγάλει την ελληνική έκδοση του Vice, και προτού σαλπάρω διαδικτυακώς να μυριστώ τι εστί (διάολε, τα περιοδικά είναι χαρτί, όχι πιξελάκια), νιώθω την ανάγκη να πω τι θέλω από ένα καινούριο περιοδικό... Λοιπόν, θέλω...
... να μού βαράει κλωτσιά εκεί που πονάει.
... να σπρώχνει στην αγκαλιά μου το καινούριο, αυτό που δεν θα βρω ποτέ μόνος μου στο δίκτυο γιατί δεν ξέρω να το ψάξω
... η καρδιά του να χτυπάει εκεί που συμβαίνουν τα πράγματα και όχι εκεί που «διαμορφώνονται οι τάσεις»
... να μού γνωρίζει ανθρώπους γι' αυτό που κάνουν και όχι γι' αυτό που πρέπει να φαίνονται...
... να είναι του δρόμου και όχι του γραφείου
... να είναι έξυπνο χωρίς να ακκίζεται
... να λάμπει χωρίς να θαμπώνει
... να διαβάζεται και να μην ξεφυλλίζεται
... να με κάνει να το γνωρίζω και από την όψη
... να έχει άποψη και όχι πόζα
... να θέλει να με κεντρίσει και όχι σώνει και καλά να με προκαλέσει
... να με κάνει να σκέφτομαι περισσότερο παρά να θαυμάζω αυτόν που γράφει
... να έχει πένες (πένες, τι να πω, ποντίκια;) και όχι γεννήτριες χαρακτήρων
... να είναι αλλιώτικο όχι για να είναι διαφορετικό, αλλά για να είναι μοναδικό
... να κρύβει εκπλήξεις και όχι εντυπωσιασμούς
... η ψυχή του να είναι πάνω από την ύλη του
... να είναι ένα περιοδικό-καρναβάλι, ένας υπέροχος παρένθετος χρόνος στην καθημερινότητά μου.
Θυμάμαι ότι πρωτοάκουσα αυτό το τραγούδι σε ακουστική βερσιόν στα «Υπέροχα Πλάσματα», το σίριαλ της Μυρτώς Κοντοβά στον Alpha, πέρυσι. Το λάτρεψα μεμιάς, διότι περιέχει με κάποιον παράξενο τρόπο όλη την υπέροχη κουφότητα των παιδικών μου χρόνων. Όλα μου τα ινδάλματα παρελαύνουν εκεί σαν σε εθνική εορτή κόμιξ - οι ήρωες της ασπρόμαυρης 24άρας Ferguson που έπιανε ΕΡΤ και με το ζόρι ΕΡΤ 2. Τα παιδικά που ξεκινούσαν στις 5 το απόγευμα και μέχρι τότε έπρεπε να είχαμε διαβάσει για να τα δούμε απερίσπαστοι.
Κάντε τον κόπο να το ακούσετε αυτό το τραγούδι μια φορά (οι στίχοι, αλλά και το ερασιτεχνικό βιντεάκι από κάποιον μερακλή του Youtube θα σας θυμίσει πολλά...)... Εγώ μετά την ακρόαση έχω ένα πλατύ χαζό χαμόγελο , όπως όταν τελείωναν τα στρουμφάκια κι ο Χαχανούλης ρωτούσε «Τι έγινε παιδιά, τελείωσε;» Κι ο μπαμπα-Στρουμφ απαντούσε: «Ναι, Χαχανούλη, την άλλη βδομάδα τώρα).
Στο «Σκρουτζ Μακ Ντακ» της Μάρως Μαρκέλλου, όλοι αυτοί οι αγαπημένοι ήρωες μεταμορφώνονται σε βασανιστικά κυνικά φαντασματάκια, που μας κατατρέχουν. Εμείς δεν ζήσαμε κατοχές και εμφυλίους και χούντες, και η ιδανική μας κοινωνία ήταν η Λαϊκή Δημοκρατία των Στρουμφ (αλλά λοξοκοιτούσαμε από την άλλη τις βουτιές στα λεφτά που έκανε ο θείος Σκρουτζ).
Διάολε, έκτοτε έβλεπα την κλίση μου: Φαφλατάς και ξερόλας θείος Ντόναλντ, με άδειο πορτοφόλι, να παπιοαγαπά μια Νταίζη που κατά βάθος βαριόταν, βαριέται και θα βαριέται... Αιώνιος θείος και ποτέ μπαμπάς.
Στη Μάρω Μαρκέλλου μού αρέσει και κάτι άλλο (που το έχει και η Ευσταθία, μόνο που εκείνη είναι θεολόγος ενώ η Μάρω είναι νομικάρια και της βγαίνει πιο ζενιάλ): Ότι ο κυνισμός των κατά βάθος πολύ σκληρών στίχων της βγαίνει σε μια χαβαλεδιάρικη «δε βαριέσαι» ερμηνεία, καθόλου επιτηδευμένη - αλλά ενδεικτική της προσπάθειας να θεοποιήσει τα παιδικά μας κόμικς (αφού δεν έχουμε και τίποτα άλλο να θεοποιήσουμε) αποδομώντας τα...
Δεν ξέρω αν παίζουν τα τραγούδια της στα ραδιόφωνα της μεγάλης πόλης... Έχει ήδη ένα δίσκο («Κορίτσι για σπίτι») και, για να την ακούσετε, υπάρχει και το myspace...
Γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε; Ο θείος πιλ περνάει κρίση. Εκεί που έπρεπε να είναι ενθουσιασμένος με το καινούριο, που έσκασε μύτη εσχάτως. Με την προοπτική μιας μεγάλης, πολύ μεγάλης αλλαγής (πολύ μεγάλης για μικρούς ανθρώπους σαν αυτόν).
Κρίση μέσης ηλικίας να την πεις; Ταυτότητας; Υπαρξιακή; Επαγγελματική; Προσωπική; Συναισθηματική; Μια απ' όλα χωρίς κρεμμύδι (με τα κρεμμύδια κλαίω και δεν είναι ώρα για τέτοια).
Πριν από 18 χρόνια έφευγε από το νησί με το απόλυτο «για πάντα». Πριν από 9 χρόνια άδειασε ό,τι είχε στο κλεινόν άστυ και ξαναγύρισε στο νησί - από το μηδέν... Και τώρα, πάλι ένα κοντέρ μηδενίζει (ούτε στοίχημα πια, κάθε 9 χρόνια). Μα πάλι πρέπει να ξεφορτώσει από πάνω του καλά, κακά, τα πάντα και να φύγει χωρίς έρμα, χωρίς τίποτα...
Το θέμα είναι, τώρα στα 35, φόρτωσε - ξεφόρτωσε, τι να έχει απομείνει από το δόλιο όχημα; Όσο γαϊδούρι και να ήτανε με τόσα φορτία σακαράκα έχει απομείνει... Πού να τραβήξει τον ανήφορο;
Λοιπόν, ο θείος δεν θα καμωθεί ότι περνάει τους νταλκάδες του ακούγοντας υστερομεσαιωνικά μαδριγάλια. Όπερ εστι μεθερμηνευόμενον, απόψε έχω μια πελώρια λαχτάρα να ακούσω Πλούταρχο. ΠΛΟΥΤΑΡΧΟ. Επειδή, όπως λέει το παρατιθέμενο άσμα, ανάμεσα σε άλλα πολύ σωστά και «μέσα από τη ζωή», και όπως συμβαίνει επί δεκαετίες βέβαια, αλλά απόψε με μεγαλύτερη λύσσα «τά 'χω με τον εαυτό μου». Αλλά, και επειδή στον έναν νταλκά έρχονται καπάκι και προστίθενται και απαξάπαντες οι άλλοι, για το σύνολο του περιεχομένου του άσματος (άντε, τώρα, θα ξαναρχίσω τα αισθηματικά και θα κάνω πάλι την Lifoland εκπομπή της Ράνιας Θρασκιά).
Κρίση είναι, θα περάσει, και ο θείος θα ξαναγυρίσει στη φλυαρία. (Ήδη ξεκίνησε).