Μπορεί η τηλεοπτική δημοσιογραφία να παρομοιάζει την απόδραση Παλαιοκώστα από τις φυλακές Κορυδαλλού με το "Prison Break" (δόλιε Μάικλ Σκόφιλντ που έσκαβες τα σοβαντεπιά με τα κουταλοπήρουνα!). Από τούτο το ταπεινό βήμα όμως είμαι έτοιμος να προβώ στην συγκλονιστικότερη αποκάλυψη που αφορά την απόδραση της χρονιάς. Όχι, αδέλφια μπλόγκερς. Δεν ήτανε Prison Break η απόδραση. Ήτανε «Στο Παρά Πέντε».
Θυμάστε (όσοι παρακολουθούσατε το εν λόγω σήριαλ, όπως κι εγώ, στα διαλείμματα, εννοείται, φιλολογικών εσπερίδων όπου εντρυφούσαμε στα Fleurs du Mal και στην μικροτεχνία του ροκοκό), την μνημειώδη φυγάδευση με ελικόπτερο (ναι, ΜΕ ΕΛΙΚΟΠΤΕΡΟ) της Ζουμπουλίας από το νοσοκομείο όπου την είχαν κλείσει οι κακοί που την είχαν απαγάγει; Θυμάστε με πόση μαεστρία εξαπάτησαν τους κακούς η γιαγιά Σοφία, η Θεοπούλα, όλη η παρέα του Παρά Πέντε και, κυρίως, η Αμαglία;
Θυμάστε ποιος βρισκόταν απ' έξω, συντόνιζε και χρηματοδοτούσε την όλη προσπάθεια, με το κωδικό όνομα «Κάντυ-Κάντυ»;... Μα, η δαιμονία, ζάπλουτη (και κρυφό ίνδαλμά μου λόγω του IQ της) Ντάλια Χατζηαλεξάνδρου, που παρακολουθούσε την επιχείρηση από ένα βανάκι έξω από το κτίριο...
Επειδή όταν σπούδαζα νομικά είχα βαθμολογηθεί με 10 σε δύο Εγκληματολογίες και μία Ανακριτική και θα έπαιρνα και 10 στην Σωφρονιστική και Ποινική Καταστολή αν δε με χτυπούσε ανελέητα η ανεμοβλογιά με αποτέλεσμα να χάσω την εξέταση, φαντάζομαι ότι η γνώμη μου βαρύνει εξόχως. Ως εκ τούτου, διαδηλώνω προς πάσα κατεύθυνση ότι η ΝΤΑΛΙΑ ΧΑΤΖΗΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ βρίσκεται πίσω από την απόδραση Παλαιοκώστα. Περαιτέρω, υποψιάζομαι βασίμως ότι αυτή τη φορά η Ντάλια χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο «Χάιντι», ενώ ο Παλαιοκώστας, για ευνόητους λόγους, ανέτρεξε στη σκανδιναβική λογοτεχνία και υιοθέτησε την κωδική ονομασία «Νιλς Χόλγκερσον».
Δυστυχώς δεν εντόπισα στο YouTube τη σκηνή της φυγάδευσης της Ζουμπουλίας, για να διαπιστώσετε και ιδίοις όμμασιν τις συγκλονιστικές ομοιότητες των υποθέσεων. Ωστόσο, σας παραθέτω σκηνές από τα όσα ακολούθησαν, με έναν συγκλονιστικό μονόλογο της Αμαgliας, που αναφέρεται μεταξύ άλλων στην αντίδραση της Πολιτείας στην απόδραση: Μηgnύσεις!!! Κι άλλες Μηgnύσεις !!!(Χριστέ μου, πόσους φακέλους μπορεί να χωρέσει πια κι αυτό το Αρχείο;)
Εννιά χρόνια περάσανε κιόλας. Δεν θυμάμαι καν τι μέρα ήταν. Εκεί, γύρω στις 20 Φλεβάρη. Φορτώσαμε τις βαλίτσες μας στο λεωφορείο του ΚΤΕΛ. Τα μισά πράγματα έμειναν στην Αθήνα. Δεν χωρούσανε στα μπαγκάζια.
Όπως όλοι οι φίλοι. «Έλα, μωρέ. Θα ανεβοκατεβαίνω συχνά.»... «Έλα, υπό δοκιμή είμαι... Δεν ξέρεις τι θα γίνει αύριο...»
Η σχολή, μισοτελειωμένη κι αυτή κατά ένα εξάμηνο. Τα όνειρα, ατελείωτα.
Στο σπίτι που με φιλοξένησε δεν είχα κουράγιο να πω αντίο. Στη θεία μου είπα ένα πνιγμένο ευχαριστώ.
Στα ανηψάκια δεν είπα πως φεύγω. Έκλαιγαν κάθε φορά που πήγαινα διακοπές στο νησί, φανταστείτε να τους έλεγα ότι φεύγω για καλά. «Να μας πάρεις μαζί σου». Τα καληνύχτισα σαν κάθε βράδυ.
Πίσω στο νησί με περίμενε μια δουλειά που δεν ήξερα, που δε σπούδασα. Που ποτέ μου δεν φαντάστηκα ότι θα κάνω. Ποτέ. Ένα σπιτάκι που μου ‘χαν βρει άρον άρον οι δικοί μου. Ένας κόσμος που κάποτε ήμουν μέρος του, μα τώρα...
Εννιά χρόνια πρωτύτερα, όταν έφευγα, 17 χρονών σχολιαρόπαιδο, ήμουν βέβαιος πως δεν θα γυρνούσα ποτέ πίσω στο νησί. Όλοι ήταν εξίσου βέβαιοι με μένα.
Σ' όλο το δρόμο έβρεχε. Κι εγώ είχα κολλήσει τη μούρη μου στο τζάμι του λεωφορείου. Τώρα, που δεν χρειαζόταν πια να μιλάω, μπορούσα ελεύθερα να κλάψω. Ποτάμι τα μάτια μου, από Κηφισό μέχρι Πάτρα. Και οι γροθιές σφιχτές.
Όλα μένανε πίσω. Μπροστά, υπήρχε μονάχα ένα «υπό δοκιμήν». Ένα σκοτάδι. Έστω. Καλό κι αυτό.
Εκείνες τις μέρες, ξανακυκλοφορούσε μετά από 7 χρόνια σιωπής ο «Ταχυδρόμος», παλιό αγαπημένο μου περιοδικό, σαν ένθετο πια στα «Νέα» του Σαββατοκύριακου.
Όλη η Εθνική οδός Αθηνών-Πατρών ήτανε γεμάτη γιγαντοαφίσες που ανήγγειλαν το ευτυχές γεγονός. Και η υγρή μου ματιά δε χόρταινε να βλέπει το διαφημιστικό σλόγκαν του "Ταχυδρόμου" στα βρεγμένα φύλλα των αφισών να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά:
Λοιπόν, το έχω τάμα κάθε χρόνο, την κρίσιμη στιγμή που με κομμένη την ανάσα επιλέγουμε το άσμα που θα μας εκπροσωπήσει στην Eurovision, να ανακαλώ στιγμές πόνου, ολέθρου και συντριβής (καθόλου περίεργο για το ποιόν μου). Τρεις είναι οι τραυματικές στιγμές που επέλεξα για να αποδομήσω τον θεσμό φέτος (τι να αποδομήσω δηλαδή, εδώ και ο ίδιος ο Ντεριντά θα μπορούσε να υποκλίνεται στον ορισμό της αποδομήσεως που είναι το εν λόγω φεστιβάλ).
1985, ο διαγωνισμός γίνεται στο Γκέτενμποργκ της Σουηδίας και εμείς περνάμε την πρώτη τετραετία του σοσιαλισμού. Η Αυριανή δημοσιεύει φωτογραφίες του Μητσοτάκη με γερμανούς στρατιώτες, ο Αντρέας έχει ήδη ξαποστείλει τον Καραμανλή στο σπίτι του και ο Μάνος Χατζιδάκις εκδίδει το Τέταρτο. Ο θείος pil τελειώνει το Δημοτικό. Την Ελλάδα στο διαγωνισμό εκπροσωπεί ο αγαπημένος τραγουδιστής του Ανδρέα Τάκης Μπινιάρης, με την τρυφερή μπαλάντα «Μοιάζουμε», που μοιάζει να περιγράφει τον τρίτο δρόμο προς το σοσιαλισμό. «Θα μας χωρίζουν πάντα κάποιες διαφορές, αισθητικές ή ταξικές ή αν θέλεις κι άλλες» τραγουδά ο πρόδρομος του metrosexual babyface Τάκης, σαν ρομαντικός πρασινοφρουρός προς τσούγδω δαπίτισσα νομικής. Όμως (ιδού ο τρίτος δρόμος) «εμείς Μοιάζουμε σαν δυο στάλες βροχής»... Μπορεί το ΠΑΣΟΚ να κέρδισε τις εκλογές του 85, ο Τάκης όμως στη σκηνή κατελήφθη από τον τρόμο του κενού (ωσάν να έβλεπε μπροστά του την τσούγδω δαπίτισσα) - η Ευρώπη αγχώνεται: Φέρτε του ένα υπογλώσσιο του παιδιού! θα βγάλει την περφόρμανς ή θα μας μείνει επιτόπου; Το αποτέλεσμα... 16η θέση. Παραλίγο να ξεχάσει να μας ψηφίσει και η Κύπρος.
1986, η Ελλάς δεν συμμετέχει παρότι είχε επιλέξει την Πωλίνα, διότι ο διαγωνισμός γίνεται Μεγάλο Σάββατο (στο Μπέργκεν της Νορβηγίας). Οσονούπω θα πληροφορηθούμε ότι στις 26/4 έσκασε ένας πυρηνικός αντιδραστήρας στο Τσερνομπίλ (παρότι ο Ριζοσπάστης ωρύεται ότι τίποτα δεν συμβαίνει. Οι αντιδραστήρες στην ΕΣΣΔ είναι άψογοι, όπως τα Lada και όλα τα σοβιετικά προϊόντα). Όμως τις πρώτες συνέπειες του ολέθριου ατυχήματος θα τις δούμε στη σκηνή της Γιουροβίζιον, στη συμμετοχή της αδελφής ημών Κύπρου. Η Ελπίδα προσπαθεί να μας πείσει ότι δεν τρέχει τίποτα αναφωνώντας «Τώρα τώρα ζω, τώρα τώρα ζω!!!», ωστόσο η εμφάνισή της στη σκηνή δεν μπορεί να μας πείσει για την αλήθεια των λεγομένων της. Η γραφίδα μου αδυνατεί να περιγράψει αυτό που θα δείτε στο βίντεο. Και η Ευρώπη μάλλον αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να λάβει τα μέτρα της ενάντια στη φρίκη της ραδιενέργειας. Η Κύπρος καταλαμβάνει την τελευταία θέση με 4 μόλις βαθμούς.
Την επόμενη χρονιά (1987) ο διαγωνισμός γίνεται στις Βρυξέλλες. Εμείς ζούμε ακόμη στο σοσιαλισμό, αλλά εν τω μεταξύ έχουμε φάει τα μουστάκια μας με την φίλη και γείτονα Τουρκία η οποία ξαμόλησε το «Σισμίκ» στο Αιγαίο και παραλίγο να γίνουμε μπίλιες (αλλά ευτυχώς ο Αντρέας τα βρήκε με τον Οζάλ, κι έτσι κι αλλιώς σε ένα μήνα θα πάρουμε και το Ευρωμπάσκετ, και θα μάθουμε και για τη Μιμή, οπότε θα έχουμε άλλα ζητήματα για να παίζουμε).. Η μολαταύτα φίλη και γείτων Τουρκία επιζητεί την ευρωπαϊκή της πορεία (την ίδια χρονιά που εμείς συμβολικά στέλνουμε ένα συγκρότημα που λέγεται Bang να τραγουδάει Stop με σαφείς πολιτικούς στόχους). Στέλνει την «μες την καλή χαρά» Σεϊγιάλ Τανέρ που τραγουδάει το άσμα «Şarkım Sevgi Üstüne» (ας βοηθήσουν οι ομιλούντες την τουρκική), συνοδευόμενη από το γκρουπ Λοκομοτίφ. Σας προειδοποιώ ότι το βίντεο που θα δείτε είναι απολύτως αυθεντικό. Μέσα σε ένα απίστευτο σκηνικό αλαλούμ και μια αξιοζήλευτη υπερκινητικότητα που ο Σάκης πρέπει να μελετήσει δεόντως, με όλο το γκρουπ να χαμογελά σαν να έχει καταναλώσει όλα τα έκστασι που 10 χρόνια αργότερα θα φύτρωναν στους απέραντους αγρούς των Οινοφύτων, η Σεϊγιάλ παρέβλεψε μια σημαντική λεπτομέρεια. Μπορεί να φόρεσε φουστανέλα παρόμοια με αυτήν του Νικηταρά, όμως λησμόνησε (αλί) ότι το προσωνύμιό του ήταν «Τουρκοφάγος». Το αποτέλεσμα; Η Τουρκία καταλαμβάνει πανηγυρικά την τελευταία θέση με το απόλυτο μηδέν στη βαθμολογία (είδατε; Η ρωμαλέα εξωτερική μας πολιτική οδήγησε στον απομονωτισμό του τουρκικού επεκτατισμού)...
Με τον αέρα αυτής της διπλωματικής νίκης, σας αφήνω γεια. Εύχομαι θριάμβους στον Σάκη μας και να είμαστε καλά να θυμόμαστε τέτοιες ιστορικές στιγμές.
Υ.Γ. Σας εκλιπαρώ, μην παραλείψετε να δείτε το τελευταίο βίντεο. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!
Σήμερα όλη μέρα κυκλοφορώ μ' ένα χαζό χαμόγελο και ένα καντάρι μολύβι στο στήθος. Και από το νου μου δεν μπορεί να φύγει η Αγία Μόνη. Ένα εκκλησάκι στον φωτεινότερο τόπο του κόσμου, στα Κύθηρα, μακριά από τους ανθρώπους, απομονωμένο σε μια κορφή, 500 μέτρα ψηλά.
Ένας βοσκός βρήκε την εικόνα της Παναγίας σ' εκείνο το σημείο, το 1766.. Τριγύρω ήταν όλα καμμένα από έναν κεραυνό. Μονάχα εκείνη, που την έβγαλαν Αγία Μόνη, είχε μείνει άθικτη από τη φωτιά. Μόνη...
Από τότε που είδα το εκκλησάκι από μακριά το έχω μέσα στην καρδιά μου. Και καμιά φορά προσεύχομαι στην Αγία Μόνη, με μια περίεργη προσευχή. Την έγραψε ο Σαββόπουλος, σε μουσική του Nick Cave (ευχαριστώ κι αυτόν που ανέβασε το βίντεο στο You Tube, με τη φωνή της Ελευθερίας). Αν θέλετε, προσευχηθείτε κι εσείς, μέρα που είναι.
Δε θα 'θελα εδώ Θεός να επέμβει και ας ξέρω, φως μου, πως τυφλά τον υπακούς Σκυφτός εγώ, γονατιστός, θα του ζητούσα να μην επέμβει στους θολούς σου δισταγμούς...
[Το υπόλοιπο, δικό σας!]
Αν πάλι θέλετε να προσευχηθείτε με τον αυθεντικό Cave, ιδού.
Ξέχασα να σας πω... Η εικόνα της Παναγίας που βρέθηκε εκεί που σήμερα είναι η Αγία Μόνη, έγραφε πάνω της: «Η ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΕΛΠΙΣ»...
Ακόμη και στις μεγάλες λεωφόρους με τα γυάλινα κτίρια κρύβονται μικρές οδοί ονείρων - σ' αυτό το φρικιαστικά βάρβαρο τοπίο των άναρχων οικοδομημάτων, και των άναρχα σταθμευμένων οχημάτων (υπάρχει πιο ποιητικό θέαμα από μια αστραφτερή Μερσεντές παρκαρισμένη σ' ένα κατατσακισμένο πεζοδρόμιο κάπου στην Κηφισίας, πλάι σ' έναν καταβρώμικο σκουπιδοντενεκέ;).
Ακόμη και τώρα που ο μεταμοντέρνος υπερδανεισμένος νεοπλουτισμός πασχίζει να καθαρίσει με σάλιο τη μελιτζανοσαλάτα που έτρεξε πάνω στο ακριβό κοστούμι (κι αυτό στις κάρτες). Ακόμη και τώρα, που από την ατέλειωτη λίστα ονομάτων στο Μπλάκμπερι δεν θες στ' αλήθεια να πάρεις κανέναν, ούτε κανείς θέλει να πάρει εσένα.
Εγώ δεν μπορώ να πάψω να βλέπω δρομάκια για όνειρα. Απλά από κει για να περάσει κανείς πρέπει να λασπωθεί. Και να παρκάρει μακριά, να περπατήσει.
Ναι, θα δει και νεκρά πουλιά στο δρόμο - και ασφαλώς, κάποια από τα όνειρα, σαν μεγάλοι στρογγυλοί κι βαριοί βώλοι θα τρυπήσουν τις λινές ντιζαϊνάτες φόδρες της τσέπης, θα κυλήσουν κάτω, θα τις πατήσουμε, θα πέσουμε στη λάσπη.
Μα μετά κάποιοι θα βρουν τα κότσια να σηκωθούν. Και να ψελλίσουν «πάω, να πω στον ουρανό...»
Καμμιά φορά η ζωή μας κρέμεται από μερικές λέξεις απλές. Λέξεις στην οθόνη του κινητού μας. Λέξεις που φτάνουνε στο μέιλ μας. Και μέσα στο κεφάλι μας αυτόματα ακούγονται με τη χροιά της αγαπημένης φωνής.
Λέξεις που αποκτούν υπεραξία από τη στιγμή που εισβάλλουν εντός μας. Που εμείς τους δίνουμε μυθικές διαστάσεις και ερμηνείες, καθώς τις διαβάζουμε ξανά και ξανά, με διαφορετικούς επιτονισμούς, προσμένοντας με λαχτάρα να έρθουν οι επόμενες.
Σαν θύματα μιας μυστικής, αιώνιας μαγγανείας, κάνουμε τις λέξεις φυλαχτά, προσευχές, ύμνους. Μέχρι να φτάσουν οι καινούριες λέξεις μάς τρελαίνει η απόγνωση, η απελπισία, η αίσθηση ότι υπάρχουμε μόνο για να ακούσουμε την αγαπημένη φωνή να ψελλίζει μερικές λέξεις ακόμα.
Νομίζουμε ότι οι λέξεις μας κάνουν πλούσιους. Μα στην πραγματικότητα είμαστε επαίτες λέξεων. Επειδή δε μπορούμε να είμαστε κάτι περισσότερο από αυτό.
Πασχίζουμε να κρατηθούμε από γράμματα και φθόγγους... Και δεόμαστε ο θεός (και προπαντός η αγαπημένη φωνή) να μας λυπηθεί...
(Τι ωραίο εκείνο το παλιό μέντλεϊ του Ρόμπερτ Πάλμερ στα δυο τραγούδια του Μάρβιν Γκέι... Στο δικό μου σχετικό προσευχητάρι, είναι στην πρώτη σελίδα).
Κι αγωνιούμε... Θα μεγαλώσει ο (στο μυαλό μας) πολύτιμος θησαυρός; Ή μήπως ήρθε πάλι η ώρα να κλειδώσουμε το μαγικό μας τετράδιο και να ανοίξουμε καινούρια σελίδα;
Και τι θα γίνει όταν οι λέξεις μας χάσουν τη μαγική τους δύναμη;
Η Αλέκα Παΐζη μου θύμιζε πάντα τη γιαγιά μου την Ιουστίνα. Ήταν κι οι δυο τους, η μια πάνω στη σκηνή κι η άλλη στο σπίτι μας, από εκείνα τα αιθέρια, αβαρή πλάσματα που δεν ακούς τα βήματά τους στο πάτωμα. Γιατί το βάρος τους το συγκρατούν τα φτερά τους.
Η γιαγιά μου, ασφαλώς, δεν είχε την ευκαιρία να ζήσει τις χιλιάδες επί σκηνής ζωές της Αλέκας Παΐζη... Μα κάθε φορά που ένα πλάσμα πέραν του κόσμου τούτου ξεκινάει το μακρύ ταξίδι μέσα στη νύχτα, νιώθω τόσο φτωχός - γιατί, μπορεί εγώ να έχω χάσει τις κεραίες μου, μπορεί να έχω τυφλωθεί, μπορεί να μην είναι έτσι - κι εύχομαι να μην είναι. Μα βλέπω όλο λιγότερους τέτοιους ανθρώπους στην τέχνη. Ανθρώπους που η φωτιά τους καίει βαθιά εντός, κι εμείς βλέπουμε μια διακριτική κοκκινάδα να σπινθηρίζει κάτω από το δέρμα τους. Κι ας έγιναν σήμερα όλα τόσο εύκολα, κι ας μπορούμε όλοι να εκφραστούμε τόσο ελεύθερα.
Ίσως, ο λόγος να είναι αυτός. Μέσα στον πληθωρισμό και τις φωνασκίες να μη μπορούν να ζήσουν πια οι ψιθυριστές φωνές που κατέχουν την ψαλτική για τη μελωδία των αιώνων.
Μα το θέατρο είναι καταδικασμένο πάντα να βγάζει αγγέλους. Έστω κι αν καμμιά φορά πληγωμένοι το βάζουν στα πόδια, υπάρχουν. Έχω δει. Και προσεύχομαι (και είμαι σίγουρος ότι το ίδιο κάνουν κι από κει ψηλά η Αλέκα κι η παρέα των συν-αγίων θεατρίνων) να ξαναγυρίσουν εκεί. Στη σκηνή.