Σήμερα το μεσημεράκι φεύγω για τη μεγάλη πόλη. Πάντα είμαι άρρωστος όταν φεύγω για τη μεγάλη πόλη. Πάντα κλείνω τα μάτια όταν το πούλμαν φεύγει από τη μεριά της λιμνοθάλασσας κι αφήνω πίσω μου τα κοιμισμένα πουλιά.
Θα κοιμηθώ στο λεωφορείο. Και στο καράβι. Και πάλι στο λεωφορείο. Θα σιχαθώ πάλι τον εαυτό μου μόλις κατέβω στον Κηφισό, προσευχόμενος να βρω γρήγορα ταξί.
Μέχρι να ξυπνήσω το επόμενο πρωί στη μεγάλη πόλη, άλλος άνθρωπος. Να ξαναμπώ στο τραίνο, να στριμωχτώ, να κάνω μεγάλες βουτιές στο καυσαέριο, να χαθώ μέσα στο πλήθος, ωραία, όπως παλιά... Εννιά χρόνια κατοικοέδρευσα εκεί (τα μισά περίπου μέσα σε τραίνα και λεωφορεία τα έφαγα - γι' αυτό στη μεγάλη πόλη θέλω να είμαι πάντα σε κίνηση, μέχρι του σημείου να μην αντέχουν τα πόδια μου).
Η δουλειά είναι μόνο μια μέρα. Ο (επαγγελματικός) σκοπός της επίσκεψης είναι εθιμοτυπικός. Περιλαμβάνει παράτες, μέχρι και βραβείο «καλών πρακτικών» για το πόσο καλοί γραφειοκράτες είμαστε. Βαριέμαι. Βαριέμαι. Βαριέμαι. Ευτυχώς όλα θα γίνουν πρωί και στο κέντρο, για να ευχαριστηθώ μια βόλτα στα παλιά μου λημέρια.
Θα έχω βιβλιαράκι μαζί μου, για το τραίνο (κάτι που μού 'χει λείψει από τη μεγάλη πόλη, εκτός από τα θέατρα, τα σινεμά, τα δισκάδικα και τα μεγάλα βιβλιοπωλεία: το διάβασμα στα λεωφορεία, στα τραίνα, στις στάσεις...).
Δεν θα προλάβω να δω φίλους - τελευταία έχω αρχίσει να θεωρώ πολύ εγωιστικό να τους κινητοποιώ όταν αριβάρει στο κλεινόν άστυ η αφεντιά μου και έρχομαι ινκόγκνιτο. Δεν έχω διάθεση ούτε για shopping-therapy (ούτε και λεφτά εδώ που τα λέμε). Αλλά, κάτι θα ξοδέψω, έτσι, για ψυχοθεραπεία. Μπορεί να προλάβω και κανένα σινεμά, στον hi-tech στρατώνα του Mall ή κάπου στην Κηφισίας.
Πίσω θα με περιμένουν στοίβες οι δουλειές - και τα παλούκια... Την ίδια μέρα των ταρατατζούμ, οι υπάλληλοι μένουν απλήρωτοι, το ΙΚΑ επίσης. Οι προμηθευτές τηλεφωνούν καθημερινά, ακόμη και στο σπίτι. Η ΔΕΗ στέλνει ειδοποίηση διακοπής. Όπου να ‘ναι περιμένουμε να σκάσει και κάποια πρόταση για μείωση ωραρίου και αποδοχών. Όχι, δεν είναι αυτές οι καλές πρακτικές για τις οποίες θα τιμηθώμεν...
Όμως, μόλις ο οδηγός του πούλμαν βάλει πρώτη, βγάλει χειρόφρενο και πατήσει γκάζι για το δρόμο της επιστροφής, πάλι θα έχω μια ανεξήγητη χαρά...
Πάντα περαστικός και διαβατάρης ήμουν από τη μεγάλη πόλη. Πάντα περπατούσα, περπατούσα, περπατούσα και δεν είχα πού να σταματήσω. Όπως κι εδώ, άλλωστε. Μόνο που εδώ είναι αλλιώς. Εδώ έχεις και κάπου να κρυφτείς. Στοιχηματίζω, πάντως, ότι στο ενσωματωμένο mp3 του κεφαλιού μου θα παίζει πολύ (και πολύ δυνατά) αυτό το τραγουδάκι...
Όσο περνάει ο καιρός και τα μπλογκ γίνονται μαζικότερα, τόσο διαισθάνομαι αυτό που ήταν σχεδόν νομοτελειακό όταν ξεκινούσε το μέσο... Να το πω πτώση; Να το πω μετάλλαξη; Να το πω παραμόρφωση; Να το πω εκφυλισμό; Μπα. Να το πω αλλοτρίωση; Ας το πω. Αλλοτρίωση....
Είναι γεγονός ότι η κοινότητα αυτών που διαβάζουν μπλογκ εν Ελλάδι αυξήθηκε δυσανάλογα σε σχέση με αυτήν εκείνων που γράφουν στα μπλογκ. Έτσι, ενώ παλιότερα τα δύο ταυτίζονταν σχεδόν, σήμερα μπορεί κανείς να διακρίνει ξεκάθαρα τα μπλογκ που διαβάζονται από έναν μεγάλο αριθμό ατόμων που οι ίδιοι δεν γράφουν (ή προτιμούν άλλες υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Facebook) και εκείνα που διαβάζονται από την, αυξανόμενη επίσης, κοινότητα των μπλόγκερ- το πυκνό μπερδεμένο δίχτυ συνδέσεων που μπαίνουν στα μπλογκ, σύμφωνα με μια άτυπη «ετικέτα».
Η μαζικότητα της ανάγνωσης ορισμένων μπλογκ από μόνη της δεν είναι κακή... Έχω την αίσθηση όμως ότι δεν έφερε την ελεύθερη και άμεση πληροφόρηση αλλά την απόλυτη σύγχυση και την ασύδοτη παραπληροφόρηση, σε ό,τι αφορά τουλάχιστον την ειδησεογραφία. Και το χειρότερο είναι ότι αυτή η σύγχυση, η σπερμολογία, η συκοφάντηση δεν προέρχονται τόσο από κάποιους που απλώς γράφουν ό,τι τους κατεβαίνει: προέρχονται κατά κύριο λόγο από επαγγελματίες δημοσιογράφους, που υπό το πέπλο της ανωνυμογραφίας παίζουν τα δικά τους παιχνιδάκια, τα οποία δεν μπορούν (ή δεν θέλουν) να παίξουν από το μέσο στο οποίο δουλεύουν. Η προχειρότητα, η άθλια αισθητική, η αφόρητη κακογραφία (και ανορθογραφία - έλεος, υπάρχουν ακόμα και στο δίκτυο λεξικά) , το ασύστολο copy-paste, η τζάμπα κάργα λάσπη, οι σπόντες που γίνονται μπηχτές και κατόπιν απειλές, όλα είναι σημάδια μας διαδικτυακής βερσιόν αυτού που στις εφημερίδες είχε ονομαστεί «αυριανισμός» (χωρίς να ταυτίζεται μόνο με την συγκεκριμένη εφημερίδα). Σε πολλαπλάσιο μέγεθος, πολλαπλάσια κάκοσμο, και ίσως σε πολλαπλάσια απήχηση.
Από την άλλοι, και κάποιοι παλιοί μπλόγκερ που το ταλέντο τους αναγνωρίστηκε και συνεργάστηκαν με μεγάλα ΜΜΕ προσπαθούν (όχι πάντα επιτυχώς) να χωρέσουν την άλλοτε ανεξάρτητη γραφίδα τους στις συμπληγάδες «στηρίζουμε αυτόν, πολεμάμε αυτόν, δεν αγγίζουμε αυτόν», που χαρακτηρίζουν όλα τα μεγάλα μέσα. Αυτομάτως, η φρεσκάδα ξεθυμαίνει - σαν λουλούδια που δεν τους αλλάζεις το νερό-πριν ξεραθούν θα μαραγκιάσουν.
Θα ήμουν υπερβολικός αν έλεγα ότι ήρθε το τέλος εποχής για τη μπλογκόσφαιρα. Νιώθω όμως ότι τα μπλογκ (όσα δεν έχουν τον χαρακτήρα ενός ημερολογίου, σαν αυτό εδώ, που ούτως ή άλλως είναι περισσότερο προσωπικές εμμονές ) μπορούν να έχουν ουσιαστική δύναμη και κυρίως εγκυρότητα όταν απευθύνονται σε μικρές κοινότητες ανθρώπων, είτε με κοινά ενδιαφέροντα, είτε με κοινά γεωγραφικά, εθνικά ή κοινωνικά, θρησκευτικά, ιδεολογικά, επαγγελματικά χαρακτηριστικά. Από κει και πέρα, ό,τι μέσα στη μπλογκόσφαιρα γιγαντώνεται ασυστόλως και γίνεται ευρύτατα μαζικό, «για όλους και για όλα» μπορεί να γνωρίσει μια κάποια απήχηση, δεν θα κατορθώσει όμως ποτέ να είναι στα μάτια όλων κάτι περισσότερο από την αντιπαθητική ανοργασμική κουτσομπόλα της γειτονιάς: την ακούς καλά καλά, αλλά και φτύνεις στον κόρφο σου για να μη σε πιάσει στο στόμα της.
Η εικόνα από το μπλογκ της Νίνας Κουλετάκη ninac.files.wordpress.com
«A Mademoiselle Marie Valsamachi en souvenir d' une journée où elle interpreta magnifiquement L'AIGLON, avec mon plus affectueux respects. Paris. Juin 1918. Edmond Rostand».
[Στην δεσποινίδα Μαρία Βαλσαμάκη, εις ανάμνησιν μιας ημέρας κατά την οποία ερμήνευσε θαυμάσια τον «ΑΕΤΙΔΕΑ», με τα εγκαρδιότερα σέβη μου. Παρίσι. Ιούνιος 1918. Εντμόν Ροστάν].
Ποια ήταν λοιπόν αυτή η Μαρία Βαλσαμάκη, αυτή η δεσποινίδα στην οποία υποβάλλει τα «εγκαρδιότερα σέβη του» ο μεγάλος συγγραφέας Εντμόν Ροστάν; Άλλη μια μεγάλη ελληνίδα για την οποία δεν γνωρίζουμε τίποτα
Η Μαρία γεννήθηκε στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας το 1897 (κατά τα βιογραφικά λεξικά το 1898). Ο πατέρας της, Αντώνιος Βαλσαμάκης, κεφαλονίτης στην καταγωγή και η μητέρα της Αμαλία ήταν επιφανή μέλη της ανθηρής τότε ελληνικής κοινότητας της Ρουμανίας. Ο πατέρας της Μαρίας διηύθυνε μεγάλες εκτάσεις του στέμματος στη Ρουμανία, και ήταν από τους ισχυρούς παράγοντες εκπροσώπησης των ελληνικών συμφερόντων στη χώρα αυτή, όπου πολλοί Έλληνες διέπρεψαν οικονομικά στους τομείς της ναυτιλίας και του εμπορίου.
Φαίνεται όμως πως η οικογένεια του πατέρα της Μαρίας χρειάστηκε να εγκαταλείψει τη Ρουμανία και να μετεγκατασταθεί στο Παρίσι. Αυτό πρέπει να έγινε όταν η Μαρία ήταν σε πολύ μικρή ηλικία. Ο αδελφός της Μαρίας, ο Επαμεινώνδας Βαλσαμάκης πολέμησε στη Γαλλία το 1914, επικεφαλής λεγεώνας εθελοντών Ελλήνων και τιμήθηκε γι' αυτό με τον τίτλο της Λεγεώνας της τιμής. Άρα η οικογένεια θα πρέπει να βρισκόταν από τις αρχές του 19ου αιώνα στο Παρίσι. Γνωρίζουμε επίσης ότι η Μαρία είχε λάβει και «ελληνικήν αγωγήν».
Η Μαρία από νωρίς έδειξε την κλίση της προς το θέατρο και σπούδασε πλάι σε μεγάλα ονόματα του θεάτρου, στη Γαλλική Comedie Française (το αντίστοιχο του δικού μας «Εθνικού Θεάτρου»). Δασκάλα της ήταν και η πρώτη πρωταγωνίστρια του «Αετιδέα», η μεγάλη Σάρα Μπερνάρ, αλλά και ο ίδιος ο Εντμόντ Ροστάν, καθώς και οι μεγάλες μορφές της Comedie Française, Menil και Truffier. Ξεκίνησε να παίζει, ερασιτεχνικά στην αρχή. Στις ερασιτεχνικές παραστάσεις θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και αυτήν του Ιουνίου του 1918 του «Αετιδέως», που της χάρισε την συγκινητική αφιέρωση του Ροστάν. Η οικογένειά της όμως φαίνεται πως ήταν αντίθετη στο να ακολουθήσει η Μαρία θεατρική καριέρα.
Ο πατέρας της Μαρίας πέθανε στο Παρίσι το 1920 και δεν πρόλαβε να δει την πεισματάρα κόρη του να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια του επαγγελματικού θεάτρου. Ούτε ο Εντμόντ Ροστάν πρόλαβε. Στις 2 Δεκεμβρίου του 1918 πέθανε από επιδημία ινφλουέντζας (γρίππης), μερικούς μήνες μετά τη συγκλονιστική ερμηνεία της Μαρίας στον «Αετιδέα».
Το πείσμα της Μαρίας (και το άστρο) της δεν μπορούσαν να της επιτρέψουν να μην προχωρήσει σ' αυτό που είχε προδιαγράψει για κείνη η μοίρα: Το 1921 (κατά τον Θεόδωρο Βελλιανίτη το 1922) ανεβαίνει στη σκηνή ως επαγγελματίας ηθοποιός. Το έργο είναι και πάλι του Εντμόντ Ροστάν: «Η τελευταία νύχτα του Δον Ζουάν» παίζεται μετά το θάνατο του συγγραφέα. Η σχέση της με την οικογένεια του Ροστάν θα συνεχιστεί, αφού η Μαρία θα συνεργαστεί και με το γιο του, τον συγγραφέα Μωρίς Ροστάν (μια από τις πιο αμφιλεγόμενες λόγω των ερωτικών του προτιμήσεων μορφές του μεσοπολεμικού Παρισιού). Τα έργα του: «Νέα γενιά» και «Η σιδερένια μάσκα» στα οποία θα πρωταγωνιστήσει η Μαρία είναι μόνο ένα μικρό δείγμα του ρεπερτορίου στο οποίο θα διαπρέψει η νεαρή κεφαλονίτισσα: «Σπίτι της Κούκλας» του Χάινρικ Ίψεν, «Εισαγγελέας Χάλλερ», «Τζοκόντα» του Γκαμπριέλε Ντ' Αννούντσιο, «Γαλάζιο Πουλί» του Μωρίς Μαίτερλινκ.
Η μεγάλη επιτυχία της οδήγησε στην πρόσληψή της στο περίφημο γαλλικό θέατρο «ODEON», ως ηθοποιού κλασσικού ρεπερτορίου, όπου της δόθηκε η ευκαιρία να ερμηνεύσει πλέον και τα διαμάντια του γαλλικού θεάτρου: Πιέρ Κορνέιγ, Ζαν Ρασίν, Βικτόρ Ουγκώ, οι μεγάλοι γάλλοι συγγραφείς βρήκαν στη Μαρία μια σπουδαία ερμηνεύτρια. Μαζί με τον Μωρίς Ρωστάν, αλλά και με δικό της θίασο, περιόδευσε στη δυτική Ευρώπη (τόσο στην γαλλική περιφέρεια όσο και στην Αγγλία και το Βέλγιο) με μεγάλη επιτυχία, και ευρύτατη αποδοχή από την κριτική, ενώ επισκέφθηκε και την Ελλάδα (Εθνικό Θέατρο, Θέατρο Μουσούρη).
Η καριέρα της πρέπει να συνεχίστηκε μέχρι και τη δεκαετία του 1950. Η ίδια έγραψε δύο θεατρικά έργα στα γαλλικά [«Ο γυμνός άντρας» (L' Homme Nu, 1925)], τρίπρακτη κωμωδία που παίχτηκε για πολύ καιρό στο Παρίσι, και «Η γυναίκα και το είδωλο» (La Femme et l' Idole). Διετέλεσε επίσης διευθύντρια και άλλων παρισινών θεάτρων, όπως τα "ALBERT I", "ETOILE" και "VERLAINE". Δεν κατάφερε όμως ποτέ να δουλέψει στην Comedie Française, παρότι εξελέγη παμψηφεί από την αρμόδια επιτροπή, λόγω της ελληνικής της ιθαγένειας...
Αναζητώντας στοιχεία για τη Μαρία Βαλσαμάκη στους ηλεκτρονικούς καταλόγους της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Γαλλίας καταφέραμε να εντοπίσουμε μονάχα δύο τίτλους - διαφημιστικά παραστάσεων στις οποίες η Μαρία συμμετείχε. Το πρώτο αναφέρεται σε παράσταση τρίπρακτης κωμωδίας με τίτλο «Les égarés»στην οποία συμμετέχει η Μαρία ως ηθοποιός, στο ρόλο της Κατρίν Λουβουά, το 1929, στο θέατρο Κωμωδίας Κωμαρταίν του Παρισιού. Στο δεύτερο έργο η Μαρία φαίνεται να συμμετέχει ενεργότερα, αφού σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί: Πρόκειται για την κωμωδία «Μια φορά κι έναν καιρό είχα μουστάκια» (Autrefois j' avais des moustaches) σε κείμενο του Robert de Thiac, που παίζεται και πάλι στο Παρίσι, στο θέατρο Ντ'Αμπιγκύ, το 1951 (6 Απριλίου) Πιστεύουμε ότι ενδελεχέστερη έρευνα στη γαλλική βιβλιογραφία, αλλά και στα αρχεία των παρισινών θεάτρων και τον γαλλικό τύπο, θα δώσει περισσότερο φως στη δράση της κεφαλονίτισσας μεγάλης ηθοποιού του Γαλλικού θεάτρου, που ξεκίνησε από αγαπημένη μαθήτρια του Εντμόν Ροστάν για να κατακτήσει το θεατρικό Παρίσι, και, όπως φαίνεται, όχι μόνον αυτό: Η Μαρία φαίνεται πως συναναστράφηκε και μπήκε στον κύκλο μεγάλων ονομάτων της γαλλικής διανόησης, όπως ήταν ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, ενώ ασχολήθηκε ενεργά και με ζητήματα της ελληνικής κοινότητας του Παρισιού.
Η Μαρία Βαλσαμάκη έφυγε από τη ζωή στο Παρίσι, το 1981. Τρία μόλις χρόνια πριν (το 1978, σε ηλικία 80 χρονών), δώρισε το πορτραίτο της στο Μουσείο του τόπου καταγωγής της, μαζί με το βιβλίο και την αφιέρωση του Εντμόν Ροστάν. Η μεγάλη μορφή του γαλλικού θεάτρου, μια κεφαλονίτισσα, θέλησε, ίσως, στο ηλιοβασίλεμα της ζωής της, να επιχειρήσει μια ιδιότυπη «επιστροφή» στην αγαπημένη της πατρική γη. Εκεί που δεν κατάφερε να παίξει ποτέ άφησε το πορτραίτο της, έτσι όπως ήταν στο απόγειο της καριέρας της, για να την βλέπουμε κι εμείς, σαν μια παρακαταθήκη μνήμης για τους συμπατριώτες της, σαν μια ευκαιρία για ένα ακόμη χειροκρότημα σε μια μεγάλη της σκηνής.
(Απόσπασμα από κείμενο του θείου pil που δημοσιεύτηκε στο τοπικό μας περιοδικό ΟΔΥΣΣΕΙΑ, το 2007)
Ecoute, écoute le printemps sur la colline T'appelle et mêle sa gaieté à ma détresse Je t'aime, je t'aime le printemps sur la colline T'attend, viens-t'en Que notre bonheur renaisse Car il n'est de beaux jours sans amours
Άκου! Άκου!!! Les Surfs λέγεται το συγκρότημα - σήμερα πρωτοάκουσα το τραγούδι, σαράντα χρόνια και έχουν περάσει... Λάτρεψα την μελαγχολία στα βλέμματά και τις φωνές τους, σήμερα, γυρίζοντας σπίτι μετά από μερικά χιλιόμετρα πεζοπορίας σε μια από τις πιο όμορφες βόλτες του νησιού, τον γύρο της Λάσσης. Ανεβαίνεις λοφάκι - να η άνοιξη, στον κατήφορο, κάτω από το δρόμο - βλέπεις την ηλιόλουστη απέναντι ακτή καθώς στέκεσαι πάνω από μια ανθισμένη πορτοκαλιά... Τα σπάρτα έχουν αρχίσει να κιτρινίζουν και τα χωράφια έχουν πρασινίσει... Είναι ωραία βόλτα, πότε βλέπεις θάλασσα (χρυσή εκείνη την ώρα), πότε χώνεσαι μέσα στα πεύκα... Μιάμισι με δυο ώρες, με γρήγορο βάδην - από πάνω, ούτε ένα σύννεφο. Όλα μπλε, πράσινα, κίτρινα, παντού...
Μέσα στην ερημιά (ακόμη κάνει κρύο και μόνο οι παθολογικές περιπτώσεις έχουμε ξαμοληθεί στους δρόμους), μοναδική μου αδέσποτη συντροφιά ο «κουρλοσκύλος», έτσι τον έχω βαφτίσει - γαβγίζει και κυνηγάει όλα τα αυτοκίνητα, και μετά με ακολουθεί για κανα-δυο χιλιόμετρα, απ' όπου με συναντήσει... Κάποιο κάποτε τον χτύπησε και κουτσαίνει... Όταν δεν περνάνε αμάξια και βαριέται, αρχίζει και μου γαβγίζει κι εμένα: Τότε σουφρώνω τα φρύδια μου και τον κοιτάω σαν να του λέω «Και σε μένα, βρε Ιούδα Ισκαριώτη; Τον κολλητό σου;»... Κι αυτός, έπειτα, μού κάνει χαρούλες... Κάποτε με βαριέται κι αυτός και την αράζει πλάι στη θάλασσα, η με παρατάει αν τύχει και κυνηγήσει κανέναν στην αντίθετη κατεύθυνση.
Απόψε το δελτίο καιρού λέει πως αυτή η μικρή άνοιξη αύριο θα ξαναγίνει χειμώνας. Κι εγώ, έχοντας φυλάξει εντός όσο φως μπορούσα από τη μεγάλη μου ερημική βόλτα, τώρα, που η μικρή μας πόλη κοιμάται ήσυχη, έχω στήσει αυτί και περιμένω εναγωνίως να ακούσω το πρώτο σφύριγμα του ανέμου, τις πρώτες στάλες της βροχής, ελπίζοντας πως, όχι, όλα είναι ψέματα, κι ό,τι κι αν γίνει κι αύριο πάλι θα ‘ναι άνοιξη κι εγώ θα σιγοψιθυρίζω στη βόλτα μου το καινούριο παλιό τραγούδι που έμαθα σήμερα:
Ecoute, écoute le printemps sur la colline T'appelle et mêle sa gaieté à ma détresse...
Η Αγία Θέκλη είναι ένα μικρό χωριό του νησιού μου, 40 περίπου χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα, μ' ένα μικρό, πολύ μικρό Γυμνάσιο - ίσως μπορεί να συγκριθεί μόνο μ' εκείνα της άγονης γραμμής. Δύσκολη μετάθεση για τους λίγους του καθηγητές, που πρέπει να διδάσκουν κι άλλα μαθήματα εκτός από εκείνα της ειδικότητάς τους για να συμπληρώνουν τα κενά. Ιδιαίτερη εμπειρία και για τους μαθητές του, που για διάφορους λόγους φοιτούν εκεί αντί στα κεντρικότερα σχολεία του νησιού.
Αυτό το μικρό, πολύ μικρό Γυμνάσιο, λοιπόν, με τα λίγα, πολύ λίγα παιδιά, που είναι μακριά, πολύ μακριά από την πρωτεύουσα, σε μια γωνιά του νησιού που λίγες, πολύ λίγες παραστάσεις μπορεί να προσφέρει στους μικρούς του μαθητές, κέρδισε το πρώτο, μα πολύ πρώτο βραβείο της κατηγορίας «Πολυμέσα» στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Γαλλοφωνίας που προκηρύχθηκε από το Γαλλικό Ινστιτούτο και την Πρεσβεία της Γαλλικής Δημοκρατίας, και στον οποίο συμμετείχαν 350σχολεία από όλη την Ελλάδα...
Για ένα μεγάλο σχολείο της Αθήνας που σαρώνει σε σχολικούς διαγωνισμούς και αγώνες πάσης φύσεως, η είδηση θα ήταν σταγόνα στον ωκεανό, ίσως. Για αυτά τα παιδάκια όμως, σε εκείνη τη μικρή όμορφη, ξεχασμένη κουκίδα που γράφει «Γυμνάσιο Αγίας Θέκλης» αυτή η νίκη έχει τεράστια σημασία. Για κάποια ίσως θα είναι και η σπουδαιότερη στιγμή της ζωής τους. Για εκείνα που ίσως δε θα συνεχίσουν στο λύκειο, που θα γυρίσουν στα χωράφια ή τα κοπάδια των γονιών τους θα είναι η πιο ωραία τους ανάμνηση. Για κάποια άλλα ίσως (κι ίσως αυτό είναι και το πιο αισιόδοξο στοίχημα) είναι ένα μήνυμα από κάπου ψηλά ότι μπορούν να αλλάξουν τη ζωή τους. Ότι, όπως όλα τα παιδιά, κρύβουν μέσα τους κάτι υπέροχο. Ότι αξίζει να το ψάξουν, να το ανακαλύψουν, να το καλλιεργήσουν, να ονειρευτούν ότι υπάρχει ένας κόσμος εκεί έξω που αξίζει να δώσουν στον εαυτό τους την ευκαιρία να τον γνωρίσει, να τον χαρεί, να το παλέψει.
Είναι σπουδαίο την ώρα που ανακαλύπτεις τον εαυτό σου και που σκουντουφλάς πάνω στη μοίρα που άλλοι έχουν προδιαγράψει για σένα, κάποιος να βάζει μπροστά σου έναν καθρέφτη και να σού λέει: Κοίτα! Έχεις κι εσύ φτερά. Πέτα!
Μια μικρή ομάδα από τα παιδιά θα ταξιδέψει στην Αθήνα, για να παραλάβουν το βραβείο, μαζί με την δασκάλα τους των γαλλικών. Τον άνθρωπο που είχε το κέφι, τη φρεσκάδα, και προπαντός, την αγάπη να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει τα παιδιά. Να τα κάνει να πιστέψουν ότι κι εκείνα, κι εκεί που βρίσκονται, μπορούν να δουλέψουν μαζί και να πετύχουν.
Καμμιά φορά ο ουρανός σε θυμάται. Αλλά χρειάζεται κι ένας άγγελος να κατεβεί για να σου δείξει ότι κι εσύ ξέρεις να κοιτάς ψηλά. Να σε πείσει ότι και τα δικά σου μάτια μπορούν να δουν το φως.
Τέτοιοι άγγελοι είναι οι καλοί δάσκαλοι. Αγγελιοφόροι φωτός. Που ανάβουν, σαν μικρά κεράκια, τη φλόγα στα παιδιά... Όσο πιο δυνατή, τόσο πιο πολύ θα κρατήσει...
Y.Γ.2 Οι καθηγητές των γαλλικών των νησιών μας διοργανώνουν τη γιορτή της γαλλοφωνίας, από σήμερα (Τετάρτη) ως το Σάββατο με εκδηλώσεις και προβολές. Έφτιαξαν κι ένα πολύ όμορφο μπλογκ με όλο το πρόγραμμα. Δείτε το: http://semainelf.blogspot.com
Y.Γ.3. Η Γαλλοφωνία θέλει και γαλλικό τραγούδι... Κι αυτό σχετικό... Κι από τα πιο αγαπημένα μου (και από τα πλέον άγνωστα παγκοσμίως) γαλλικά τραγούδια
Αποφάσισα πια να γράφω μόνο γι' αυτά που μ' αρέσουν, γι' αυτά που μου δίνουν ευχαρίστηση, για τη φωτεινή πλευρά της ζωής. Έχω επίγνωση ότι η γκρίνια, η ευφυολογούσα κακομοιριά και το χαριτωμένο ξεκατίνιασμα πουλούν περισσότερο, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν πουλάω τίποτα εδώ. Όλα τζάμπα είναι. Όπως κι η χαρά. Η ομορφιά. Το φως. Δεν έχουν πάνω τους τιμή. Συνεχίζω λοιπόν κι εγώ, άτιμος.
Έχω, λοιπόν, γοητευτεί απ' αυτή την ιστορία, απ' αυτό το τραγούδι. Το λέει ένα κορίτσι δεκαέξι χρόνων. Το έγραψε ο αδελφός της, 20 χρόνων. Η μελωδία γλυκιά κι αθώα, οι στίχοι παιδιάστικοι, γοητευτικοί, όπως ταιριάζει σ' αυτές τις ηλικίες. Που όταν ήμασταν εκεί όλοι νομίζαμε πως ο κόσμος είναι εκεί έξω και περιμένει εμάς να τον κατακτήσουμε. Ότι κάποιο θεϊκό χέρι βούτηξε στην μαρμίτα με τον μαγικό ζωμό των ονείρων ένα κουτάλι της σούπας, και μας τάισε, μόνο εμάς, όπως καθόμασταν εκεί, στο ριλάξ μας, με τη σαλιέρα μας καθαρή και μοσχομυριστή κάτω από το λαίμαργο στοματάκι μας - από φόβο, μήπως και στάξει λίγο από το μαγικό στο πάτωμα και χαθούν τα όνειρα που κρύβει μέσα του...
Το τραγούδι λέγεται "Firefly" και είναι η συμμετοχή της Κύπρου στη Γιουροβίζιον. Το λέει μια μαθήτρια, η Χριστίνα Μεταξά. Το έγραψε ο αδελφός της ο Νικόλας, μεγάλο μουσικό ταλέντο. Το πιο πιθανό είναι ότι δεν θα έχει μεγάλη τύχη στο διαγωνισμό (εκτός κι αν γίνει μια μεγάλη -ευκταία- έκπληξη). Με συγκινεί όλη αυτή η απλότητα μπροστά στη δική μας υπερπαραγωγή - τη βιομηχανία που έχει στηθεί με μόνο στόχο την πρώτη θέση...
Ελπίζω αυτά τα παιδιά να χαρούν το όνειρό τους, όσο κρατήσει - κι ας είναι όσο το φως μιας πυγολαμπίδας...
(Η φωτό, με χιλιάδες πυγολαμπίδες μέσα στη νύχτα, από το www.nature.com)
Πολλές φορές θες να μιλήσεις για κάτι που περίμενες καιρό, με λαχτάρα κι ανυπομονησία, να πεις χιλιάδες πράγματα, κι όμως, τη στιγμή που συμβαίνει νιώθεις αδύναμος να μιλήσεις. Γιατί δεν ξέρεις αν τα λόγια σου θα μπορούν να περιγράψουν τα αισθήματα εκείνης της στιγμής. Έτσι κι εγώ, για κάποιες μέρες δεν είχα το κουράγιο να μιλήσω. Ήθελα να κρατήσω για λίγο μόνο δικιά μου τη χαρά.
Η ποίηση του Δημήτρη Αθηνάκη, που πρωτοδιαβάσαμε στην Lifoland, πάνε σχεδόν δυο χρόνια τώρα, είναι πια τυπωμένη στο χαρτί. Το λογοπαίγνιό του "χωρίσεμεις", που εκτός απ' όλα τ' άλλα ήταν και το μπάνερ του μπλογκ του έγινε ο τίτλος του βιβλίου του, που παρουσιάζεται σήμερα στις 6 το απόγευμα στον "Ιανό" (Σταδίου).
Στους παλιούς είναι γνωστή η γνώμη μου (κι ο ενθουσιασμός μου) για τον Δημήτρη και την ποίησή του. Και ίσως να μην σημαίνει τίποτα η δικιά μου γνώμη... Αυτό που νομίζω, ως αναγνώστης, πως είδα στην οθόνη μου όταν διάβαζα τα ποιήματά του είναι όλα εκείνα τα υλικά που πιστεύω πως οικοδομούν έναν ποιητή αληθινό.
Πρώτα πρώτα, η ζωή των λέξεων. Ποτέ μου δεν μπόρεσα να αγαπήσω ή να συγκινηθώ με ποιήματα που ήταν όμορφα, ευφυή, λεκτικά παιχνίδια. Δεν αρκεί αυτό. Η ποίηση πρέπει να είναι από μόνη της πράξη. Όχι σύμβολα, λείψανα πράξης. Ο λόγος να παράγει ενέργεια. Να σε χτυπάει στο πρόσωπο - να μην τον καμαρώνεις, απλά, εκ του ασφαλούς. Η ενέργεια σε κάνει κομμάτι της επικοινωνείς όχι ως παθητικός δέκτης, αλλά ενσωματώνοντάς την στα βιώματά σου.
Έπειτα, η οργανικότητα. Τα ποιήματα του Δημήτρη έχουν ρίζες που μπαίνουν βαθια στη γη. Και κλαδιά που φτιάχνουν ευθείες προς τον ουρανό. Δεν είναι κομμένα λουλούδια σε βάζο. Γι' αυτό και σε κάθε εκατοστό του κορμού και των φύλλων τους συμβαίνουν κάθε στιγμή πολλές φωτοσυνθέσεις.
Εννοείται, ο κυματισμός - η δυνατότητα να ζωογονούν τις άνυδρες καθημερινές στιγμές με τη συγκίνηση (ίσως την κορυφαία και πιο αναγκαία για τον άνθρωπο λειτουργία της ποίησης και της τέχνης γενικότερα). Όπως τα ρεύματα της θάλασσας παλεύουν εντός του ποιητή τα αισθήματα - κι οι άνεμοι κι η θέρμη σηκώνουν ψηλά σταγόνες, τις εξατμίζουν και τις ρίχνουν πίσω σαν βροχή...
Εν συνεχεία, η βαλίτσα διαρκώς στο χέρι. Η επίγνωση ότι πρέπει να δουλέψεις, να εξελιχθείς, κουβαλώντας στην πλάτη το εργαστήρι σου και στο χέρι τις αποσκευές σου, και χιλιάδες κλειδιά για άγνωστες πόρτες και περιπέτειες. Κι ένα διαβατήριο με άπειρες σελίδες ασφράγιστες.
Και τέλος, το φωτοστέφανο - αυτό είναι του ανθρώπου πρωτίστως, όχι του ποιητή. Καμμιά φορά για να το διακρίνεις πρέπει να έχεις δει εσύ πρώτα τον κόσμο ανάποδα. Οι παλιοί θεωρητικοί της λογοτεχνίας αυτό το λέγανε άγγιγμα ουρανού. Ωραία φράση, την κρατώ. Θα το δείτε κι εσείς... Εγώ λυπάμαι στ' αλήθεια που δεν μπορώ να είμαι εκεί.
Χαίρομαι όμως γιατί ξέρω (κι εύχομαι από καρδιάς) ότι το ταξίδι θα συνεχιστεί... Ως εκεί που μπορεί να οδηγήσει η ποιητική εμπειρία...
(Εβδομήντα χρόνια τώρα το τραγουδάει η Τζούντυ Γκάρλαντ - ελπίζω να πάρει σε όλους μας λιγότερο να βρούμε το Μάγο του Οζ)
Δεν ξέρω τί άλλο να πω γι' αυτές, πέραν του ότι είναι υπέροχα, απερίγραπτα, απίστευτα, γοητευτικά άτιμα, πολυμήχανα, αξιολάτρευτα πλάσματα, μακράν πιο εξελιγμένα από εμάς τα βόδια, που πασχίζουμε (εννοείται εις μάτην), να βρούμε τα φεγγάρια τους, κι όλο ανακαλύπτουμε αντί για φεγγάρια καινούριους λαβυρίνθους και καινούριους γαλαξίες, κι αυτές με ένα βλέμμα κάνουν τον χάρτη του κόσμου τους που νομίζουμε ότι φτιάξαμε να μεταμορφώνεται, έτσι ήσυχα, έτσι παραμυθένια. Οι ωκεανοί να γίνονται στεριές, κι οι στεριές αστέρια, και τ' αστέρια ωκεανοί, κι εμείς κάπου στη μέση...
Δεν θα επεκταθώ σε άλλες λεπτομέρειες, θα αφήσω τον Φοίβο Δεληβοριά να τα πει, καλύτερα από μένα, έτσι όπως τα είχε πει σε εκείνη την υπέροχη συναυλία στο αίθριο της Φιλοσοφικής, λίγα σκαλιά πιο κάτω από τον τέταρτο όροφο, δέκα χρόνια πριν...
Οι (αριστουργηματικοί) του στίχοι είναι για να τους τραγουδήσουμε εν χορώ όλα τα αστροκαμμένα σερνικά της Lifo όχι μόνο σήμερα που εκείνες γιορτάζουν, αλλά για κάθε στιγμή του χρόνου, για κάθε "Εκείνη". Για να σας ακούσω...
Γεννιέσαι την έχεις μητέρα πηδάς στον αέρα σκας στο πάτωμα εκείνη σε βάζει στην κούνια στα μάτια σαπούνια και γαλάκτωμα
Σου δείχνει πώς κάνει η πάπια και μοιάζει με κάποια που 'χες γκόμενα στο μέλλον με τ' άσπρα φωτάκια και με τ' αστεράκια τα φλεγόμενα
Μετά που σε στέλνουν σχολείο στο δίπλα θρανίο εκείνη κάθεται μικρή με τα ροζ κοκαλάκια και τα ποιηματάκια που θα μάθετε
Για να σε προσέξει ρεψίματα κάνεις χτυπιέσαι στους δρόμους πλακώνεσαι της σπας με νεράντζια τα τζάμια κι από την ταράτσα πηδάς και σκοτώνεσαι
Σηκώνεσαι κι είσαι δεκάξι βαριέσαι στην τάξη γράφεις ποιήματα το στήθος της θέλει να σπάσει κυλιέται στα δάση και στα κύματα
Ποιος στίχος σου θα τη χωρέσει που θέλει να αρέσει στους ακέφαλους που δίνει φιλιά μες στα δόντια κι ανοίγει τα πόδια σ' άγνωστους φαλλούς
Την ψάχνεις το σκας απ' το σπίτι σε σέρνει απ' τη μύτη αυτό το βάλσαμο αυτή η μυρωδιά από γαζία αυτή η τυραννία σε τραβά ενώ
Κανένας βοηθός δεν υπάρχει να πει τι έχεις πάθει τι σε πόνεσε κι εκείνη δε λέει να κοιτάξει γκαζώνεις τ' αμάξι χτυπάς και σκοτώνεσαι
Λοιπόν έχω βγάλει και δίσκο και πάλι δε βρίσκω εκείνο που 'θελα πριν βγω στη σκηνή νιώθω χάλια αδειάζω μπουκάλια με θολά νερά
Μα σαν το συγκρότημα βγαίνει μπροστά φωτισμένη εκείνη κάθεται χωρίς στα μαλλιά κοκαλάκια χωρίς ποιηματάκια που θα μάθετε
Περνάω την κιθάρα στο βύσμα με πιάνει ένα πείσμα απογειώνομαι αρχίζω τον πρώτο μου στίχο τρυπάω τον τοίχο και σκοτώνομαι
Το Μάρτη του 1994 ο pil ήταν τριτοετής φοιτητής στη Νομική της Αθήνας. Έκτο εξάμηνο. Αξιόγραφα. Κληρονομικό Δίκαιο. Εργατικό Δίκαιο. Βάλε και ολόκληρο το δεύτερο έτος που χρώσταγε κι είχε αρχίσει ήδη να ξοφλάει. Το 01 ήταν κρεμασμένο στα περίπτερα, φρέσκο, με τη φόρα του καινούριου. Ο pil διάβαζε επίσης Ποπ Κορν (ανέκαθεν είχε μια ροπή προς την ελαφρότητα) , Ποπ και Ροκ, Ποντίκι κάθε Πέμπτη (που τότε είχε γραφεία απέναντι, στην οδό Μασσαλίας) και Ελευθεροτυπία ή Βήμα κάθε Κυριακή, Ξανθούλη, Σεφέρη και Κούντερα, λάτρευε τα σινεμά της Κηφισίας, της Αλεξάνδρας και του κέντρου (σάμπως υπήρχαν και πολλά άλλα, τότε;), άκουγε Pet Shop Boys, Whitney Houston, Mariah Carey, Μαντώ, Ευρυδίκη, Nirvana και Μίμη Πλέσσα (μόλις είχαν επανέλθει τα σουξέ του κινηματογράφου)και ήταν αθεράπευτα ερωτευμένος με μία νεαρά. Για να την βλέπει συνεχώς αποφάσισε να μην παρατήσει τη Νομική.
Ήταν 20 και δεν ήξερε τι θέλει να γίνει όταν θα μεγαλώσει. Ήξερε μόνο τι δεν ήθελε: να γίνει δικηγόρος. Ήξερε ότι ήθελε, πρώτα απ' όλα, να γράφει. Ότι αυτό ήταν όλη του η ζωή.
Το Μάρτη του 2009, ο pil κλείνει 9 χρόνια στη δουλειά του (και 14 ως εργαζόμενος...). Τέλειωσε άλλη μια σχολή, και τέσσερα χρόνια λιβανίζει ένα διδακτορικό - τυπικά, είναι ακόμα φοιτητής. Χρωστάει κεφάλαια κι αρχίζει να τα ξοφλάει. Δίνει ακόμα εξετάσεις (για να πιστοποιηθεί, για να διοριστεί) άσε που σιγά σιγά αρχίζουν κι οι άλλες εξετάσεις ρουτίνας (αυτές στο μικροβιολόγο). Διαβάζει Δίφωνο, Ποντίκι κάθε Πέμπτη, και όποια εφημερίδα έχει πιο ωραίο Dvd κάθε Κυριακή, Lifo (από το pdf, πότε θα πιάσουμε χαρτί στα χέρια μας κι εμείς οι νησιώται;), κουτσομπολίστικα μπλογκ, ξένο τύπο και μουσικά σάιτ στο Ίντερνετ, ξενυχτάει πάνω από επιστημονικά βιβλία και ξεχασμένες παλιές εκδόσεις (και λαχταρά να ξανανοίξει Κούντερα, Ξανθούλη, ένα μυθιστόρημα κι ό,τι να ‘ναι, έστω και Λένα Μαντά, νισάφι πια η επιστήμη!) Λατρεύει το μοναδικό σινεμά της μικρής του πόλης, ακούει Duffy, Alicia Keys, κλαίουσες ιτιές (Dido, Sarah MacLachlan, Norah Jones, Jewel) Μαντώ, Ευρυδίκη, Ηρώ, Φοίβο (και Δεληβοριά και από τον άλλο), και αγοράζει πολλά best of (ναι, ακόμα αγοράζει cd). Και, εννοείται, Μίμη Πλέσσα, αλλά πλέον πιο πολύ Χατζιδάκι, και είναι αθεράπευτα... Ε, μην επαναλαμβανόμεθα, τώρα.
1η του μήνα έκλεισε τα 35. Μεγάλωσε και δεν ξέρει ακόμα τι θέλει να γίνει. Δεν κατάφερε τίποτα απ' όσα θεωρούσε σπουδαία στη ζωή του. Ευτυχώς, δεν έγινε δικηγόρος (δηλαδή έγινε και παραιτήθηκε μια μέρα πανευτυχής). Έκανε και μερικά πράγματα που τα χάρηκε αληθινά, και πολλά που ούτε τα χάρηκε ούτε θέλει να τα θυμάται. Ξέρει ότι ακόμα θέλει, πρώτα απ' όλα, να γράφει. Ξέρει επίσης ότι (ευτυχώς) η ζωή δεν είναι μόνο αυτό.
Υ.Γ. 1. Θερμές ευχές στην Dana (που κλείνει τα 20) και καλοτάξιδο το βιβλίο της!
Υ.Γ. 2 Πρώτη φορά βάζω μπουζούκι στο βίντεο - Αλλά τι μπουζούκι! Λατρευτός Ζαμπέτας , τραγουδάει η Μαρία Δουράκη - ένα από τα πιο ωραία του τραγούδια, αιωνίως επίκαιρο... «Μιας πεντάρας νιάτα».