Έτσι, μέρες βροχερές, γίνονται στις γειτονιές του κόσμου τα μικρά θαύματα. Και το μεγαλύτερο, εκείνο της ζωής.
Χτυπάει το τηλέφωνο, και ξαφνικά η βροχή αρχίζει να τραγουδάει. Η μπέμπα μόλις αφίχθη φουριόζα, εκεί, στον κοντινό Βορρά! - πρώτος συνειρμός: Η μαμά της, αγαπημένο ξαδελφάκι, είκοσι-εικοσιπέντε χρόνια πριν, στον τόπο των παιδικών διακοπών... Σαν τώρα ακούω τη φωνή της και τη βλέπω να πηγαίνει πέρα δώθε την αλογοουρά: «Είμαι πολύ χαρούμενη! Θα πάω Πρώτη Δημοτικού!». Κι εμείς, τα μεγάλα ξαδέλφια, χασκογελάμε (και της δίνουμε κρυφά να τρώει γαριδάκια, γιατί δεν την άφηναν οι δικοί της)... Και τώρα, την καμαρώνουμε μαμά!
Πάλι θείος ο pil... Το μεγαλύτερο ανηψάκι (που όταν ήταν μικρό έλεγε ότι όταν θα μεγαλώσει θέλει να γίνει θείος pil) είναι τώρα στο πρώτο έτος της Ιατρικής (και ευτυχώς δεν πραγματοποίησε τις απειλές του)!!! Και το μικρότερο, η μπουμπούκα που ακόμα δεν έχει δει ούτε φωτογραφία... Κι ανάμεσά τους, άλλα έξι, όλα αξιολάτρευτα, όλα μέσα στην καρδιά μου! Αφήστε που, και στη Lifoland απέκτησα και έναν ακόμη πιο μεγάλο ανηψιό, με ...ανηψιοθεσία. Άρα μάλλον είναι μοίρα μου να είμαι χαζοθείος.
Κάθε φορά, η χαρά είναι ίδια... Μη σας πω και μεγαλύτερη, όσο μεγαλώνει κι ο θείος.
Λοιπόν, με τόσα ανήψια, ο θείος καλό θα είναι σιγά σιγά να αφήσει τα μπλογκ και να στρωθεί να γράψει κανένα παραμύθι! Που να έχει κύκνους, άσπρα σύννεφα και πουλιά, σαν το τραγούδι που στέλνω στη μπέμπα για το πρώτο της νανούρισμα...
Βλέποντας το δεύτερο επεισόδιο του «Καρυωτάκη» απόψε στην ΕΤ1 (Πέμπτη, 10-11 το βράδυ) επιβεβαίωσα μέσα μου ότι στην τηλεόραση υπάρχουν ωραίες δουλειές. Πραγματικά ωραίες. Και η αποστολή των κρατικών καναλιών είναι μάλλον αυτή, τελικά: να μπορούμε να δούμε αυτό που εξοβελίζεται από τους εμπορικά καθοριζόμενους προγραμματισμούς της ιδιωτικής τηλεόρασης.
Ελπίζω ότι η σειρά θα έχει καλύτερη τύχη από τα άλλα προγράμματα της ΕΡΤ - αν και ο προγραμματισμός της απέναντι από τα «Ματωμένα Χώματα» (που αποτρέπει αυτούς που θα ήθελαν να δουν κάτι παρόμοιο) και τη «Στιγμή της Αλήθειας» (που προσελκύει το σαρκοβόρο βλέμμα των βαριεστημένων - μεταξύ των οποίων και ο υποφαινόμενος) μάλλον ψιλοχαντακώνει τη σειρά - μακάρι να τη δει παρόλα αυτά ο κόσμος.
Ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος είναι ιδανικός Καρυωτάκης. Αυτή η «ενδογενής» μελαγχολία στη ματιά του ήταν εκεί και πριν το ρόλο. Εξαιρετικός, πραγματικά... Αλλά και η σκηνοθεσία του Τάσου Ψαρρά, και η μουσική του Βασίλη Δημητρίου, όλα φτιάχνουν ωραία συνταγή. Που μπορεί εκ πρώτης όψεως να μοιάζει λίγο «παλιά», με την έννοια του μη πρωτοποριακού (αν τη συγκρίνει π.χ. κανείς με το μυθιστόρημα του Κωστή Γκιμοσούλη «Βρέχει Φως» που ήταν πιο «μοντέρνο» με την έννοια του ρυθμού και της οπτικής). Αλλά καμμιά φορά χρειάζονται οι πιο «παλιοί» τρόποι, οι αγαπημένες συνταγές, για ένα θέμα που δεν είναι ποτέ παλιό (μου κάνει εντύπωση πόσο δημοφιλείς είναι ο Καρυωτάκης και η Πολυδούρη στα νέα παιδιά).
Ο Καρυωτάκης δεν ήταν ποτέ από τους πολύ αγαπημένους μου ποιητές. Στην ποίηση πάντα έψαχνα κάτι μακριά από τον εαυτό μου και σ' αυτόν άκουγα πολύ τη φωνή μου, οπότε... Δεν είναι (για μένα) ό,τι ο Καβάφης, ο Σεφέρης, ο Σολωμός. Ανήκει στην κατηγορία εκείνων που με κατέκτησαν, περισσότερο από το λόγο τους, για εκείνον τον μυστήριο σύνδεσμο ανάμεσα στη γραφή και την περσόνα τους: ο Γκαίτε, ο Τενεσί Ουίλιαμς, ο Βιζυηνός, ο Τσέχοφ, ο Μπάιρον... Όσο κι αν έψαξα, δεν τον βρήκα αυτό το μυστηριώδη σύνδεσμο... Ίσως είναι αυτό που πολύ παλιά ένας τύπος ονόματι Λογγίνος ονόμαζε ύψος: Το μετείκασμα μιας μεγάλης, σπουδαίας ψυχής.
Φυσικά, ακούμε Καρυωτάκη, κατά Λένα Πλάτωνος (και κάπου κρυμμένος στην ιστορία, ο θείος pil και όχι μόνο αυτός, φαντάζομαι)...
Κώστας, Λένα, Δημοσθένης... Πόσα χρόνια απέχουν μεταξύ τους! Πόσο ίδια, κι άλλη ενδογενής μελαγχολία στη ματιά... Ας είναι. Σταμάτησε η βροχή...
Παράξενες μέρες... Ο Μπαράκ και η Μισέλ περαντζάρουν απέναντί μου, προς τον Λευκό Οίκο. Ο κόσμος ονειρεύεται την αλλαγή (μάλλον την εύχεται απεγνωσμένα, κι ας ξέρει πως δε θα'ρθει). Η μικρότερη οθόνη μπροστά μου είναι λευκή, κι ένας κέρσορας αναβοσβήνει - σαν να μού λέει «πήγαινε για ύπνο».. Δίπλα μου σκόρπια βιβλία εξετάσεων - στα 35 δε μπορείς πια να διαβάσεις πολλές ώρες. Πιο πέρα, περιοδικά με vintage τίτλους «Γυναίκα» και «Εικόνες», ένθετα πια και τα δυο, όπως κι εγώ, ένθετος κάπου χωρίς δικό μου φως, τεχνητές ψευδαισθήσεις για να φτιάξεις ατμόσφαιρα late 80s, πρώτη Λυκείου και κάτι ψιλά.
Χθες μια τεράστια βόλτα στον ήλιο, σήμερα γραφείο ως αργά, συννεφιά και ψιλόβροχο. Το πρωί με ξυπνάνε κλάματα. Το κοριτσάκι από πάνω κλαίει κι οι γονείς του φωνάζουν γιατί έβρεξε το κρεβάτι του. Εκείνο κλαίει, και βήχει. Βήχω κι εγώ.
«Μην της φωνάζετε», θέλω να φωνάξω κι εγώ. Μα πώς να τους πείσω να μη φωνάζουν φωνάζοντας ο ίδιος;
Η τηλεόραση σήμερα δεν έχει Γάζα. «Μη σκοτώνετε» ήθελαν να φωνάξουν οι Ισραηλινοί στη Χαμάς. Μα πώς να τους πείσουν να μη σκοτώνουν σκοτώνοντας;
Το μεσημέρι, καθώς ξεκλειδώνω την πόρτα, σκέφτομαι πώς θα ήταν αν ανοίγοντας άκουγα φωνές και τρεχαλητά προς το μέρος μου... Ανοίγω, και τις ακούω. Με περνάει ένα ρίγος. Ευτυχίας. Και μετά, μπαίνω στο σπίτι, ψάχνω. Κανείς.
Κι έπειτα μεταξύ μικροκυμάτων και στρωσίματος κρεβατιού έρχεται ο ανέξοδος πατριωτισμός: Όχι, αν είχα εγώ ένα παιδάκι δε θα του φώναζα αν έβρεχε το κρεβάτι του. Θυμάμαι πάλι το παιδάκι να κλαίει και να βήχει κι οι φωνές των δικών μου «παιδιών» χάνονται.
Μα η μιζέρια έχει μόνο μια γιατρειά: Να φέρνεις στο νου τα πλούτη σου... Λίγη ώρα μετά, οι φλούδες ενός πορτοκαλιού στο τραπέζι και το άρωμά του στα χέρια, σαν να πατάνε κάπου ένα play. Ψάχνεις τα χαρτιά σου και τα βρίσκεις. Τα λόγια μια Νέας Χώρας (όχι αυτής του Μπαράκ), αυτά, που από μέσα τους ανατέλλει εκείνο το παράξενο φως που είναι αδύνατο, ακόμα, να σβήσει...
Και, τώρα που είσαι πλούσιος ξανά, ο βασιλιάς του κόσμου ένα πράγμα, πίσω από τα λόγια, σιγά σιγά, ξεπροβάλλει μια χαρούμενη μουσική - που εσύ θλιμμένη την είχες πρωτακούσει... Μα, άκου την τώρα...
153 άνθρωποι σώθηκαν, στη Νέα Υόρκη, όταν το αεροπλάνο της USAirways στο οποίο επέβαιναν έκανε αναγκαστική προσθαλάσσωση στον ποταμό Χάντσον, λίγο μετά την απογείωσή του από το αεροδρόμιο Λα Γκουάρντια της πόλης. Δυο πετούμενα -Δον Κιχώτες όρμηξαν στους κινητήρες, κατά την απογείωση. Δεν ήξεραν τα δόλια από αεροδιαδρόμους.
Στο σημείο της προσθαλάσσωσης έσπευσαν πυροσβέστες αλλά και τα τουριστικά φεριμποτάκια που έπλεαν στα κοντινά νερά. Οι άνθρωποι κυρίως, κι έπειτα οι αρχές. Τα ΜΜΕ γκρινιάζουν για διάφορα, αλλά η είδηση είναι μία. Κανένας τραυματισμός, κανένας θάνατος.
Είναι φορές που έχουμε ανάγκη αυτό το «ουφ»... της ανακΟΥΦισης... Η τύχη (μετά την γκαντεμιά), η μαεστρία του πιλότου, οι ουράνιες δυνάμεις, ποιος ξέρει, όλα φτιάχνουν εκείνο το μαγικό φίλτρο που εκεί που και ο ίδιος σε είχες ξεγράψει, σε σώζει ανέλπιστα (Όχι, Οβελίξ. Εσύ ΔΕΝ μπορείς να πιεις απ' αυτό. Όταν ήσουν μικρός έπεσες μέσα στη μαρμίτα). Σκέφτομαι όλους εκείνους τους ανθρώπους που «τα είδαν όλα» ώσπου να χτυπήσει το αεροπλάνο στο νερό, σκέφτομαι όμως και τη χαρά του μετά - της αίσιας έκβασης, αυτού που και οι ίδιοι για πολύ θα αδυνατούν να πιστέψουν. Αντιγράφω από το CNN (το ρεπορτάζ δείχνει να ψιλοβαριέται το θέμα, βέβαια, αφού δεν θρηνήσαμε θύματα): «Ξέραμε πως πέφταμε, και πως πηγαίναμε για τη θάλασσα. Απλά, χτυπήσαμε στο νερό, και με κάποιο τρόπο το αεροπλάνο έμεινε στην επιφάνεια, κι έτσι μπορέσαμε να μεταβούμε στα σωστικά μέσα. Είναι απίστευτο που όλοι είμαστε ζωντανοί!» είπε ένας επιβάτης.
153 άνθρωποι σώθηκαν - αυτό είναι μια καλή είδηση. Μέσα στη γενικότερη μαυρίλα των ημερών, φαίνεται πως κάπου κάπου, υπάρχει ένα φωτάκι. Ή, ένα αόρατο χέρι που σε κρατάει στα σκοτεινά... Όπως λένε και οι Νάμα, στο τραγουδάκι που πάντα ανεβάζει τον θείο pil όταν είναι στις κακές του. Τα πουλιά ρίχνουν αεροπλάνα, τα άσματα ανεβάζουν κατσούφηδες ξάγρυπνους τύπους... Φιλιά.
Το κακό δε σού χτυπάει την πόρτα. Ποτέ δε χτυπάει. Από κάπου τρυπώνει και σού φανερώνεται απροσδόκητα.
Δε χτυπάει την πόρτα. Χτυπάει εκεί που σε πονάει. Στους ανθρώπους που αγαπάς. Τους πιο φωτεινούς. Εκείνους που τους καμαρώνεις για το φως και τη χαρά που αντανακλούν. Εκείνους που πάντα προσευχόσουν ο θεός να τους έχει καλά.
Κι έρχεται μια στιγμή. Εσύ, ανύποπτος. Και εκεί, τόσο μακριά από σένα, η κοσμοχαλασιά. Με απλά, φοβερά υλικά. Μια ζαλάδα, η επίσκεψη στο γιατρό. Μέσα σε μια μέρα, χειρουργείο στο κεφάλι. Ο όγκος φεύγει. Θα ‘ρθούν οι μήνες της θεραπείας. Τούμπα, όλη η ζωή τους. Κι εμείς, από δω, ανήμποροι όχι να κάνουμε κάτι, αλλά και να παρακολουθήσουμε ακόμη αυτά που συμβαίνουν.
Μα μέσα στο σάστισμά σου, και χωρίς να ξέρεις πολλά πολλά, την ίδια ώρα που ψάχνεις κρυφά στο διαδίκτυο μελέτες με παντελώς άγνωστους σε σένα όρους. δίνεις και το πρώτο ρεσιτάλ ψυχραιμίας: κάνεις τον καραγκιόζη, κοινώς, για να εμψυχώσεις τους πιο μεγάλους, που έχουν ήδη υποστεί πολλά για να έχουν τα παλιά τους κουράγια.
Όμως η ψυχραιμία, κατά βάθος, είναι πέρα για πέρα αληθινή. Όχι. Δεν θα αναρωτηθούμε για τα γνωστά «γιατί». Δεν βοηθάει η μοιρολατρία. Αυτή την περίοδο, δεν θα κοιτάμε φωτογραφίες από παλιά, ούτε θα μιλάμε για τις αναμνήσεις από τα ωραία καλοκαίρια των παιδικών χρόνων. Αυτές θα τις έχουμε πάντα. Γιατί μεγαλώσαμε και είμαστε σαν αδέλφια, κι ας μας χωρίζει ο ωκεανός. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, τώρα, σκεφτόμαστε μόνο το από δω και πέρα. Τον άνθρωπό μας. Ότι το μόνο που οφείλουμε να κάνουμε είναι να εμπιστευόμαστε την επιστήμη, που εκεί πέρα, στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, μπορεί να καταφέρει πολλά. Ότι το μόνο που μπορούμε είναι να στέλνουμε, όπως μπορούμε, την αγάπη μας, το κουράγιο μας, να ξέρει πως είμαστε μαζί της, κι όπου βγει.
Απόψε κι εκείνη μας έστειλε μέηλ, από το νοσοκομείο, δυο μέρες μετά το χειρουργείο. «Επειδή οι δικοί μου δε θα σας τα πουν σωστά...» μας περιέγραψε ακριβώς τί έχει, ότι πέτυχε το χειρουργείο, τί θα κάνει από δω και πέρα. Είναι κι η ίδια γιατρός, ξέρει τα πάντα καλύτερα από μας.
Αυτό το μέηλ ήτανε κι η σιωπηλή μας συμφωνία. Η πρώτη μάχη κερδήθηκε. Εκείνη αγαντάρει - το αυτό θα κάνουμε κι εμείς. Δεν έχουμε απολύτως καμμία άλλη επιλογή από το να είμαστε αισιόδοξοι, και στο πλευρό της. Αν θέλουμε να βοηθήσουμε. Αν την αγαπάμε αληθινά. Και, ναι, θα είναι δύσκολο, αλλά όλα θα πάνε καλά. Την αγάπη, ό,τι κι αν γίνει, το κακό δεν μπορεί να την νικήσει.
Λίγο πριν φύγει ο χρόνος ήρθε στον κόσμο ένα στρουμπουλό όμορφο αγοράκι (έτσι μού το περιγράφουν, δεν το έχω δει ακόμα από κοντά. Οι γονείς του, εξαιρετικά παιδιά κι οι δυο, περαστικοί καθηγητές από τον τόπο μας, με είχαν εκπλήξει ευχάριστα την περασμένη άνοιξη: «Αν δεν έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις, έλα την τάδε το μεσημέρι στο Θέατρο. Παντρευόμαστε», μού είπαν ένα μεσημέρι.
Και πήγα. Ο γάμος τους, στη μικρή αίθουσα του θεάτρου μας που χρησιμοποιείται και για τους πολιτικούς γάμους, ήταν υπέροχος. Δεν είχε απολύτως τίποτα απ' όσα έχουμε συνηθίσει - τίποτα απ' αυτά που τα βγάζεις ή τα πετάς μετά το πέρας της τελετής: Ούτε νυφικά, ούτε μπομπονιέρες, ούτε δεξιώσεις. Είχε μονάχα αυτό που ήταν το απόλυτο, στοιχειώδες συστατικό του γάμου: Απέραντη αγάπη - την έβλεπες και στους δυο, που έλαμπαν στο ανοιξιάτικο φως.
Και τώρα, ο μικρούλης, η ευτυχία, η ελπίδα. Η πιο μεγάλη χαρά που μπορεί να γευτεί άνθρωπος πάνω στη γη. Η ίδια η ζωή, μια καρδούλα που χτυπάει στην αγκαλιά σου. Δίπλα στη δική σου.
Εντάξει, ξέρω, έχει και ξενύχτια, και κλάματα, και αγωνίες, και μυρωδάτες πάνες, και κοφτερά νυχάκια που σού χαράζουν το πρόσωπο και σού φτύνουν την κρέμα στη μούρη, και σού σπάνε τα νεύρα, και... και... και... Αλλά, δεν ξέρω τι μπορεί να το υποκαταστήσει «αυτό». Ούτε οι σπουδαίες δουλειές, ούτε η μεγάλη τέχνη, ούτε η δύναμη, τίποτα, τίποτα, τίποτα!
Αυτό που έχουμε νιώσει ακόμη κι όσοι δεν έχουμε παιδιά, όταν κρατήσαμε ένα μωρό στην αγκαλιά μας. Και που είναι τρομακτικά πιο δυνατό όταν το μωρό είναι δικό σου, λένε. Δεν περιγράφεται «αυτό». Όπως όλα τα συναισθήματα και τα ένστικτα που υπάρχουν κρυφοφανερά μέσα μας όσο υπάρχουν άνθρωποι.
Εγώ δεν έχω άλλες λέξεις γι' «αυτό». Δεν έχω καμμία. Παλεύω μόνο για συνειρμούς... Βρίσκω πολλά μπαλόνια, μπαλόνια παντού και την μικρή Bjοrk να τραγουδάει, τριάντα χρόνια πριν, το πιο υπέροχο πάνσαχλο τραγούδι που έχει γραφτεί ποτέ.
Χάνω λάδια, το ξέρω... Αλλά τώρα, μάλλον είναι ώρα ν' ακούσουμε τη Bjork.
Πριν από μερικούς αιώνες, ο δυτικοευρωπαϊκός χριστιανικός κόσμος, σύσσωμος σχεδόν, είχε εξαπολύσει διωγμούς εναντίον των Εβραίων. Χιλιάδες είχαν φύγει, με προορισμό τα εδάφη που κρατούνταν από μουσουλμάνους: οθωμανούς και άραβες, όπου αντιμετωπίζονταν με μεγαλύτερη ανεκτικότητα.
Στα δυτικοκρατούμενα νησιά μας οι Εβραίοι ζούσαν σε γκέτο. Στο γκέτο της Ζακύνθου μάλιστα υπήρχε η εξής επιγραφή πάνω από τη σιδερόπορτά του: "In cruce quia crucifixerunt" (Οι σταυρώσαντες σταυρωθήτωσαν). Ο δυτικός μας πολιτισμός δεν μπορούσε να αντέξει μια μερίδα ανθρώπων που μπορούσαν να ζήσουν πιο ελεύθερα, λογουχάρη, στην οθωμανοκρατούμενη Θεσσαλονίκη.
Σήμερα, μερικούς αιώνες μετά, οι μουσουλμάνοι και οι Εβραίοι μισιούνται θανάσιμα - και τα χριστιανικά έθνη, αν δεν βρίσκονται ανοιχτά στο πλευρό του κράτους του Ισραήλ, κάνουν τουλάχιστο τα στραβά μάτια όταν εκείνο «αμύνεται» (όπως θέλει να ονομάζει την εξώφθαλμα ιμπεριαλιστική πολιτική του.
Και «αμύνεται» εισβάλλοντας στη Γάζα σε ένα αλιώτικο γκέτο, στο οποίο δεν κατοικούν πια άνθρωποι με το αστέρι του Δαβίδ, αλλά Παλαιστίνιοι, ένας λαός που ζητάει επί δεκαετίες πατρίδα, όπως κάποτε ζητούσαν και οι Εβραίοι.
Προσπαθώ να καταλάβω. Διαβάζω τη σελίδα της Haaretz, της μεγάλης ισραηλινής εφημερίδας. Μετά διαβάζω το Al Jazeera. Έπειτα τον Monde, τη New York Times, μέχρι και την αγγλική βερσιόν της Hurryiet. Δεν μπορώ να καταλάβω. Προσπαθώ να βρω την αλήθεια ανάμεσα στις γραμμές. Σ' εκείνα που ΔΕΝ γράφει η κάθε πλευρά. Η ισραηλινή εφημερίδα δεν δείχνει νεκρούς παλαιστίνιους, δείχνει το γελαστό πρόσωπο του πρώτου νεκρού ισραηλινού στρατιώτη. Στο μυαλό μου καρφώνεται η δικιά του εικόνα, πλάι στις εικόνες των νεκρών παιδιών της Παλαιστίνης - αλλά και στον τρόμο και την απόγνωση των ζωντανών. Αυτή η βία, αιτιολογημένη ή αναιτιολόγητη (αν και δεν μπορώ να δικαιολογήσω ένα συντεταγμένο κράτος που σκοτώνει αμάχους για να καταστείλει τρομοκρατικές πράξεις) είναι βέβαιο ότι θα φέρει καινούρια βία. Καινούριο μίσος. «Αν αναρωτιέστε γιατί σας μισούν, ρίξτε μια ματιά στη Γάζα» έλεγε ένας τούρκος δημοσιογράφος στη Χουριέτ. Σκέφτομαι όλες αυτές τις γενιές με τις κατεστραμμένες ζωές. Τα παιδάκια της Παλαιστίνης, που κάποια τους δε θα διστάσουν να ζωστούν τα εκρηκτικά και να σκοτώσουν παιδάκια στο Ισραήλ, τη στιγμή που έχουν δει τα αδελφάκια τους να γίνονται κομμάτια. Αλλά και τους ισραηλινούς πολίτες, που βρίσκονται σε μια διαρκή εφεδρεία - μεγαλώνουν με ασκήσεις πολιτικής άμυνας, με το φόβο του ξυπόλητου εχθρού, και ανά πάσα στιγμή μπορεί να χτυπήσει ένα τηλέφωνο στο γραφείο τους και κάποια φωνή να τους πει «Παρατα τα όλα και πάμε να μπουκάρουμε στη Γάζα, στη Συρία, στον Λίβανο, στο Γκολάν, στη Δυτική Όχθη».
Το πιο τραγικό είναι ότι όλες οι πλευρές πνίγονται από το δίκιο. Είναι πεπεισμένοι όλοι ότι πράττουν το σωστό. Σαν τους διαδίκους στα πρώτα δικόγραφα που διάβαζα ως ασκούμενος δικηγόρος, όταν χειριζόμουνα υποθέσεις «αυτοκινήτων». Και οι δυο οδηγοί ορκίζονταν ότι πέρασαν με πράσινο. Και οι περισσότεροι μπορεί και να το πίστευαν. Ακόμη και μεγάλοι εγκληματίες πάνε στο δικαστήριο πεπεισμένοι πώς έχουν δίκιο.
Αν όλοι έχουν δίκιο, αν όλοι πράττουν ορθώς, τότε γιατί τόσα νεκρά παιδιά; Γιατί τόσο αίμα;
Δεν μπορώ να κατανοήσω, δεν μπορώ καν να συλλάβω όλη αυτή τη βία. Ούτε την τυφλή ούτε την προσχεδιασμένη «χειρουργική» που σχεδιάζεται στα επιτελεία. Δεν μπορώ να μην αισθάνομαι φρίκη στην εικόνα ενός καινούριου Ηρώδη που μακελεύει τους Αγίους Τόπους - ακόμη κι αν μέσα μου ελπίζω ότι οι μικροί χριστοί της ειρήνης τελικά θα γλιτώσουν, θα ξεπλύνουν από τα μάτια τους το αίμα και θα μπορέσουν να χτίσουν έναν καινούριο, καλύτερο κόσμο.