Θα μου επιτρέψετε να γίνω αβάσταχτα ελαφρός απόψε. Τόσες μέρες σκουντουφλιά, εντός, εκτός και επί της Lifoland, θέλω τόσο να διώξω τα σύννεφα, όχι με το γνωστό άσμα της Καίτης Χωματά, αλλά με τρία "ελαφρά" ποπ τραγούδια, που, το ομολογώ, λατρεύω να ακούω στο ραδιόφωνο, όπως λατρεύω τις μίνι σοκολατίτσες αμυγδάλου που κερνάω τους συναδελφους κάθε Σάββατο, που επισήμως έχω το ρεπό μου.
Πρώτα "Κοίτα με στα μάτια" με την Τάμτα - το κορίτσι που για χιλιάδες άλλα που προέρχονται από οικογένειες οικονομικών μεταναστών ενσαρκώνει το ελληνικό όνειρο (αλλά που εκτός απ' αυτό είναι και πολύ όμορφη και καλή τραγουδίστρια). Ανοιξιάτικο τραγούδι, τρυφερό, σαν τσιχλόφουσκα με μια σταγόνα πορτοκάλι στη μέση.
Μετά, λίγο στριμμάρα, λίγο ραπιά, λίγο δημιουργική αφομοίωση (στο βίντεο) του "Circus" της Britney Spears. Νομίζω ότι το ρεφραίν είναι από αυτά που κολλάνε στο κεφάλι και δεν ξεκολλάνε παρά μετά από κρύο ντους. Μολαταύτα, μ' αρέσει κι αυτό. Μάρω Λύτρα, TNS, "Κάνεις λάθος". Είχα λατρέψει παλαιότερα και τη "Μηχανή του χρόνου" και τραγουδούσα στον καθρέφτη το ρεφραίν, απευθυνόμενος στο είδωλό μου, ιδίως τους στίχους που έλεγαν "...να γυρίσω λίγο πίσω, να σε βρω και να σε σβήσω".
Τέλος, το πιο μπιτάτο και ανεβαστικό κομμάτι γι' απόψε, που όσοι είστε κάπως συνιστώ να το ακούσετε πολύ δυνατά, από μια τραγουδίστρια που εκτιμώ καθώς, για το μπουζουκοπόπ είδος που εκπροσωπεί, εξέπεμπε και εκπέμπει μια ιδιότυπη αρχοντιά (ακόμη και τότε που έλεγε "στην Αφρική θα πάω με τους Μασάι" ένιωθες ότι τελικά θα το κάνει απο ανθρωπολογικό ενδιαφέρον)... Έλλη Κοκκίνου και "Πάμε ξανά". (Αυτό δεν έχει προλάβει να γίνει βιντεοκλίπ). Αυτή η τσιχλόφουσκα έχει σταγονίτσα φράουλα στη μέση (και φούξια κόκκους στο κουφετάκι γύρω γύρω).
Το ξέρω, είμαι ένα σούργελο και θα έπρεπε να ντρέπομαι που στην πιο προχωρημένη γειτονιά της μπλογκόσφαιρας, τη Lifoland, σας μοστράρω όλα αυτά τα ουτιδανά. Αλλά μ' αρέσουν. Και αυτά. Έχοντας πλήρη επίγνωση περί τίνος πρόκειται. Πώς το έλεγε, άλλωστε, ο Καβάφης: "οι ελαφροί ας με λέγουν ελαφρόν" (είδατε και άλλοθι ποιότητας με τσιτάτο; Για να μην ξεχνάτε ότι είμαι και της βαρυτάτης κουλτούρας)...
Πάμε ξανά, λοιπόν αδέλφια, που λέει και η φιλτάτη Έλλη... Πώς είπατε: "Κάνεις λάθος";
Το ξέρω, κατά βάθος, που λέει και η φίλτατη Μάρω. Αλλά, όπως λέει και η γλυκιά Τάμτα "κοίτα με στα μάτια" και πες μου ότι δεν σου έχει συμβεί κι εσένα.
Είναι το πιο όμορφο, το πιο γλυκό τραγούδι που έχω ακούσει τους τελευταίους μήνες. Δεν ξέρω αν παίζεται στα ραδιόφωνα της μεγάλης πόλης - ξέρω ότι θα ήταν υπέροχο αν τρύπωνε στα i-pod όλων...
Έχω ξαναμιλήσει για τους Άμμος και ένα άλλο, αγαπημένο μου, τραγούδι τους, την «Επαφή» εδώ και δυο χρόνια (πω, πω, πώς περνάει ο καιρός...). Νομίζω ότι είχα ανάγκη, αυτή τη στιγμή, από αυτή τη μελωδία, από αυτά τα λόγια. Απλή μελωδία, απλά λόγια, αυτά που χρειάζεσαι τόσο επιτακτικά για να πάρεις μια βαθιά αναπνοή, για να χαμογελάσεις έστω για λίγο, για να ανακατέψεις αμήχανα τα μαλλιά σου και να πεις ένα «Ουφ»... Και μετά να κοιτάξεις ψηλά, στον ανοιξιάτικο ουρανό.
Με τη «Γλυκιά ζωή», ο Γιώργος Μπουσούνης και ο Γιώργος Γκίνης με τη φωνή της Αποστολίνας Μάη έκαναν πάλι το μικρό τους θαύμα. Μου έφτιαξαν τη μέρα. Ή, μάλλον, όχι. Μού έφτιαξαν την άνοιξη...
Αυτή είναι η δύναμη που έχει η μουσική. Να σού αλλάζει τον κόσμο, σαν μια ωραία βόλτα με το αμάξι, ανεβοκατεβαίνοντας πράσινα λοφάκια, σαν μια κλεφτή ματιά σ' ένα ηλιοβασίλεμα στη θάλασσα (μη βγούμε κι από το δρόμο), έναν περίπατο σ' ένα ερημικό χωριό που δεν έχεις ξαναπάει ποτέ, σαν τα κίτρινα λουλουδάκια που κοντράρουν τις παπαρούνες μια ανάσα από την άσφαλτο, σαν τις μενεξεδιές βιολέτες και τους κρίνους στις αυλές, σαν δυο παιδάκια σε μια αυλή που σταματάνε το παιχνίδι τους για να σας χαιρετίσουν, σαν ένα ζεστό φλιτζάνι τσάι δυο βήματα από την ακτή.
Σαν σοκολάτα, στα χείλη... Σαν τη ζωή. Την ακούτε;
«Η Λένα Πλάτωνος αγαπά την πεταλούδα Μπρένθις». Ο τίτλος ενός κειμένου του Γιώργου Χρονά έδωσε το όνομα στο cd-αφιέρωμα που κυκλοφόρησε με το τελευταίο τεύχος του ΠΟΠ+ΡΟΚ, που περιέχει 14 τραγούδια της Πλάτωνος από τις δουλειές που εξέδωσε με τη Lyra και ένα ακυκλοφόρητο, το Red Rosy, με τη φωνή της Etten.
Η Λένα Πλάτωνος ανήκει στους προσωπικούς μου μύθους- τους ανθρώπους που ο καθένας με τον τρόπο του, έχουν χτίσει την Ελλάδα που αγαπώ. Το «Μπρένθις» ήταν το πρώτο τραγούδι της (εννοείται, εκτός Λιλιπούπολης) που άκουσα, εδώ και εικοσιδύο χρόνια, μαθητής γυμνασίου, σε κάποιες καλοκαιρινές διακοπές, από ένα παλιό ραδιόφωνο στο χωριό της μάνας μου (υπέροχο Δεύτερο Πρόγραμμα). Αναρωτιέμαι αν κάποιο από τα σημερινά mainstream ραδιόφωνα των μεγάλων πόλεων προτείνει στα σημερινά 13χρονα τις σημερινές Λένες. Αλλά αυτό είναι άλλη, μεγάλη κουβέντα. Θυμάμαι πόσο μου είχε κολλήσει εκείνο το ρεφραίν «Κι όλοι χορεύουνε μαζί και μόνοι / σ' έναν έγχρωμο χορό που όλο αλλάζει και ποτέ δεν τελειώνει».
Χαίρομαι που ξαναγύρισε πρόσφατα με τα «Ημερολόγια», που βγήκαν από την Οδό Πανός, και, που, όπως διάβασα, θα ξαναεμφανιστεί ζωντανά. Ακούγοντας απόψε το δισκάκι του περιοδικού, σκεφτόμουν πόσο τρομακτικά σημερινά ήταν όλα τα τραγούδια, κι αναρωτιόμουν μήπως τότε ήταν αυτό που λέμε «μπροστά από την εποχή τους». Δεν είμαι μουσικολόγος για να το κρίνω. Ως ακροατής μόνο μπορώ να πω ότι μάλλον αυτά τα τραγούδια δεν είναι σημερινά ή αυριανά ή χθεσινά. Είναι καταδικασμένα σε μια αιώνια νεότητα.
Είναι παντοτινά.
Χαίρομαι που στο youtube υπάρχουν πολλά βίντεο με τραγούδια της Λένας Πλάτωνος. Κι ελπίζω να την ανακαλύψουν και οι καινούριες γενιές - έτσι όπως ανακαλύψαμε κι εμείς οι παλιότεροι τον «Μεγάλο Ερωτικό» κάποια χρόνια μετά τα κινηματογραφικά του Χατζιδάκι.
Την Μεγάλη Παρασκευή ανεβήκαμε στο Κάστρο, να χαιρετίσουμε τους ανθρώπους μας που έχουν φύγει κι είναι θαμμένοι εκεί. Ο δρόμος ήταν σχεδόν αδιάβατος. Ήταν καλυμμένος από κατακίτρινες μαργαρίτες, και πολλές πεταλούδες πετούσαν εκεί αμέριμνες, ακόμη και πλάι στα πεύκα που είχαν ξεριζώσει οι κυκλώνες του χειμώνα.
Αναρωτιόμασταν αν θα βρούμε ξεκλείδωτο το πορτόνι του προαυλίου της εκκλησίας. Ο τοίχος είχε γκρεμιστεί, κι έτσι περάσαμε ελεύθερα. Παντού κίτρινα και δεκάδες πεταλούδες τριγύρω.
Πιο πέρα, πλάι στο γκρεμισμένο σπίτι της μάνας μου, δεν είχε μείνει ούτε ίχνος από την παράγκα από πισσόχαρτο που είχε στήσει μετά τους σεισμούς «προσωρινά» η οικογένειά της - για να κατοικήσει εκεί 15 χρόνια.
Το μόνο όρθιο εκεί που έστεκε κάποτε η παράγκα, ήταν ένα σιδερένιο κρεβάτι, μια παλιά κουκέτα. Ακλόνητη εκεί, αγέρωχη και άφθαρτη στη μέση του πουθενά, μέσα στα κίτρινα λουλούδια και τις δεκάδες πεταλούδες τριγύρω.
«Κοντεύει μεσάνυχτα... Θα χάσουμε την Ανάσταση, σου λέω».
«Αν συνεχίσεις να ρωτάς, θα τη χάσουμε στ' αλήθεια».
«Τι έχεις μέσα στην τσάντα;»
«Μη ρωτάς και περπάτα!».
Πήρανε το δρόμο, με βήματα βιαστικά. Ο πρώτος έτρεχε σα λαγός, κι οι άλλοι ακολουθούσαν απορημένοι, σαν μικρά, φοβισμένα λαγουδάκια. Το σκοτάδι είχε από ώρα σκεπάσει τα καντούνια του χωριού - κι ο κόσμος ακόμα δεν είχε ξεπορτίσει για τη λειτουργία της Ανάστασης.
«Σιγά που είναι αργά. Θα προλάβουμε», είπε ο πρώτος. Μονάχα οι μυρωδιές από τη μαγειρίτσα, τα τσουρέκια και τα κουλουράκια κυκλοφορούσαν στους δρόμους - κι ο σκύλος με το κουδουνάκι, που το ‘χε συνήθειο να βολτάρει τις νύχτες και τις μέρες να κοιμάται...
Καθώς βγαίνανε από το χωριό λιγοστεύανε οι μυρωδιές κι οι θόρυβοι - κι ακούγανε πιο δυνατά τις πατημασιές τους, τις ανάσες τους, μα και τις κουκουβάγιες που θαρρείς κάνανε κι εκείνες πρόβες για το «Χριστός Ανέστη».
«Μισό λεπτό ρε παιδιά, έχασα τη λαμπάδα μου από την τρεχάλα», ακούστηκε να λέει ο μικρότερος απ' όλους...
Χάθηκε η φωνούλα του μέσα στο ποδοβολητό... Μα θα ‘χανε μαζευτεί είκοσι-τριάντα παιδιά... Αυτές οι μανάδες τους να δείτε χαρά που θα κάνανε... Φορέσανε όλα τα καλά τους και φύγανε από το σπίτι μια ώρα πιο νωρίς μ' ένα ξερό «θα τα πούμε στην εκκλησία». Ούτε γκρίνιες που αργεί να σημάνει ο παπάς, ούτε καβγάδες για το τσουλούφι που δε λέει να γίνει χωρίστρα, ούτε λιγούρα για τη μαγειρίτσα μετά από τόσες μέρες νηστεία.
«Πού χαθήκανε όλα, τα σκασμένα; Κάτι ετοιμάζουνε πάλι... Πόσο ν' αντέξει ακόμα ο έρμος ο παπάς τις στρακαστρούκες; Από πέρυσι βουίζει το δεξί του αυτί... Άμα χάσει και τ' αριστερό πώς θα συνεννοείται με τον ψάλτη;»
Τρεχάλα στην τρεχάλα, φτάσανε. «Γρήγορα» είπε ο πρώτος, κι άδειασε το σακίδιό του: «φέρατε όλοι τα σύνεργα;» «Ναι!» φωνάξανε όλοι μαζί κι οι φωνές τους σαν να πέρασαν στο απέναντι βουνό και ξαναγύρισαν πίσω...
Το συνεργείο έβαλε μπροστά... Τέτοια μαεστρία, τέτοια σβελτάδα, τέτοια οργάνωση... «Μακάρι να πηγαίναμε έτσι και στην παρέλαση». «Σουτ... Γρήγορα... Προλαβαίνουμε δεν προλαβαίνουμε το «Χριστός Ανέστη»...
Μόλις που είχανε τελειώσει, ακούστηκε ο πρώτος ήχος της καμπάνας... «Τρεχάτε!». Τα σύνεργα μαζεύτηκαν και μπήκαν στο σακίδιο, οι γιακάδες σουλουπώθηκαν, οι χωρίστρες ξαναφτιάχτηκαν όπως όπως - κάποιες σταλίτσες ιδρώτα σκουπίστηκαν με το μικρό μαντηλάκι... «Τρεχάτε!!!»
Μπήκαν στην εκκλησιά μόλις ο παπάς έψελνε το «Δεύτε Λάβετε Φως». Ουφ... Ανακούφιση... Όλο το χωριό σάστισε καθώς είδε τόσα παιδιά μαζί, με τα σακίδια στην πλάτη, να μπαίνουν σαν προσκοπάκια μέσα και να κάνουν το σταυρό τους... Αν ήταν άλλη μέρα οι μανάδες τους θα τους κάνανε νοήματα ότι θα εξηγηθούν αργότερα, κουνώντας πάνω κάτω τα χέρια τους, μα τώρα κοιτούσαν να πάρουν το άγιο φως από τη λαμπάδα του παπά, και σε λιγάκι να ψάλουν το «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών»...
Η ακολουθία τέλειωσε - όλοι έγιναν μια μεγάλη χορωδία, άλλαξαν τα φιλιά της αγάπης, κι έπειτα δεκάδες μικρά φωτάκια βγήκαν από την εκκλησιά μαζί με τους πιστούς για να γυρίσουνε στα σπίτια τους. Σκιρτούσαν τα στομάχια στην υποψία της μυρωδιάς της μαγειρίτσας, και μέλωναν τα στόματα στη γλυκιά προσμονή του φαγητού.
«Κοιτάχτε!» ακούστηκε μια σαστισμένη φωνή, που σκέπασε τα βεγγαλικά και τις στρακαστρούκες... Κοιτάξτε απάνω στη ράχη!!!
Τι να δει κανείς απάνω στη ράχη; Κάποτε, λένε, ήτανε καταπράσινη, μα κάηκε κάποιο καλοκαίρι - στάχτη γίνανε τα δέντρα και τ' άγρια ζώα. Καπνός είχανε γίνει τα πουλιά της. Και τους χειμώνες, οι βροχές παρέσυραν το λιγοστό της χώμα, κι είχε απομείνει γυμνή, όλο βράχια - φόβος και τρόμος των παιδιών. Ούτε τα φίδια δεν καταδέχονταν να ζήσουν εκεί... «Αν δε διαβάζεις, να γίνεις άνθρωπος, εκεί θα σου φτιάξω μια καλύβα. Ούτε νερό, ούτε σκιά δε θα ‘χεις», λέγανε σε κάποιους άτακτους. «Κρανίου τόπος» έλεγε ο παππούς - κι όλα τα παιδιά πίστευαν πως εκεί πάνω η γη ήτανε σπαρμένη από κρανία.
Τι να δει κανείς απάνω στη ράχη;
Σα να χαμήλωσαν όλα τα φωτάκια από τις λαμπάδες. Σαν να σβήστηκαν τα βεγγαλικά, σαν να σώπασαν οι κροτίδες. Κι οι μιλιές. Σώπασαν κι εκείνες και όλοι κοιτούσαν γεμάτοι απορία.
Κάποιοι μικροσκοπικοί γενναίοι μέσα τους καμάρωναν για το κατόρθωμά τους. Και τα χαμόγελά τους ήταν τόσο φωτεινά...
Η ράχη είχε γεμίσει από μικρά, αναμμένα κεράκια... Εκατοντάδες, χιλιάδες φλογίτσες που τρεμόπαιζαν στον αέρα της νυχτιάς είχαν σκεπάσει τη γύμνια της, την είχαν κάνει φωτεινότερη κι απ' το καμπαναριό. Άλλες άναβαν, άλλες έσβηναν, άλλες θέριευαν κι άλλες χάνονταν λίγο λίγο.... Τόσο μεγάλη πασχαλινή λαμπάδα το χωριό δεν είχε ξαναδεί...
«Τι είναι αυτό;» αναρωτήθηκε κάποιος μεγάλος.
Μια μικρούλα, θαμπωμένη από το θέαμα, είχε προχωρήσει μπροστά από όλους τους άλλους και κοιτούσε - οι πυγολαμπίδες είχαν πάρει χαμπάρι πως έχουν ανταγωνιστή κι είχαν κυκλώσει τη ράχη πετώντας, μικρά πυροτεχνήματα της φύσης...
«Τι είναι αυτό;» ξαναρώτησε ο μεγάλος.
Η μικρούλα γύρισε πίσω να δει ποια ήταν εκείνη η φωνή και κατάλαβε πως είχε ξεμακρύνει πολύ. Φοβήθηκε, κι άρχισε να ψάχνει για την αδελφή της, φωνάζοντας δυνατά το όνομά της:
«Ελπίδα!!! Ελπίδα!!!»
«Ελπίδα!!! Ελπίδα!!!» άρχισαν να φωνάζουν όλοι μαζί. Κι αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν ξανά.
«Ελπίδα! Ελπίδα!» αντήχησαν οι φωνές στη φωτισμένη ράχη, κι όλες οι φλογίτσες τρεμόπαιξαν μεμιάς μαζί. Χτύπησαν τότε δυνατά οι καμπάνες, χαρμόσυνα.... Μόλις σώπασαν, ακούστηκε και το κουδουνάκι του σκύλου, που γυρνούσε από την πιο περίεργη βραδινή βόλτα που είχε κάνει ποτέ...
Φύγανε και τα παιδιά ευχαριστημένα, και πήγανε να κοιμηθούν, με το φως στην ψυχή κι ένα ακόμη μικρό καρδιοχτύπι.
Το άλλο πρωί, ο μικρότερος απ' όλους της παρέας ξεκίνησε να βρει τη λαμπάδα του, που είχε χάσει χτες βράδυ, στο δρόμο. Κι εκείνος, κι όσοι άλλοι ξυπνήσανε νωρίς εκείνο το πρωί σίγουρα θα είδανε πως οι πασχαλιές που είχαν φυτέψει τα παιδιά στο λιγοστό καμμένο χώμα της ράχης ήτανε κιόλας ανθισμένες.
[Από την χαμένη Lifoland, με τις πιο θερμές ευχές μου για Καλή Ανάσταση!!!]
Συνεπής προς το αναλυτικό πρόγραμμα που κατήρτισε ο Rock, θέτω στη διάθεση του λαϊφοχωριού την διδακτέα ύλη του 2ου σεμιναρίου από του μεσονυκτίου της σήμερον ( για να στρωθείτε να διαβάσετε - στην ώρα μου θα γράψετε τεστ!).
Καλά μου παιδιά, το σημερινό μας μάθημα ονομάζεται «μπλόγκινγκ και συναίσθημα». Επειδή στον θείο pil αρέσουν οι πρωτοποριακές διδακτικές μέθοδοι, σας καλώ να τυπώσετε αυτή τη σελίδα, να πάτε μπροστά από τον καθρέφτη σας και να υποβάλετε με ειλικρίνεια στο είδωλό σας τα ακόλουθα ερωτήματα - προπαρασκευαστικά στάδια για δακρύβρεχτες αναρτήσεις.
Μεγαλώσατε λατρεύοντας τα ποιήματα του Καρυωτάκη, τα κείμενα του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου και τα τραγούδια της Τάνιας Τσανακλίδου;
Λατρεύετε να βολοδέρνετε μέσα στο καταχείμωνο σε ανεμοδαρμένους περιπάτους πλάι στο κύμα, μόνο και μόνο για να το δείτε να σκάει στις παρειές σας πλάι στον φάρο;
Συγκινείστε εξίσου όταν ακούτε την «Πτήση 201» της Λένας Πλάτωνος και το «Εμείς φοράμε το χειμώνα ανοιξιάτικα» της Μαριάννας Ευστρατίου;
Το όνειρό σας είναι να ζείτε στο σπίτι, γράφοντας δακρύβρεχτα άρλεκιν; Έχετε τουλάχιστον ένα κρυμμένο στο συρτάρι σας μαζί με άλλα εμπριμέ;
Έχετε διανύσει κάποιες εκατοντάδες ώρες τηλεθέασης των «Μυστικών της Εδέμ», των Στρουμφακίων, της «Δυναστείας», του Woody του τρυποκάρυδου και του «Sex and the City»?
Κλάψατε μαζί με την άγνωστη διπλανή σας στο σινεμά όταν βούλιαξε ο Λεονάρντο λίγο μετά τον Τιτανικό; Λατρέψατε την μαγική παράνοια της Αμελί Πουλέν, το Happy Feet, τον Αλμοδόβαρ, την Πασταφλώρα-Μαίρη Αρώνη, τον Ερωτευμένο Σαίξπηρ, τα άπαντα του Άιβορι, τον Παζολίνι, το Mamma Mia και τον Πίτερ Γκριναγουέι;
Ερωτευτήκατε μία από τις Κέιτ Μπλάνσετ, Κίρα Νάιτλι, Γκουίνεθ Πάλτροου, Μαρίνα Καλογήρου (ως Έλλη Λαμπέτη) ή Μαρία Ναυπλιώτου (ως Γλαύκη στην «Αίθουσα του Θρόνου»);
Πλαντάξατε διαβάζοντας Ξανθούλη, αδελφές Μπροντέ, Μπόρχες, Τενεσσί Ουίλιαμς, Καρυστιάνη, Ιζαμπέλ Αλιέντε, Τσέχοφ (όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά) και, εσχάτως, με την εκπομπή του Σταύρου Θεοδωράκη για τα εγκατελειμμένα βρέφη;
Πιστεύετε ότι το θέατρο είναι το ιερότερο πράγμα του κόσμου και για το λόγο αυτό, αν και το σπουδάσατε, μπαίνετε σ' αυτό μόνο με εισιτήριο;
Μία από τις μεγάλες σας απογοητεύσεις είναι ότι δεν νιώσατε τίποτα, τελικά, όταν είδατε τυπωμένα τα κείμενά σας;
Η μαμά σας σας φώναζε «κλαψομάρτη» και ως εκ τούτου (και πολλών άλλων) εύχεστε τα παιδιά σας να μη σας μοιάσουν;
Επιθυμείτε διακαώς να παντρευτείτε, πλην αυτό που σας προβληματίζει τα μέγιστα είναι ποιο τραγούδι θα χορέψετε στη γαμήλια δεξίωση (και πώς θα το χορέψετε αφού ο μόνος χορός που ξέρετε είναι του Ζαλόγγου, κι αυτός μόνο στο εναέριο τμήμα του);
Αναρωτηθήκατε ποτέ από του βήματος «Εγώ πότε θα γίνω πατέρας;»
Έχετε διαβάσει στις εφημερίδες άρθρο του εργοδότη σας που να εννοεί ότι μάλλον είστε άχρηστος;
Εν γένει, έχετε έρθει στο σημείο να αναρωτιέστε τι από τα δύο συμβαίνει, σας φτύνουν τόσο ή βρέχει;
Όταν ερωτεύεστε συμπεριφέρεστε ακριβώς σαν τον κύριο Ντάρσυ στην «Περηφάνεια και Προκατάληψη», μόνο που στην περίπτωσή σας δεν υπάρχει happy end (γιατί στον αληθινό κόσμο τέτοια μουλαρία δεν υποφέρεται);
Ερωτεύεστε τα πιο υπέροχα κορίτσια του κόσμου που κάθε φορά είναι τόσο διαφορετικά μεταξύ τους;
Γίνεστε πάντα οι καλύτεροι φίλοι με τα πρώην πιο υπέροχα κορίτσια του κόσμου, όταν παρέλθει η εμπύρετη περίοδος;
Είστε πεπεισμένος ότι ΑΥΤΗ είναι το πιο φωτεινό, το πιο υπέροχο πλάσμα του κόσμου;
Σας αρκεί το άρωμα μιας ανθισμένης νεραντζιάς για να ξεπεράσετε το γεγονός ότι διανύετε αισίως τον τρίτο μήνα χωρίς μισθό;
Τέλος, είστε στην πραγματικότητα ένας μάλλον καλοκάγαθος ψυχάκιας με περγαμηνές;
Μην ανησυχείτε αν δεν απαντήσατε ναι σε κάποιο από τα παραπάνω ερωτήματα. Κατά βάθος, δεν χρειάζεται τίποτα από αυτά για να γράφετε ποστ με συναίσθημα. Το μπλόγκινγκ είναι μηνύματα στο μπουκάλι. Γράφεις αυτό που νιώθεις, ποστάρεις, έφυγε. Αν το διαβάσει κανείς, το διάβασε. Αν όχι, έφυγε από μέσα σου, ξαλάφρωσες, αρκεί. Σώνει.
Θα μου πείτε, τώρα, μας έφερες μέχρι εδώ για να μας πεις αυτό που ήδη ξέρουμε; Ξέρω, ανάξιος ο μισθός μου Αλλά νομίζετε ότι τόσα χρόνια στα θρανία σας συνέβαινε κάτι διαφορετικό;
Τα πρώτα μετασεισμικά χρόνια ήταν πολύ σκληρά. Η ανοικοδόμηση δεν είχε την πολυτέλεια να στηριχτεί στα αρχιτεκτονικά πρότυπα που κυριαρχούσαν πριν από το σεισμό. Πολλά προσεισμικά κτήρια - μνημεία ανατινάχτηκαν ενώ θα μπορούσαν να αναστηλωθούν. Χιλιάδες ήταν οι κάτοικοι που απελπισμένοι εγκατέλειψαν την πατρίδα τους αναζητώντας μια καλύτερη τύχη. Ο τόπος γνώρισε μια τεράστια πληθυσμιακή αποψίλωση που δεν φαίνεται να ανακόπτεται παρά μόνον χρόνια μετά. Στην αρχή τα λυόμενα και έπειτα το μπετόν και η άσφαλτος θα πάρουν τη θέση μιας άλλης αισθητικής, ενός άλλου πολιτισμού, που πέθανε ξαφνικά και αναπάντεχα. Κανείς δεν μπορούσε να περιμένει τον ξαφνικό θάνατο, και κανείς δεν μπορούσε να είχε σκεφτεί τη διατήρηση της μνήμης. Ο κόσμος αυτός ολόκληρος υπήρχε, ήταν αυτονόητος. Μέχρι που χάθηκε. Για πάντα.
"Στη μνήμη του κακού απομένει η οδύνη
και του καλού, αν υπήρξεν, οι αναμνήσεις"
λέει ο εθνικός ποιητής της Πορτογαλίας, Luiz de Camoens. Οι αναμνήσεις ανήκουν σ' αυτούς που είχαν ζήσει την περιοχή όπως ήταν πριν από τους σεισμούς. Οι κάτοικοισυνειδητοποιούν ξαφνικά, μετά το πρώτο σοκ, ότι ο χρόνος δεν σταματάει εδώ, ότι καινούριες γενιές έρχονται, που δεν θα αξιωθούν να δουν ποτέ εκείνη την πόλη, ότι εκείνη η πόλη θα σβήσει ολότελα, θα χαθεί για πάντα, όταν σβήσουν κι εκείνοι μαζί με τις αναμνήσεις τους. Ταυτόχρονα, είναι υποχρεωμένοι να χτίσουν μια καινούρια πόλη, με όρους που συχνά δεν καθορίζουν οι ίδιοι. Πρέπει να φυτέψουν το καινούριο χωράφι, στη θέση αυτού που ξεριζώθηκε βίαια. Ο σπόρος είναι οι αναμνήσεις. Κι ό,τι έχει μείνει, ό,τι έχει σωθεί ανάμεσα στα ερείπια.
Οι γενιές που μεγάλωσαν μετά το σεισμό έχουν όλες να θυμούνται βόλτες με γονείς και παππούδες στα «ερείπια» και ιστορίες, αναρίθμητες ιστορίες γεμάτες νοσταλγία για μια όμορφη εποχή που χάθηκε ξαφνικά και απροειδοποίητα, χωρίς κανείς να προλάβει να κάνει το παραμικρό για να την περισώσει. Ίσως και να μην είναι υπερβολή πως αυτές οι ιστορίες έχουν εμπεδωθεί στις παιδικές ψυχές των μετασεισμικών γενεών με τέτοια δύναμη σαν και τα παιδικά παραμύθια.
[Αυτό το κείμενο, γραμμένο εδώ και 8 χρόνια, αναφερόταν στον τόπο μου, και το πώς ξαναστάθηκαν στα πόδια τους οι γενιές μετά τον σεισμό του 1953. Αφαιρώντας το όνομα του τόπου μου, σκέφτομαι πως, δε μπορεί, κάπως έτσι θα είναι η ιστορία της Λ' Άκουιλα τα χρόνια που θα'ρθούν]
Μάλλον είναι παρά φύσιν, αλλά όσο μεγαλώνω αισθάνομαι ότι, τελικά, είναι πολύ απλές οι αιτίες που είναι σε θέση να μας χαρίσουν την ευτυχία στην απολυτότερη και γνησιότερη μορφή της: τη στιγμιαία. Νομίζω ότι η άλλη, η διαρκής, λέγεται μακαριότητα και υποψιάζομαι ότι δεν την επιθυμώ και τόσο πολύ.
Το ότι είναι απλές αυτές οι αιτίες δεν σημαίνει ότι είναι κι εύκολο να τις βρεις. Ότι σού ‘ρχονται με κούριερ και αντικαταβολή. Μάλλον τις έχεις προπληρώσει με αρκετές έντοκες δόσεις πόνου - αλλά αξίζουνε κι οι προκαταβολές και τα γραμμάτια. Ξεφυτρώνουνε στα βράχια, και πρέπει κι εσύ να έχεις μάτια ανοιχτά, μην προσπεράσεις.
Συνειδητοποιώ επίσης ότι μπορείς να είσαι ευτυχής ακόμα και μια μέρα με πολλή δουλειά, μέσα στη δουλειά, με άγχος, τρέξιμο κι έναν πονοκέφαλο να σε τρυπάει πέρα για πέρα.
Και, όχι, η ευτυχία ΔΕΝ είναι αυτό που περιμένουμε να ‘ρθει, όπως λέει το τραγούδι του Φάμελλου... Είναι αυτό που έχουμε, τώρα, γιατί αύριο, σε μια στιγμή, ποιος ξέρει...
Κι ακόμη, ότι η ευτυχία δεν έχει να κάνει με τον κόσμο ή με τα πράγματα. Δεν μπορείς να είσαι ευτυχής με ένα ωραίο βιβλίο (ακόμα και δικό σου), ένα γλυκό πρωινό, μια ωραία βόλτα στον ήλιο, μια διάκριση, ή ό,τι άλλο. Αυτά φέρνουνε χαρά. Άλλο πράγμα η χαρά.
Είμαι σίγουρος πια ότι την ευτυχία μας τη χαρίζουν μόνο οι άνθρωποι. Τίποτα άλλο.
Το ωραίο μοντάζ του βίντεο από το silvervintage κανάλι του YouTube
1 τρισεκατομμύριο δολάρια θα διατεθούν για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Αυτό αποφάσισαν οι G20 μετά από μαραθώνια σύσκεψη, σήμερα, στο Λονδίνο. Διαβάζω και ξαναδιαβάζω το κείμενο της συμφωνίας στην οποία κατέληξαν. Ένα κείμενο συναινετικό, που αποτελείται από 28 σημεία, και στο οποίο διαδηλώνεται η αποφασιστικότητα των μεγάλων της γης να αντιμετωπίσουν με μια κοινή στρατηγική και με προοπτική για τις επόμενες γενιές αυτή τη συγκυρία.
Ασφαλώς και δεν έχω τις γνώσεις και τη δυνατότητα να σας το αναλύσω αυτό το κείμενο από οικονομική σκοπιά. Σαν κείμενο μόνο μπορώ να το δω, αυτό ξέρω να κάνω. Και σαν κείμενο είναι ένα κείμενο που έχει πολλή δύναμη - τη δύναμη που αποκτά ξαφνικά ένας άνθρωπος που έχει πληροφορηθεί ότι είναι βαριά άρρωστος, έχει μάθει για τις εναλλακτικές του και το παίρνει πια απόφαση: θα δράσει ή θα πεθάνει. Ένα κείμενο που μιλά και για φτωχούς, για αειφόρο ανάπτυξη, για αναδυόμενες αγορές και αναπτυσσόμενες χώρες, γι' αυτούς που πληρώνουν το μεγάλο τίμημα - τις οικογένειες των απλών πολιτών, για αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών.
Θα κρατήσω μόνο την ακροτελεύτια παράγραφο, την οποία σας μεταφράζω πρόχειρα: «Έχουμε δεσμευτεί να εργαστούμε από κοινού με σπουδή και αποφασιστικότητα προκειμένου να μετατρέψουμε αυτά τα λόγια σε δράση».
Και αναρωτιέμαι: Ως πού θα φτάσει αυτή η δράση; Θα φτάσει ως τα άνυδρα χωριά της Αφρικής και τις φαβέλες της Νότιας Αμερικής; Θα φτάσει στις διαλυμένες από τους πολέμους χώρες; Δε νομίζω πως κανένα πεινασμένο παιδάκι αντιλήφθηκε ότι υπάρχει κρίση. Πόσο χειρότερη θα μπορούσε να είχε γίνει η ζωή του; Θα μπορέσουν αυτές οι δράσεις να νικήσουν τη φτώχεια;
Φοβάμαι πως όχι. Οι 20 προσπαθούν να σώσουν όχι το ήδη εξαθλιωμένο και κατεστραμμένο οικονομικά κομμάτι της ανθρωπότητας, αλλά αυτό που πλήττει η κρίση. Αυτό που ως τώρα ευημερούσε. Αυτό που ξέφυγε από την πραγματική οικονομία, την οικονομία της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών, και άρχισε να ασχολείται με την οικονομία του αέρα, του χρήματος. Που έκανε το χρήμα προϊόν αντί για συναλλακτικό μέσο. Που το έβαλε κι από τις δυο πλευρές της ζυγαριάς.
Ναι, η καταστροφή των πλουσίων θα επηρεάσει και τους φτωχούς. Όχι ότι θα τους κάνει πολύ φτωχότερους. Απλά δεν θα έχουν πια προορισμό οι καραβιές των πεινασμένων. Αλλά ούτε και η (ευκταία, εννοείται) επανάκτηση της ισορροπίας στην παγκόσμια οικονομία δεν θα αλλάξει, φοβάμαι, τη μοίρα των φτωχών.
Τελικά, κι εμείς θα σωθούμε (κάποιοι με λιγότερες ώρες δουλειάς, ή δίχως καθόλου δουλειά, η με καθεστώς "flexicurity", κάποιοι άλλοι με λιγότερα μπόνους, κινητά και κυβικά στα αμάξια τους και με πληρωμένες από άλλους τις αμαρτίες των επενδυτικών τους ολισθημάτων). Όχι, δε θα πεθάνει ο καπιταλισμός, όπως προσευχόμαστε εμείς τα κρυφοκομμούνια. Ούτε η κρίση θα πεθάνει. Θα κοιμηθεί για κάποια χρόνια.
Ας ελπίσουμε ότι ενόσω κοιμάται η κρίση θα ξυπνήσουμε εμείς. Γιατί, δε μπορεί, κάτι μπορούμε να κάνουμε κι εμείς. Αυτοί είναι 20, εμείς δισεκατομμύρια.