Ο δρόμος με τα πεύκα, μετά τη βροχή. Και πριν μια άλλη.
Ανάμεσα στα σύννεφα, μόνη η ματιά. Ακούς μόνο τα βήματα. Ούτε την καρδιά σου.
Δεν περπατάς πάνω στις μαλακές πευκοβελόνες. Αιωρείσαι. Σαν να σε σήκωσαν οι θαλασσινές σταγόνες που ανακατεύτηκαν με το άρωμα από τις βρεμένες φυλλωσιές.
Να περπατήσεις κι άλλο. Και πιο γρήγορα ακόμα.
Η μικρή παραλία λίγο πριν το φάρο έχει χαθεί μέσα στα κύματα.
Ο φάρος, ο προορισμός σου.
Ένα μεγάλο μωβ σύννεφο έχει σκεπάσει την απέναντι όχθη. Η απέναντι πόλη, κάτω απ' το πυκνό του θάμπος, σαν αποκοιμισμένη στο απομεσήμερο με κλειστά παντζούρια.
Σε είδε το σύννεφο. Και με μιας πέρασε απέναντι. Νάτο. Κι εκεί κι εδώ. Κι απέναντι και από πάνω σου.
Βήματα γοργά. Να γυρίσεις πίσω. Θες σκάρτη μισή ώρα για την πόλη.
Τρέχει πιο γρήγορα από σένα, το σύννεφο. Όλοι τρέχουν πιο γρήγορα από σένα τελικά.
Είναι μπροστά σου, το γαλανό μπροστά σου λιγοστεύει, γίνεται μωβ κι αυτό.
Γιατί ήρθες από απέναντι; Τι θέλεις από μένα;
Οι πρώτες στάλες - από κάτω από τα πεύκα... Όπως τότε. Και τότε η μπόρα έπαιρνε μαζί της το καλοκαίρι. Σ' άλλα πεύκα. Τότε είχες πάνινα παπούτσια. Μα είχες άλλα φτερά.
Στάλες... Στάλες... Πότε θα ‘ρχόταν η κανονική βροχή; Πότε;
Κρεμάστηκε η βροχή σαν δάκρυα που κρατιούνται να μην τρέξουν.
Την ίδια ώρα που εσύ, βλέποντας πως η πόλη ήταν ακόμα μακριά, παρακαλούσες πια να ανοίξουν οι ουρανοί.
Λες και κάποιος του παράγγειλε: «Κυνήγα τον, προσπέρνα τον, μα κράτα τον στεγνό».
Γύρισες με στάσεις πολλές. Στεγνός. Βαρύς. Σαν η καρδιά σου ν' ακουμπούσε χάμω, στις βρεμένες πευκοβελόνες πλάι στο κύμα. Ελπίζοντας. Το μωβ σύννεφο είχε περάσει μακριά. Μα δεν είχε άλλο γαλανό από πάνω. Έπεφτε το σούρουπο.
Κι απέναντι, την είδες την άλλη πόλη ακόμα σκεπασμένη - κρεμάστηκε κι εκεί η βροχή, σαν δάκρυα που κρατιούνται, να μην τρέξουν.
Ρε μωβάκι, καλά ήρθες ως εδώ, καλά με κυνήγησες, καλά μ' άφησες πίσω σου χιλιόμετρα... Δεν μπορούσες να μού ρίξεις μια σκαλίτσα ν' ανεβώ;
Σου το έλεγαν και δεν το πίστευες, μικρότερος (αλλά τώρα που το ζεις το συνομολογείς), πόσο γρήγορα αρχίζουν να πηγαίνουν όλα μετά τα τριάντα. Όλα, εκτός από σένα τον ίδιο. Οι βδομάδες κι οι μήνες φεύγουν σαν ανασασμοί κι εσύ στέκεσαι και τους βλέπεις εκστατικός κι αμήχανος συνάμα. Δεν κάνεις καν να απλώσεις το χέρι ν' αρπάξεις το μανίκι του χρόνου. Ξέρεις ότι δε φοράει μανίκια, ποτέ... Δεν είσαι απλά τριάντα και βάλε. Είσαι τριάντα και τρέχα.
Την τελευταία φορά που σκέφτηκες πόσες έχει ο μήνας ήταν κανα-δυο μήνες πριν. Κι όμως, θαρρείς πως ούτε στιγμή δεν έχει περάσει. Κι αναρωτιέσαι: Τι έκανα εγώ όλον αυτόν τον καιρό; Πού ήμουν; Όχι, δεν κοιμόσουνα. Ούτε οι αρκούδες δεν κοιμούνται αυτή την περίοδο. Αλλά δεν είναι βέβαιο πως ήσουνα και ξύπνιος. Ήσουνα διεκπεραιωτικός. Όχι. Ούτε καν αυτό, πια. Πέντε, έξι, εφτά χρόνια πριν τον ίδιο όγκο δουλειάς τον κουλάντριζες άνετα. Τώρα αγκομαχάς. Ούτε αυτό. Συλλαμβάνεις τον εαυτό σου να παρατηρεί με δέος τον όγκο πάνω στο γραφείο να αυξάνεται. Τα πράγματα τρέχουν πιο γρήγορα από σένα. Κουράστηκες;
Κι αν λαχάνιασες, δεν γλιτώνεις κι εσύ. Δεν έχει τάιμ-άουτ. Μεγαλώνεις - και να μην θέλεις να το θυμάσαι στο θυμίζουν τα πρώτα γκριζαρίσματα στους κροτάφους... Οι προσδοκίες και τα όνειρά σου λιγοστεύουν, αλλά, κατά βάθος μπορεί και να γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος (ίσως όχι καλύτερος, απλά σοφότερος). Δε φοβάσαι πια τις ήττες σου (εντάξει, μπορεί και να τις έχεις συνηθίσει).
Αλλά εσύ, το βιολί σου. Μια πολύ αγαπημένη φωνή σου το τόνισε «Δεν μπορώ να καταλάβω πώς καταφέρνεις η πραγματικότητα να είναι εδώ (έδειξε εδώ) κι εσύ να βρίσκεσαι πάντα εκεί (έδειξε κάπου μακριά)»
Δίκιο. Πάντα αλλού. Αργείς. Αργείς! ΄Ωσπου να φτάσεις εδώ από το σύννεφό σου, δεν θα προφτάσεις - εκείνο έφερε βροχή, κι έχουμε μείνει μοναχοί.. Κι εδώ στο νησί οι βροχές κρατούν πολύ. Τις λένε μολημέρια...
Κι η βροχή με περίεργο τρόπο κάνει τον χρόνο να κυλά πιο γρήγορα (μάλλον από τη γλίστρα, μόνο που δεν τσακίζεται ο ρημάδης όπως εσύ)... Άσε που δε βλέπεις και καλά για ν' αγναντέψεις μακριά, να τον βλέπεις εκεί μπροστά να καλπάζει ενώ εσύ πηγαίνεις βουστροφηδόν.
Αλλά εσύ, το βιολί σου. Όπως έλεγε και το άσμα «έγινε η βροχή χαλάζι, δεν πειράζει, δεν πειράζει...».Δεν ξέρεις να παρκάρεις και το σύννεφο, χριστιανέ μου!
(Αφιερωμένο στις κορκοσουροεκπομπές που ξεκίνησαν όλες, ήδη από χθες, να προβάλλονται ολημερίς στους τηλεοπτικούς μας δέκτες).
Μωρή διαολεμένη κορκοσούρα
Οπού στιγμή δεν κάθεσαι στο σπήτι σου
Οπού ποτέ δεν παύεις τη μουρμούρα
Και λες κακά για κάθε συντοπίτη σου,
Οπού σε κάθε ξένη ανακατούρα
Χώνεις κι εσύ για το κακό τη μύτη σου
Π' ανάβεις εις τ' αντρόγυνα φαούρα
Κι΄οπού μισείς κι αυτόν το φαμελίτη σου,
Οχιά, που σκρώνεις τ' άλλου τη χαρά
Κ' είναι χαρά σου τ' αλλουνού το δάκρυ
Που όλο σκοτούρες σπέρνεις, και μπερδέματα,
Σκάσε, βουβάσου στρίγγλα μια φορά
Πριν σε πετάξουν σαν σκυλί στην άκρη
Ανάμεσα στου κόσμου τ' αναθέματα.
Το ελαφρώς οργισμένο αυτό σονέτο δημοσιεύεται στη σατιρική εφημερίδα της μικρής μας πόλης «ΠΥΞ ΛΑΞ» στο φύλλο της Πρωτοχρονιάς του 1889 (αριθ. 15). Δεν είμαι βέβαιος αν ο καθηγητής μου Γεώργιος Μπαμπινιώτης έχει συμπεριλάβει τον όρο «κορκοσούρα» στο δημοφιλέστατο «Λεξικό» του, ωστόσο είμαι σίγουρος ότι, μολονότι ο όρος μπορεί να έχει εκλείψει από το λεξιλόγιό μας, το είδος της κορκοσούρας εξακολουθεί να επιβιώνει ακμαιότατο. Το αντίθετο δηλαδή από τις χελώνες Καρέτα-Καρέτα, (το είδος εξαφανίζεται, και στο τέλος θα μας μείνει μόνο το όνομα). Εάν και μετά την ανάγνωση του σονέτου σας έχει μείνει η απορία τι σημαίνει τέλος πάντων ο όρος, θα σας αποκαλύψω ότι κάποτε τις λέγαμε «κουτσομπόλες», ενώ σήμερα, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της πολιτικής ορθότητας θα μπορούσαμε να τις αποκαλέσουμε «κυρίες που επιδίδονται στο gossip». Όπου gossip μεθερμηνευόμενον εστί «καλόπιστη (κατ' ευφημισμόν) κοινωνική κριτική».
Η εμβέλεια της κορκοσούρας ήταν κάποτε μικρή - εντός της γειτονιάς, άντε εντός των πολεοδομικών ορίων του οικισμού. Στα χωριά η κορκοσούρα ήταν ανέκαθεν πιο μουλωχτή, αλλά και πιο αντιπαθής. Στις πόλεις οι κορκοσούρες είθισται να δρουν πιο απενοχοποιημένα, με μπριλάντε διάθεση και πρωτευουσιάνικο αέρα, που μεταφέρει ευκολότερα τις πληροφορίες απ' άκρου εις άκρον , ενίοτε με την τακτική του (σκοπίμως) χαλασμένου τηλεφώνου. Βέβαια το γεγονός ότι ο όρος «κορκοσούρα» είναι θηλυκού γένους δεν σημαίνει ότι το ισχυρό φύλο στερείται ανάλογων επιδόσεων, όταν αποφασίζει να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στο σπορ αυτό.
Σήμερα το «κορκοσουριό» όχι μόνο δεν έχει ελαττωθεί, αλλά πλέον δρέπει δάφνες και στις μετρήσεις τηλεθέασης - οι τηλε-κορκοσούρες έχουν προκαλέσει μία κάποια σύγχυση στις τοπικές δυνάμεις: με τι να πρωτοασχοληθεί κανείς; Με το χωρισμό του μπουζουκοστάρ από την καλή του ή με τους καβγάδες των δίπλα; Μ' αυτό τον τρόπο ενίοτε οι δίπλα τη γλιτώνουν για λίγο - μέχρι οι κορκοσούρες να ανακαλύψουν αναλογίες ανάμεσα στις περιπτώσεις των διασήμων με τις δικές τους: «Έμαθες για τον Μάκη και τη Ρούλα; Στα μαχαίρια! Σαν τη Βατίδου με τον Κούγια! Αυτή του έριξε τακουνιά κι αυτός της ξαμπέλωσε όλα τα extensions!»
Η χαρά της κορκοσούρας ήταν είναι και θα είναι οι εκάστοτε αναποδιές των άλλων, τα ελαττώματά τους, η δυστυχία τους. Όσο αθώο κι αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως το gossip, κρύβει μέσα του την αγωνία να ανακαλύψει κανείς στους άλλους χάλια χειρότερα από τα δικά του. Γιατί έτσι τα χάλια των άλλων μεγαλώνουν, φουσκώνουν, και γίνονται (ή απλώς φαίνονται) χειρότερα από τα χάλια της ζωής της ίδιας της κορκοσούρας. Κι αυτό, για την ίδια, είναι μια κάποια ανακούφιση...
Σαν δυο μεγάλα σύννεφα, ίδιο χρώμα με τα βουνά, χθες το σούρουπο, από απέναντι… Ωραίο ανσαμπλάκι!
Σαν το μωράκι που έτρεχε γελαστό προς το μέρος σου, προχθές ντάλα μεσημέρι – για μια στιγμή πίστεψες ότι είναι δικό σου…
Σαν τη φωνή της MerylStreepστο cd(και στην ταινία, βεβαίως βεβαίως) του MammaMiaόταν τραγουδάει τα “DancingQueen” και “TheWinnertakesitall” που έχει κατοικήσει μόνιμα στα αυτιά και στο cdσου…
Σαν τον αέρα που σου πήγαινε κόντρα χθες, καθώς περπατούσες στη γέφυρα του Δεβοσέτου, και το νερό από τα κύματα που έσκαγε πάνω σου (μα πάλι μούσκεμα, χριστιανέ μου!)
Σαν την παλιά κρυψώνα (που ξαναπήγες μετά τη ζέστη του καλοκαιριού), ίδια στη θέση της: Οι ευκάλυπτοι σφυρίζουν, η φοινικιά πλάι στην ακτή, το παγκάκι και λίγο πιο πέρα μια ταμπέλα που γράφει τ’ όνομά σου: σκαντζόχοιρος…
Σαν τις μέρες που κυλούν τόσο γρήγορα, σαν άμμος που πάς να παγιδεύσεις μες στα δάχτυλα, αλλά εκείνος έχει άλλα σχέδια …
Και σαν τον μικρό καταρράκτη που κυλάει πλάι στο παράθυρό σου όταν βρέχει (είναι η σκάλα της διπλανής εκκλησούλας που μεταμορφώνεται μαγικά) πασχίζει ίσως κι εκείνος να συναντήσει τη θάλασσα…
1969 ήτανε, θαρρώ, στο Εθνικό Θέατρο. Ο Αλέξης Σολομός σκηνοθετούσε «Τρικυμία» του Σαίξπηρ... Ο αγαπημένος μου (και όχι μόνο δικός μου) ρόλος σ' αυτήν την ονειροφαντασία είναι ο Άριελ, το ξωτικό που με τις διαολιές του ξεσηκώνει εκτός από το σύμπαν του μικρού νησιού και τον μύθο από τη γλυκιά του λυρική γαλήνη - προκαλεί την απαραίτητη τρικυμία που χρειάζεται καθείς (τόπος, άνθρωπος ή κατάσταση) για να επιβεβαιώσει ότι μέσα του φυσάει η θεϊκή πνοή.
Η Βέρα Ζαβιτσιάνου (που οι φίλοι της την αποχαιρέτησαν χθες) ήταν ο Άριελ σ' εκείνη την παράσταση. Μία από τις τόσες, στο Εθνικό, το Τέχνης, και σε πολλούς άλλους θιάσους... Δεκαετίες προσφοράς στη σκηνή, άπειρο φως (από εκείνο που εκπέμπει ο καλλιτέχνης, που είναι πιο μόνιμο και πιο ουσιαστικό από εκείνο που τραβά).
Οι ηθοποιοί, το έχω ξαναπεί, είναι πλάσματα ιερά. Γιατί αφιερώνουν στην τέχνη ολόκληρο το σώμα και την ψυχή τους. Γιατί η τέχνη ζει από μέσα τους - κάτι που κανείς άλλος δεν μπορεί να το πετύχει. Ο γραφιάς αλλού πατά κι αλλού βρίσκεται το έργο του. Ο ζωγράφος αποχωρίζεται τον πίνακά του. Ο ηθοποιός, όμως, την τέχνη του, ποτέ. Ούτε στον ύπνο του. Τον πρόσκαιρο ή τον μεγάλο.
Ο ηθοποιός ψάχνει την Ιθάκη του. Η Βέρα Ζαβιτσιάνου καταγόταν από κει. Είναι λάθος να λέμε ότι το θέατρο είναι φτωχότερο χωρίς αυτήν. Θα ήταν φτωχότερο, αν εκείνη δεν είχε υπάρξει.
Να, τώρα η βελόνα κολλάει στα λόγια της Νόρμα από το "Sunset Boulevard"...
I And this time will be bigger And brighter than we knew it So watch me fly, we all know I can do it... Could I stop my hand from shaking? Has there ever been a moment With so much to live for?
The whispered conversations in overcrowded hallways So much to say not just today but always... We'll have early morning madness We'll have magic in the making Yes, everything's as if we never said goodbye Yes, everything's as if we never said goodbye... We taught the world new ways to dream!
Το σημερινό θέμα κανονικά δεν πρέπει να έχει λόγια. Τα λόγια χρειάζονται αποδέκτη. Ούτε καν μονόλογος μπορεί να είναι. Όταν μονολογείς υποθέτεις ενδόμυχα ότι κάποιος μπορεί και να σε ακούει. Λίγο παρακάτω, σε μια άλλη διάσταση, από το Υπερπέραν, ίσως κι ο ίδιος ο Θεός.
Επομένως, το σημερινό θέμα πρέπει να έχει μόνο εικόνες. Σταυροπόδι σ' ένα παγκάκι, μετά από μια μεγάλη βόλτα, κάτω από τον ήλιο. Προς θεού, όχι σε κλειστά δωμάτια. Συνιστάται να αποφεύγονται οι κλειστοί χώροι υπό τοιαύτες περιστάσεις. Κοντά στη θάλασσα, ναι...
Λίγο παρακάτω, ένα ξαπλωμένο αδέσποτο - δεν μπορώ ποτέ να προσπεράσω τα λυπημένα τους βλέμματα. Προσδοκά κι αυτό μια ματιά συγκατάβασης.
Συγκατοικούμε εμείς, κατά βάθος.
Κάπου κάπου να περνάει κι ένα αυτοκίνητο. Να εννοεί κανείς ότι πέρα απ' όλο αυτό το σύμπαν υπάρχει η πραγματική ζωή, οι κανονικοί άνθρωποι.
Αλλά φλυαρώ. Και το σημερινό θέμα δεν πρέπει να έχει λόγια. Μόνο μουσική στ' αυτιά.
Είναι ήσυχα εκεί μέσα. Ήσυχα ή σιωπηλά; Σιωπηλά ή βουβά;
Μα μήπως δεν υπάρχει τίποτα εκεί μέσα; Τίποτα, ούτε ήσυχο, ούτε σιωπηλό, ούτε βουβό;
Έφυγαν όλοι. Έμεινε μόνο η ζέστη του καλοκαιριού. Χθες, μεσάνυχτα και κάτι, η πλατεία της μικρής μας πόλης άδεια. Άδειο και το Λιθόστρωτο, ο πιο ζωντανός της δρόμος - τρομακτικά άδειο.
Έφυγαν όλοι.
Κάτω από την καρδιά της Ευρώπης συμβαίνει τώρα κάτι συναρπαστικό. Τι είμαστε αποζητούμε να δούμε. Ύλη, ενέργεια. Το σώμα μας, η υπόστασή μας, μια εξίσωση.
«Είμαστε απ' την ύλη που φτιάχνονται τα όνειρα. Και τη ζωούλα μας την περιβάλλει ολόγυρα ύπνος»... Το είπε ο θείος Γουίλιαμ. Εγώ ακούω πάντα ό,τι μου λέει ο θείος Γουίλιαμ. Ποτέ δε μου είπε ψέματα.
Ύπνος... Και μια απέραντη τρυφερότητα, τώρα που προχωράει ακάθεκτος ο Σεπτέμβρης, με τα μάτια χαμηλωμένα για να μην τον τυφλώνει το φως, με τα καλοκαιρινά μπλουζάκια να αρνούνται να κρυφτούν στη ντουλάπα.
Κάτω από την καρδιά της Ευρώπης πάμε να μάθουμε πώς έγινε ο κόσμος. Και κάτω από τα μπλουζάκια μας, έτσι λεπτά που είναι, με τόση ησυχία πια, εδώ, η δικιά μας καρδιά είναι το μόνο πια που ακούς να χτυπάει τόσο δυνατά. Ύλη ή ενέργεια, αίσθημα ή όνειρο, δεν θέλει να ξέρει.
Δεν θέλει να ξέρει τίποτ' άλλο. Μόνο να ξέρει να χτυπά. Κι αυτός ο χτύπος, ρυθμικός, να σκεπάζει τη σιωπή. Ολότελα. Σαν κόσμος που γεννιέται στο σκοτάδι μετά από μια μεγάλη έκρηξη.
Το σωτήριο έτος 1934 βρήκε το περιοδικό «Ιόνιος Ηχώ» (τεύχος 28, Δεκ. 1934, σ. 11) να ασχολείται με τα γαμήλια έθιμα της Κεφαλονιάς. Επειδή το απονενοημένο διάβημα του γάμου είναι στα προσεχή σχέδια πολλών εξ ημών, αποφάσισα με χαρά να φέρω μετά από 74 χρόνια στο φως τα συνταρακτικά στοιχεία αυτά που μας οδηγούν στα ακόλουθα συμπεράσματα - οδηγίες προς ναυτιλλομένους:
« Στην Κεφαλλωνιά συνηθίζουν να βάζουν μερικά ζαχαροκούλουρα μέσα στα στρώματα που στέλνονται μαζύ με τ' άλλα αντικείμενα της προίκας στο σπίτι του γαμπρού. Τα ζαχαροκούλουρα αυτά προορίζονται για τις κοπέλλες που θα στρώσουν το νυφικό κρεββάτι».
Προσέξτε καλά μήπως τριφτούν τα ζαχαροκούλουρα που θα ρίξουν για τις παράνυφες μέσα στα προικιά, και σας καταστρέψουν όλες τις ντεμέλες (η ζάχαρη δεν παχαίνει μόνο, λεκιάζει κιόλας). Εάν οι παράνυφες κάνουν δίαιτα, προτιμήστε κουλούρια ολικής αλέσεως, ή έστω κριτσίνια (χωρίς σουσάμι, γιατί τρίβει και αυτό).
«Συνηθίζουν επίσης να ρίχνουν ένα αρσενικό παιδί, που νάχη μάνα και πατέρα, επάνω στο νυφικό κρεββάτι, μόλις το στρώσουν, για ν' αποχτήση αρσενικά παιδιά το αντρόγυνο».
Ο αγώνας για την απόκτηση του διαδόχου είναι ιερός. Ποιος θα κληρονομήσει τη δυναστεία σας, αδέλφια; Προσέξτε τουλάχιστον το αρσενικό παιδί που θα ρίξετε στο κρεβάτι, να μην είναι υπέρβαρο και σας καταστρέψει τους σουμιέδες. Επίσης αν το μικρότερο αρσενικό παιδί που ξέρετε είναι 25 ετών, με 1.90 ύψος, γαλανά μάτια, θεληματικό πηγούνι, και συχνάζει στο γυμναστήριο επί τρίωρον ημερησίως, αποφύγετε το έθιμο, καθώς υπάρχει κίνδυνος αυτή να μην είναι η μοναδική φορά που ο νεαρός θα πέσει στο κρεβάτι σας.
«Για τον ίδιο επίσης σκοπό κατά τη διάρκεια του στεφανώματος, ο μεν γαμπρός έχει στην τσέπη του μια μικρή Σύνοψι, η δε νύφη ένα αρσενικό κλειδί».
Προτιμήστε την άλλη λύση (Σύνοψη σε pocket size) - αν δεν βρίσκετε, κατεβάστε τη από το Ίντερνετ και αποθηκεύστε τη σε φλασάκι (πιάνει λιγότερο χώρο στην τσέπη). Όσο για το «αρσενικό κλειδί», φροντίστε να μην εκνευρίσετε τη νύφη και το εκτοξεύσει εναντίον σας.
«Όταν συνοδεύεται στο σπίτι του γαμπρού η νύφη, δεν πρέπει να γυρίση το κεφάλι της πίσω, γιατί γρήγορα θα επιστρέψη στο σπίτι του πατέρα της χήρα».
Αν κατά το δρόμο προς το σπίτι σας η νύφη κοιτάξει προς το σπίτι του πεθερού, λίγα είναι τα ψωμιά σας. Μπορεί η γυναίκα του Λωτ να έγινε στήλη άλατος όταν κοίταξε πίσω της, η δικιά σας μάλλον επιδιώκει να δει εσάς οριζοντίως κάτω από στήλη, όχι άλατος, αλλά επιτύμβια. Η πηγή μας δεν διευκρινίζει τι θα συμβεί αν είστε σώγαμπρος (οπότε το σπίτι του πεθερού ταυτίζεται με το δικό σας) εκτός και αν τότε θεωρούσαν αυτονόητο το «όποιος παίρνει κληρονόμα μένει έξω το χειμώνα».
«Όταν αρχίση το μυστήριο του γάμου κι ακριβώς τη στιγμή που ο παπάς λέει το «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός», ο γαμπρός πρέπει να πατήση το πόδι της νύφης, για να την έχη πάντοτε υπό την εξουσίαν του».
Το καλύτερο απ' όλα βρίσκεται στην τελευταία παράγραφο του δημοσιεύματος. Με απύθμενη χαρά σας αποκαλύπτω πως η θεωρία καταρρέει: Ο ΓΑΜΠΡΟΣ ΠΑΤΑΕΙ ΤΗ ΝΥΦΗ! Πάρτε λοιπόν το αίμα χιλιάδων αντρών πίσω! Με το «ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός», πατήστε τη χωρίς ενοχές, πλην όμως τρυφερά, με το μαλακό, να μη χαλάσουν (προς Θεού!) και οι γόβες της (αφού έτσι κι αλλιώς εκείνη πρόκειται να σας πατήσει πολλάκις κατά το υπόλοιπο του βίου σας)...
Καλά στέφανα λοιπόν, και στα δικά μας οι λεύτεροι!
Αυτό το τραγούδι [που εμένα δε μ' αρέσει, αλλά τι να κάνουμε;] είναι το απόλυτο hit του καλοκαιριού στην Αμερική, αλλά και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Αντιγράφω στίχους του ρεφραίν του "I kissed a girl" της Katy Perry.
I kissed a girl and I liked it The taste of her cherry chap stick I kissed a girl just to try it I hope my boyfriend don't mind it It felt so wrong It felt so right Don't mean I'm in love tonight I kissed a girl and I liked it I liked it
Η εν λόγω Katy Perry (συμπαθέστατο κορίτσι, που το σάιτ της www.katyperry.com μοιάζει βγαλμένο απευθείας από τη Μανίνα) μη σας φαίνεται εξώλης και προώλης. Θεούσα παιδιόθεν (καθότι και η μαμά και ο μπαμπάς ήταν πάστορες), και με θρησκευτική μουσική στο τετράδιο του ωδείου της, αλλά και στον πρώτο της δίσκο (όταν ακόμα την έλεγαν Katy Hudson) αποφάσισε να πάψει να είναι παπαροκού και το γύρισε στο mainstream... Για την ακρίβεια, αποφάσισε να στρέψει την προσοχή πάνω της με κάτι σκαμπρόζικο, απ' αυτά που κάθε συντηρητική κοινωνία αντιμετωπίζει μ' ένα «ουάου», με τα πέντε δάχτυλα της αιδημοσύνης κλειστά μπροστά στα χείλη, κι ένα πνιχτό χι-χι, σαν εκείνους τους τουρίστες στην Αθήνα που περνούν με άγρια χαρά ένα κόκκινο φανάρι για πεζούς και νομίζουν πως έκαναν την επανάστασή τους, ή τα μικρά παιδάκια που λένε συνωμοτικά (ή καμιά φορά και με γεμάτο το στόμα) τη λέξη «μαλάκα» και πιστεύουν ότι μετεβλήθη εντός τους ο ρυθμός του κόσμου.
Ο αλαλαγμός που προκάλεσε το "I kissed a girl" ιδίως στα μικρά παιδάκια δημιούργησε τεράστια συζήτηση στην Αμερική (που ως γνωστόν ομφαλοσκοπεί ιδιαιτέρως πάνω σε τέτοια μείζονα ζητήματα)... Άλλοι την πετροβολούν επειδή κατά τη γνώμη τους το τραγούδι προωθεί την ομοφυλοφιλία, ενώ άλλοι επειδή προωθεί την ομοφοβία. Άλλοι πάλι, επειδή χρησιμοποιεί τα ομοφυλοφυλικά υπονοούμενα για να κάνει «τζιζ» και να προβληθεί το πρώην κατηχητικό... Μπορεί κανείς άραγε να ρίξει άδικο στους τελευταίους όταν το άλλο της σινγκλάκι λεγόταν "Ur so gay" (όπου η φίλτατη Katy έπαιζε με τη λέξη θυμίζοντας την παλαιότερή της σημασία, τις αγνές εκείνες εποχές που δήλωνε μόνο τις χαρωπές και τριαλαρί τριαλαρό ψυχές).
Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο (και με το κλιπάκι να τελειώνει με τη δέουσα ανακούφιση για την WASP οικογένεια), η Katy έγινε φιρμούλα και πουλάει τρελά παγκοσμίως με τα νάζια και τα κοκκινίσματα που προκαλεί σε μια κοινωνία όπου οι περισσότερες γυναίκες θα ήθελαν να είναι η Σαμάνθα του Sex and the City, νομίζουν ότι είναι η Μπρι του Desperate Housewives και στην πραγματικότητα είναι η «μόλις το έσκασα από τα Ατίθασα Νιάτα» πιστολού υποψήφια Αντιπρόεδρος του Τζον ΜακΚέιν που με συγχωρείτε αλλά δεν αισθάνομαι την ανάγκη να συγκρατήσω το όνομά της...