Οι άνθρωποι για γενιές ολόκληρες αγωνίζονται για να αποκτήσουν ένα τραπέζι γεμάτο αγαθά (προσεύχονται άλλωστε επί χιλιάδες χρόνια για τον άρτον τον επιούσιον στην Κυριακή Προσευχή). Ίσως όμως έχει έρθει πια η εποχή που το τραπέζι τους είναι σχεδόν αδύνατο να γεμίσει ποτέ. Όχι επειδή υπάρχει έλλειψη αγαθών, τουναντίον μάλιστα. Απλά, το προϊόν του μόχθου τους απλά φτάνει μέχρι να γεμίσει ως πάνω το μεγάλο ψυγείο της κουζίνας. Η τραπεζαρία μένει κενή. Χρειάζεται κι άλλος μόχθος, αλλά και συχνά η δύναμη της συγκυρίας, για να αγοράσουν ή να κλέψουν χρόνο, και να απολαύσουν με την οικογένεια ή με φίλους ένα κοινό γεύμα στην τραπεζαρία.
Το αστικό δράμα γεννήθηκε και ανδρώθηκε μέσα στο σαλόνι του σπιτιού. Καθώς οργανώνονταν οι αστικού τύπου κοινωνίες, οι υποθέσεις των θεατρικών έργων τους τελευταίους αιώνες έπαψαν να εκτυλίσσονται σε κάστρα και τείχη, και οι ήρωες έπαψαν να έχουν τίτλους τιμής και γαλάζιο αίμα. Η δράση τρύπωσε στο άντρο της ελάχιστης κοινωνικής μονάδας, της οικογένειας, και άρχισε να ξετυλίγεται γύρω από τις μικροσκηνές της. Η αστική οικία και οι σχέσεις που διαμορφώνονταν μέσα σ' αυτήν αποτέλεσαν ένα κουκούλι - μια γυάλα επί σκηνής με τρεις τοίχους: στον τέταρτο καθρεφτιζόταν το κοινό, που έβλεπε τη δική του ζωή στις ζωές των ηρώων. Αυτό το κουκούλι συχνά δεχόταν απειλές από έναν εξωτερικό εχθρό που διασάλευε την τάξη του - το νήμα του δράματος θα οδηγούσε είτε στην αποκατάσταση είτε στην οριστική καταστροφή, όχι του κουκουλιού, αλλά του περιεχομένου του: οι ζωές των ηρώων καταστρέφονταν, όχι το σαλόνι τους.
Παρατηρώντας προσεκτικά τις δεκαοχτώ μικρές σκηνές της «Τραπεζαρίας», του θεατρικού έργου του Άλμπερτ Ρ. Γκέρνυ (1930-), που ξετυλίγονται γύρω από τον ομφαλό του αστικού σαλονιού, το τραπέζι της συνεστίασης, της ιερότερης στιγμής για την αστική οικογένεια, κάτι μας ψιθυρίζει στο αυτί ότι φτάσαμε πια σε μια εποχή που αυτό το κουκούλι έχει γίνει οριστικά κομμάτια και θρύψαλα. Όλο, εκτός από τον τέταρτο τοίχο του, τον καθρέφτη όπου οι θεατές βλέπουν την δικιά τους κοινωνία που εξελίσσεται. Όλες οι σκηνές του έργου, που αλληλοπλέκονται μεταξύ τους με τρόπο σχετικά χαλαρό, μας δίνουν την αίσθηση ότι αυτό το σύμβολο της οικογενειακής συμβίωσης ως κοινωνικής και οικονομικής οντότητας αρχίζει να χάνει τη σημασία του. Η τραπεζαρία παθαίνει αυτό που στο θέατρο παθαίνουν τα αντικείμενα-σύμβολα, που απεκδύονται την συμβατική τους σημασία κι αποκτούν χιλιάδες σημασίες. Η τραπεζαρία χάνει κι αυτή την πραγματική της σημασία, αποδομείται ως σύμβολο, και αποκτά, κατά περίπτωση, περισσότερες σημασίες: γίνεται γραφείο, σκηνικό ενός μοναχικού πρωινού, πεποιημένο ταμπλώ-βιβάν ενός φοιτητικού ντοκυμαντέρ, περιστασιακό ριγκ για έναν συζυγικό καβγά ή μια διαμάχη γονιού-παιδιού ή για την αδιόρατη αποκάλυψη μιας μοιχείας. Οι καρέκλες της, σε όλες τις σκηνές πλην της τελευταίας, είναι περισσότερο αδειανές παρά γεμάτες. Οι άνθρωποι κάθονται στην τραπεζαρία τις περισσότερες φωνές όχι ορμώμενοι από μια κεντρομόλο δύναμη, την οικογενειακή ενότητα, αλλά ουσιαστικά απωθούμενοι από πάσης φύσεως φυγόκεντρες δυνάμεις. Η τραπεζαρία γίνεται όχι πεδίο συμβιβασμού, διαλόγου, ή άμυνας απέναντι στον εξωτερικό εχθρό, αλλά περισσότερο τόπος σύγκρουσης, σύγκρουσης εκ των ένδον προερχόμενης, σύγκρουσης που μοιάζει με σαράκι που γεννήθηκε βαθιά μέσα στα ξύλα της.
Οι ήρωες διεκδικούν μια θέση στην τραπεζαρία, όχι ως τρόπον τινα εξ αδιαιρέτου μερίδιο στην «εταιρεία» μιας οικογένειας, αλλά ως διακριτή σφαίρα δικής τους επιρροής, ως ατομική τους ιδιοκτησία. Ιδιοκτησία όχι ενός πράγματος που έχει γι' αυτούς ζωτική σημασία, αλλά κατοχή ενός τροπαίου που πέρα απ' αυτό ίσως και να μην σημαίνει απολύτως τίποτα άλλο. Η αστική familia έρχεται να δώσει τη θέση της στο μετα-αστικό ego. Ο ατομικισμός του κόσμου που έρχεται (ή έχει ήδη έρθει) δεν αφήνει πολλά περιθώρια για συμβιβασμούς, για καμμιάς έννοιας κοινότητα. Βρισκόμαστε δηλαδή μπροστά σε ακόμη μεγαλύτερη εσωστρέφεια. Στην προαστική εποχή το δράμα βρισκόταν στους δρόμους. Μετά μπήκε στο σαλόνι. Τώρα, κλείνεται στο δωμάτιό του, στον ατομικό του χώρο. Η τελευταία σκηνή του έργου είναι ουσιαστικά η κηδεία της τραπεζαρίας, όχι συγκέντρωση της οικογένειας, αλλά επετειακού τύπου επανένωση των ατόμων πάνω από το λείψανό της. Το «ζωή σε λόγου μας» (του καθενός ξεχωριστά).
Ο Άλμπερτ Ρ. Γκέρνυ στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν έγραφε το έργο, είχε στο μυαλό του την σταδιακή αποδόμηση του μοντέλου της αμερικανικής λευκής μεσοαστικής οικογένειας, που σιγά σιγά (και στο αμερικάνικο θέατρο των προηγούμενων δεκαετιών, όπως του Ουίλλιαμς και του Ο' Νηλ) είχε αρχίσει να φαίνεται ότι, η φαινομενική ευμάρεια και ενότητά της, το ωραίο σπίτι με το γκαράζ και το γκαζόν, τα κέηκ, το φυστικοβούτυρο και τα τραπέζια της Κυριακής, κατατέμνονταν σιγά σιγά σε μικρότερες μονάδες: Το μικρό «εμείς» της οικογένειας γινόταν πολλά μικρά «εγώ». Οι μικρές ομάδες που ζούσαν μαζί στην οικογενειακή εστία γίνονται πολλά μεμονωμένα άτομα που απλώς συγκατοικούν.
Αυτή η κρίση της αμερικάνικης μεσοαστικής τάξης (WASP) του '80 έχει πια εξαπλωθεί παγκοσμίως. Φτάνει μέχρι και τις μικρές μας πόλεις. Αν, πράγματι, μπορούσαμε να ανοίξουμε μεμιάς, σαν κουκλόσπιτα, τα τόσα πολυώροφα κτίρια της μικρής μας πόλης, θα βλέπαμε, σε πολλά επίπεδα, πολλές τέτοιες άδειες τραπεζαρίες, να γεμίζουν, το ίδιο περιστασιακά και λειψά, με παρόμοιες ιστορίες. Να βρίσκονται εκεί βερνικωμένες και με τα σχετικά πετσετάκια, και να μοιάζουν σαν διάδρομοι απογείωσης για όλες εκείνες τις δυνάμεις που παλεύουν, δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα, να διαλύσουν το κουκούλι, αυτή τη φορά με διεύθυνση από μέσα προς τα έξω. Και θα διαπιστώναμε, εν τέλει, ποιο είναι το έπιπλο του σπιτιού που έχει καταλάβει τη θέση της τραπεζαρίας ως ultimum refugium της οικογενειακής μας συμβίωσης. Και την ίδια στιγμή θα ξέραμε ποιο έπιπλο θα έρθει κάποτε η ώρα να αποδομήσουμε μετά την τραπεζαρία...
Ας διακινδυνεύσουμε την πρόβλεψη: ένα μελλοντικό παρόμοιο κείμενο θα τιτλοφορείται: «Ξηλώνοντας τον καναπέ».
Η πρώτη φορά που παραιτήθηκα ήταν το '95, από το δικηγορικό γραφείο όπου έκανα την πρακτική μου άσκηση. Ήμουν μαζί με υπέροχους ανθρώπους, που με αγαπούσαν πολύ, αλλά δεν άντεχα τη δικηγορία. Τα βρόντηξα, και τό ‘σκασα για το νησί.
Η δεύτερη φορά ήταν κι η πιο ευτυχισμένη. Ήταν το 2001, όταν παραιτήθηκα από μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας... Είχα ήδη γυρίσει οριστικά στο νησί, είχα πιάσει δουλειά στην τωρινή μου δουλειά και ήμουν περιχαρής που γλίτωνα μια για πάντα από την άσκηση της δικηγορίας. Έστειλα, τότε, σε μια φίλη μου ένα βιβλίο - στην αφιέρωση κάτω κάτω είχα βάλει τη δικηγορική μου σφραγίδα κι από πάνω της ένα μεγάλο Χ.
Αυτή, η τρίτη φορά, ήταν η πιο κόσμια και ταυτόχρονα η πιο σκληρή. Έβαλα όλες τις ασφαλιστικές δικλείδες για να μην αφήσω χάος. Θα φύγω σε τρεις μήνες, δήλωσα (έχετε ξανακούσει μεταχρονολογημένη παραίτηση;). Ως εκ τούτου, κανείς δε με πήρε στα σοβαρά (όλοι πιστεύουν ότι κάτι θα γίνει και θα υπαναχωρήσω, μάλλον). Προφανώς έπρεπε να βροντήξω πόρτες και να πετάξω στον αέρα συρτάρια. Δεν είναι του χαρακτήρος μου. Μ' αρέσουν πια οι ήσυχοι αποχαιρετισμοί (κι όχι τα απότομα «μισό λεπτό να πάρω τσιγάρα»).
Όλες οι αποφάσεις στη ζωή μου πάρθηκαν αργά και βασανιστικά, κι έχασα έτσι πολλά τραίνα. Έτσι κι αυτή, έλαχε απλά να σκάσει τώρα, μετά από καιρό επεξεργασίας. Χαρακτηριστικό των δειλών ανθρώπων, που βρέχουν πρώτα τη φτέρνα και τα ακροδάχτυλα πριν μπουν στη θάλασσα, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι έτσι δεν θα τους φανεί το κρύο.
Οι περισσότερες αποφάσεις που πήρα, έτσι αργά και βασανιστικά, στη ζωή μου, ήταν λάθος. Όσο στίβεις το μυαλό σου, όσο πασχίζεις να βρεις ένθεν και ένθεν επιχειρήματα, τόσο χάνεσαι σε παράλογους, λαβυρινθώδεις συλλογισμούς. Μπορεί να είναι έτσι και τώρα. Θα δείξει. Έτσι και τώρα, πασχίζω να καταλάβω αν το «άρρωστο» μυαλό μου με οδηγεί σε αυτή την πράξη ή αν ο κόσμος μου όπως τον έφτιαξα μ' αυτή τη δουλειά μου «αρρωσταίνει» πιο πολύ το μυαλό. Φαύλος κύκλος.
Το βέβαιο είναι ότι αφήνω κάτι που το αγάπησα και το αγαπώ πολύ. Ένα το κρατούμενο λοιπόν, ο πόνος του αποχωρισμού. Οχτώ χρόνια ήταν αυτά. Και το κενό που μένει πίσω. Όταν όλη σου η ζωή ήταν αυτό που αφήνεις, όταν τά ‘δωσες όλα σ' αυτό και δεν κράτησες για σένα τίποτα, κλείνεις την πόρτα πίσω σου κάπως άδειος. Τι κάπως, δηλαδή, ντενεκές ξεγάνωτος.
Το αφήνω «αυτό» χωρίς τη σιγουράντζα του επόμενου βήματος. Χωρίς να υπάρχει καν επόμενο βήμα. Το απόλυτο τίποτα (εκτός από την κρυφή ελπίδα ότι θα καταφέρω να τελειώσω το μαθουσαλίξ διδακτορικό μου στο χρόνο που θα είμαι άνεργος κι ότι θα καταφέρω επίσης να παραμείνω στο νησί). Και «στου δρόμου τα μισά» είναι λίγο πιο σκληρό αυτό το «τίποτα» απ' ό,τι στα 20 και τα 25. Αλλά, πάλι, θα είναι λιγότερο σκληρό απ' ότι στα 40 και στα 45.
Ωστόσο, όταν αρχίζεις και προσπερνάς αυτά τα ζόρια, όταν επιδράσει η σκόνη που ρίχνεις στα φαγωμένα σου γόνατα μετά από την τρεχάλα και την κουτρουβάλα, σού μένει μονάχα το πόσο ωραία ήταν αυτή η τρεχάλα (ίσως και η κουτρουβάλα, γιατί όχι;). Κι όλα αυτά που σε βασάνιζαν, ξαφνικά πέφτουν να κοιμηθούν. Και μένουν συντροφιά σου μονάχα τα καλά, σαν αναμνήσεις.
Και γιατί το αφήνεις κάτι που αγαπάς, άνθρωπε του θεού;
Απλά και μόνο, όπως έγραψα στην τελευταία γραμμή της παραίτησης, «για να μη φτάσεις στο σημείο να το μισήσεις». Για να μην δηλητηριάσεις ό,τι ωραίο θα σού μείνει αργότερα, αποσκευή, παρακαταθήκη, ανάμνηση.
Μετά σκέφτεσαι πως «δεύτερη ζωή, δεν έχει». Αν θες να κάνεις κάτι με την πρώτη, προχώρα μπροστά.
Είναι αξιοθαύμαστη η πανελλήνια έκπληξη για τους μεταλλαγμένους υπεραθλητές μας (και όχι μόνο «μας», το είδος ενδημεί παγκοσμίως). Δεν θα συμμεριστώ τη χαρά της απαξίωσης των καλοχτισμένων σωμάτων και την κατακρήμνισή της στην κατακραυγή της φραπεδάτης πλαδαρότητας του κοινού που κατακρίνει ό,τι πριν από λίγο αποθέωνε, στην ίδια, ημι-καθιστή, ημι-ξαπλωτή θέση στον καναπέ. Αυτόν τον κανιβαλισμό δεν μπορώ να τον επικροτήσω, ακόμη κι εγώ που δεν πίστεψα ποτέ τη γνωστή ιστορία με τα ατυχήματα και τα κρυφτούλια των Ολυμπιονικών μας στους Ολυμπιακούς μας, ακόμα κι εγώ, που πάντα ήμουν κομπλεξικός με το σώμα μου, τα παραπανίσια κιλά μου και τα πιασιματάκια μου αλλά ποτέ δεν έκανα τίποτα για να τα εξαφανίσω.
Η ομορφιά των τέλειων σωμάτων, έστω ξυρισμένων, ρετουσαρισμένων και καταταλαιπωρημένων, έστω ντοπαρισμένων, είναι ομορφιά. Τελεία και παύλα. Την είχε δει, από παλιά, η Λένι Ρίφενσταλ, στους Αγώνες που (προσπαθούμε όλοι να αποσιωπήσουμε ότι) καθόρισαν τη φυσιογνωμία των νεότερων Ολυμπιακών Αγώνων: Εκείνους στο Βερολίνο, το 1936... Χημική ή αληθινή, η ομορφιά είναι ομορφιά.
Πέρα, ωστόσο, από την (ως ένα σημείο ανθρώπινη) εναλλαγή θαυμασμού και φθόνου που προκαλεί τον κανιβαλισμό της ομορφιάς, η χαρά της αποκαθήλωσης των εθνικών μας cyborgs κρύβει κάτι συλλογικότερο, μαζικότερο, «εθνικότερο».
Ποιος είναι εκείνος που ντοπάρει αυτά τα γεμάτα ενέργεια και ουσίες σώματα; Νομίζω, σύμπαν το έθνος. Οι κυβερνώντες, που ποδοπατιούνται να φωτογραφηθούν με τους ολυμπιονίκες ρουφώντας τις κοιλίτσες τους. Που ζητούν κι άλλα, κι άλλα μετάλλια, κι άλλο εθνικό αγλάισμα, κι άλλες νίκες, για να ενθουσιαστούμε εμείς, το πόπολο, να ξαναβγούμε στους δρόμους, να ντοπαριστούμε με τη σειρά μας με χαρά. Το έχουν ανάγκη εκείνοι, το έχουμε κι εμείς. Και δίνουν κίνητρα - μεταλλάξου και κέρδισε: μια θέση στο Δημόσιο, μια θέση στα ΑΕΙ, ένα προπατζίδικο, ένα γαλόνι στις Ένοπλες Δυνάμεις... Σαν άλλες σπαρτιάτισσες μάνες, αντί για κάλτσα του στρατιώτη, στέλνουμε τα παιδιά μας στον πόλεμο των μεταλλίων με χαπάκια, ενέσεις, υποσχέσεις. Και με την ίδια ευχή «Η Ταν, ή επί τας»...Εννοώντας και τα δύο...
Η χώρα μας αρέσκεται, εσχάτως, στο να εκτρέφει άλογα κούρσας. Το πρωτοκάνουμε με τα παιδιά μας, που πρέπει να γίνουν υπερήρωες, μέχρι να μπουν στα 18: Να μάθουν τα πάντα, να έχουν τους καλύτερους βαθμούς, να μιλούν εικοσιοχτώ ξένες γλώσσες, να χτυπήσουν οχτάωρα ημερησίως στα φροντιστήρια, να παίζουν στα δάχτυλα τέσσερα μουσικά όργανα, να είναι εξπέρ στο ζίου-ζίτσου, το καράτε, το φλαμένκο, τον μπάλλο, το κομπιούτερ, για να φτάσουν 18, να περάσουν με τα τσαρούχια τους στο ελληνικό πανεπιστήμιο, για την ποιότητα του οποίου φαντάζομαι ότι όλοι έχουν ιδία αντίληψη, οπότε περιττεύει να την περιγράψω εγώ. Κι έπειτα, το αποτέλεσμα των κόπων μας είναι ότι μετά από τόσο ζόρι το παιδί μας αποφασίζει να «χαλαρώσει» και, αντί για τα αμφιθέατρα, το αναζητούμε μεταξύ καφέ του Κολωνακίου, εκδρομών της ΔΑΠ στη Μύκονο και τσιμπουσιών της ΠΑΣΠ σε διάφορα κουτούκια (οι αποστολές της ΠΣΚ στον υπαρκτό σοσιαλισμό είναι πλέον passé, αντιλαμβάνεστε φαντάζομαι για ποιους λόγους).
Αναλόγως κάνουμε με τους αθλητές μας: Αν δεν έρθουν πρώτοι, δεν έχει λεφτά, δεν έχει δημόσιο, δεν έχει τίποτα. Πίσω στο χωριό σου, καλέ μου (για να μην σου πω στη χώρα καταγωγής σου και με θεωρήσετε ρατσιστή). Κανόνισε λοιπόν, αθληταρά μου. Κατάπιε μέχρι σκασμού ό,τι ουσία κυκλοφορεί για να αντέξεις τις υπερεντατικές προπονήσεις, τρυπήσου με τις ενεσούλες που θα σου πασάρει ο προπονητής σου, κατάστρεψε ό,τι υπάρχει στα σωθικά σου (άσε το τι έχεις ήδη κάνει στην ψυχή σου) για να γίνεις ο κύριος Χαλκ, τρέξε, αθληταρά μου, τρέξε και φάτους λάχανο. Μετά, θα σε κάνουμε δρόμο, καράβι της γραμμής, διαφήμιση, πρότυπο για τα παιδάκια της παραπάνω παραγράφου, που πρέπει να γίνουν κι αυτά όμοια cyborgs με σένα, αγόρι μου. Θα σε βλέπουν να ψέλνεις τον εθνικό ύμνο και όλοι θα θέλουν να σε μιμηθούν.
(Πίσω από τη χαρά στα μάτια τους, την ώρα της απονομής, δεν έχει τύχει να διακρίνετε έναν υποδόριο τρόμο; Είναι ο τρόμος της ανάμνησης του τι πέρασαν οι άνθρωποι αυτοί για να φτάσουν ως το βάθρο: Της αγωνίας του να σε χτίζουν με οποιονδήποτε, θεμιτό και αθέμιτο τρόπο, να σε σφυρηλατούν λες κι είσαι μπρούντζος, για να γίνεις ο πρώτος μέσα σε δευτερόλεπτα. Ανατριχιαστικό.)
Και μετά, έτσι και σκάσει μύτη το σκάνδαλο (για το οποίο όλοι είμαστε συνένοχοι) εμείς θα κάνουμε τις έκπληκτες πάπιες: Θα λιποθυμήσουμε με χάρη Μαντάμ Σουσούς, και μετά οργίλοι και με τη ρομφαία της δικαιοσύνης αντί των «συμπληρωμάτων διατροφής» ανά χείρας θα σε πετάξουμε από τον θρόνο σου, μεταλλαγμένο, χημικό τέρας, και θα σε παρατήσουμε, ξεφουσκωμένο κι ανάπηρο (οι ουσίες κάνουν τη ζημιά άλλοτε γρηγορότερα κι άλλοτε αργότερα από την ταπείνωση) - όχι στη λησμονιά, αλλά στην απαξίωση. Στην ξεφτίλα - το μόνο δεινό που ο Έλληνας δεν μπορεί να καταπιεί (γιατί όλα τα υπολοιπα, είτε τα προκαλεί, είτε τα ανέχεται, στο όνομα ενός ενίοτε απροσδιόριστου στόχου).
Μόνο που η ξεφτίλα δεν κατατρώγει μονάχα τον μιασμένο, έκπτωτο υπερήρωα. Έρχεται και κολλάει και σ' όλους εμάς: Γιατί εμείς είμαστε ο καθρέφτης του. Κι εκείνος είναι ο δικός μας.
... η τηλεόραση είχε μόνο δυο κανάλια, που ξεκινούσαν στις 5.00 το απόγευμα και τέλειωναν στις 12.00
... η τηλεόρασή μας ήταν ασπρόμαυρη
... για να πάρουμε τηλέφωνο έπρεπε να πάμε στο μαγαζί του χωριού (με την συχωρεμένη πια μπακάλισσα από κοντά να ακούει όλες τις συνδιαλέξεις).
... το σχολείο μου είχε ένα δάσκαλο και δώδεκα μαθητές. Όλο το σχολείο.
... το ηλεκτρικό κοβόταν πολύ συχνά... Εξαιτίας του έχασα το τελευταίο επεισόδιο της Μάγιας της Μέλισσας και την επόμενη μέρα κλαίγαμε όλοι μαζί στο σχολείο.
... το νερό ερχόταν κάθε δυο-τρεις μέρες για μια-δυο ώρες. Έπρεπε να γεμίσουν τα βαρέλια και να ποτιστούν όλα μέχρι να τελειώσει.
... ο δάσκαλος έμενε στο χωριό και του κάναμε το τραπέζι εκ περιτροπής.
... περιμέναμε πώς και πώς τον πατέρα να πάει στην πρωτεύουσα για ψώνια και να μας φέρει περιοδικά.
... η μαμά διάβαζε «Πάνθεον» (πολύ φεμινιστικό) και «Γυναίκα». Εγώ διάβαζα «Μπλεκ» και «Αγόρι» (πιο παλιά Μίκυ Μάους, Σεραφίνο, Ποπάϋ, Τιραμόλα).
... κάποτε (πρέπει να ήμουν 8 ή 9) κάτω από τον Μπλεκ και το Αγόρι, στο σημείωμα με τις παραγγελίες μου, του έγραψα και έναν μεγαλύτερο τίτλο: «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»).
... όταν η μαμά (ποτέ ο μπαμπάς) μας έπαιρνε στην πρωτεύουσα ή στο δικό της χωριό (που είχε θάλασσα) με οδηγό τον Μπάρμπα Νώντα, χαλάγαμε τον κόσμο, γιατί εμείς δεν είχαμε δικό μας αυτοκίνητο, αλλά μόνο ένα γάιδαρο, τη Τζίνα. Το ίδιο όταν ο θείος Τάκης μας έπαιρνε βόλτες και μας έβαζε στο πίσω μέρος της μπλε κλούβας του. Είναι ζήτημα αν υπήρχαν 10 αμάξια σε όλο το χωριό, κι αυτά κλούβες, ή αγροτικά.
...στην Τετάρτη η δασκάλα μας κατέβασε το Χριστό από τον τοίχο και ανέβασε έναν συμπαθή κύριο με μούσια που τον έλεγαν Άρη. Ήταν 1982 - ήμασταν τα παιδιά της Αλλαγής.
... η ίδια αυτή δασκάλα μας (από τις αγαπημένες μου) κάποτε, όταν τη ρώτησε η μαμά μου για το γιόκα της, της είπε: «Έχει το διάολο μέσα του». (τότε στενοχωρήθηκα κάπως, αλλά μετά από πολλά χρόνια κατάλαβα ότι η κυρία Ντίνα είχε δίκιο).
... ακούγαμε μαζί με τη μαμά «Κάθε μέρα παντού» στο Δεύτερο Πρόγραμμα, και αργότερα Γιάννη Πετρίδη από τις 4 στις 5 στο Πρώτο Πρόγραμμα.
... το ραδιόφωνο στην αρχή έπαιζε μόνο στα μεσαία. Εκεί ακούγαμε την ελληνική εκπομπή του ραδιοφώνου της Αλβανίας και ζηλεύαμε που εκεί τα παιδάκια περνούσαν τόσο καλά, και οι άνθρωποι ήταν ευτυχισμένοι, ενώ εμείς κρυώναμε στο σχολείο και είχαμε βάλει την εικόνα του Καραϊσκάκη πάνω στο σπασμένο τζάμι.
... ακούγαμε και βραχέα: Casey Casem, America's top 40, στη Φωνή της Αμερικής, με ένα ψαλίδι πάνω στην κεραία του ραδιοφώνου, για να πιάνει καλά.
... πίστευα πως ήμασταν πολύ πλούσιοι (γιατί εμείς είχαμε βιβλία, περιοδικά και τη Τζίνα, κι ας δούλευε ο πατέρας μεροκάματο μέχρι το βράδυ) και καλούσα όλα τα παιδάκια στο σπίτι για φαγητό. Όταν ο παπάς διάβαζε τους άρτους στην εκκλησία και έψελνε «Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν» προσευχόμουνα μέσα μου «Παναγίτσα μου, κάνε να μη φτωχύνουμε ποτέ».
... ήμουν ένα πολύ ευτυχισμένο πιτσιρίκι. Γιατί είχα ό,τι ήθελα. Αγάπη, αυλή και κήπο, βιβλία, μπάνια στη θάλασσα, αγάπη, αγάπη, αγάπη....
Έτσι, για μουσικό χαλί, ένα τραγούδι από μια ταινία ("A league of their own") με τη Μαντόνα, που όποτε τη βλέπω κλαίω πολύ. Έχει θέμα μια γυναικεία ομάδα μπέιζμπολ.
Όχι, στο χωριό δεν είχαμε γήπεδο μπέιζμπολ.
Αν ένα σημερινό πιτσιρίκι, με κινητό, ευρυζωνική σύνδεση κλπ. κλπ. διαβάσει όλα αυτά, θα νομίσει ότι συνέβαιναν διακόσια χρόνια πριν... Το ίδιο νομίζω κι εγώ...Αλλά πιστεύω κι εύχομαι ότι η ίδια η ζωή θα μας ξαναγυρίσει σε πιο αθώα πράγματα...
[Από την χαμένη Lifoland αυτό το ποστάκι. Το ξανανεβάζω επειδή θέλω κι αυτό να υπάρχει εδώ... Κι επειδή με πνίγει λίγο η σιωπή... Η σημερινή σιωπή... Σήμερα, ρώτησα τον εαυτό μου «για ποιο πράγμα θες να γράψεις σήμερα;» κι εκείνος μου απάντησε... δε μου απάντησε καν.]
Αυτή η άνοιξη, μια βροχή, μια ήλιο, μάς έχει αποτρελάνει, εμάς τους κατά συνθήκην τρελούς αυτού του νησιού.
Τα πάντα ανθισμένα και κατακίτρινα, θες μόνο να περπατάς στις όμορφες διαδρομές, στις άκρες της μικρής μας πόλης.
Προχθές, με την ομπρέλα κάτω από τη βροχή, χάζευες τους κύκνους, και δε σ' ένοιαζε που ήσουν μόνος και περπατούσες γιατί τους έβλεπες κι εκείνους, αγέρωχους στη λιμνοθάλασσα - κι έπειτα κοιτούσες τις αντένες της ομπρέλας σου που είχαν λιγάκι ξεφύγει - σαν και το μυαλό σου. Δεν τους ένοιαζε για το νερό, ούτε και σένα.
Χθες, από την άλλη μεριά, ντάλα ήλιο, καμάρωνες τις μιμόζες που έθαλλαν πεντακάθαρες, λαμπερές, και τις αστραφτερές πευκοβελόνες. Σαν να μην ήταν χθες η βροχή, σαν να μην ήταν ποτέ.
Τη νύχτα πάλι, μια μπόρα ξαφνική (ωραία να βρέχει και να μη σε νοιάζει τίποτα, γιατί είναι πρωί Σαββάτου). Κι ας πήγες στη δουλειά, είναι πρωί Σαββάτου.
Ήλιος, βροχή, ήλιος, βροχή... Ό,τι νά'ναι. Αρκεί να το νιώθεις να περνάει το δέρμα.
Άτιμη άνοιξη! Κι όταν υπάρχουν τέτοια τραγούδια, σαν αυτό, τα «Στερεότυπα» της Δήμητρας Γαλάνη, σε μουσική του Χρυσόστομου Μουράτογλου και στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου (που είναι απέραντη χαρά να μάς ξαναδίνει τέτοιο τραγούδι-μαχαιριά), νιώθεις πως απλά σκαρφαλώνεις, σκαρφαλώνεις, σκαρφαλώνεις, σ' ένα πολύχρωμο σαν γλιφιτζούρι φουγάρο, κι εσύ ακτιβιστής, ή σ' ένα πανύψηλο βουνό, κι εσύ ο Έντμουντ Χίλαρι, ή ακόμα σε μια στροφογυριστή σκάλα που θα σε πάει στην ταράτσα για να απλώσεις, ή για να ξεφύγεις από κάποιον που σε κυνηγά και, όχι, πετάς τον απλωμό από εκεί πάνω στο χάος, και, όχι, δεν σε πιάνει κανένας, πηδάς από ταράτσα σε ταράτσα, και μόλις προλαβαίνει να σου αφροκάψει γλυκά το μέτωπο ο ανοιξιάτικος ήλιος.
Ή, γιατί είπαμε, είναι άνοιξη, απλά, σκαρφαλώνεις ένα σκοινί, για να ανέβεις σ' εκείνο το μπαλκόνι, σαν άλλος Ρωμαίος.
Στερεότυπα... Καλή Κυριακή! Ώρα για βραδινή βόλτα, μετά τη δουλειά...
Ξέρετε το ποιόν μου. Είμαι δύσθυμο και μουρτζούφλικο ον εκ φύσεως. Κι αυτό ενδεχομένως δεν με βοηθά να κατανοήσω αυτή την ανείπωτη χαρά που πλημμύρισε το πανελλήνιο (στ' αλήθεια το πλημμύρισε;) για το βέτο που άσκησε η χώρα μας χθες στη διάσκεψη προκειμένου να μην προσκληθεί το εισέτι αβάπτιστο (κάποιος να μού πει πώς να το λέω) γειτονικό- προς- βορράν- και-στη-μέση κράτος στο ΝΑΤΟ.
Ήμασταν προετοιμασμένοι αυτές τις μέρες από το «εθνικό» κλίμα που είχε καλλιεργηθεί στα ΜΜΕ όπου κυριάρχησε βέβαια μια βαλκανομπαρόκ παρέλαση από πάνσαχλα βίντεο που σωρηδόν ανεβάζουν στο You Tube ένιοι πυροβολημένοι νόες εκ Σκοπίων (με τον ίδιο ζήλο που εκτοξεύουν τα ευθέως αντίστροφα φληναφήματα και σάλια οι ημέτεροι βουλευτές συνεγειρομένων παρατάξεων, συνοδευόμενοι από μητροπολίτες και νομάρχες που έχουν στόχο στη ζωή τους να παραμείνουν περισσότερο στον τηλεοπτικό αέρα από τη φίλτατη Ρούλα Βροχοπούλου).
Όπως οι τελευταίοι δεν είναι η Ελλάδα (τουλάχιστον εγώ, ως το ένα δεκάκις εκατομμυριοστό της Ελλάδας, και φαντάζομαι και άλλα δεκάκις εκατομμυριοστά, δεν τους αναγνωρίζουμε το δικαίωμα να εκφράζουν αυτοί την Ελληνική κοινή γνώμη), έτσι και ο λαός του εισέτι αβάπτιστου δεν εκφράζεται από τις γελοιότητες που παρέλασαν μπροστά από τα μάτια μας εσχάτως. Οι λαοί δεν θέλουν αντιπαλότητες, θέλουν ψωμί. Και ειρήνη.
Λυπάμαι που δε νιώθω καμμία χαρά. Επειδή δεν θεωρώ ότι είμαι ανθέλλην, μάλλον θα πρέπει να είμαι βλαξ.
Αντιθέτως, θεωρώ ότι εκείνοι που θα πρέπει να χαίρονται είναι οι κάτοικοι του εισέτι αβάπτιστου. Γιατί τους γλιτώσαμε από μεγάλο χουνέρι. Αυτοί λύσσαξαν να μπούνε στο ΝΑΤΟ, γιατί δεν ξέρουνε τα χαΐρια του. Ρώτα και μας, εισέτι αβάπτιστο γειτονόπουλο. Που τόσες δεκαετίες εκεί μέσα, ΝΑΤΟ ακούμε και ΝΑΤΟ δε βλέπουμε. Τι σύμμαχος είναι αυτός που όταν τον έχεις ανάγκη (π.χ., λέμε τώρα, υποθετικά τελείως, ουδεμία ομοιότης με την πραγματικότητα, η Τουρκία εισβάλλει στην Κύπρο) κι εκείνο πάντα κάτι βρίσκει και δεν ευκαιρεί να σε συντρέξει: Πότε μια θεια του βγάζει φρονιμίτη, πότε το τσιουάουα έχει εντερικά και θέλει κτηνίατρο, πότε πρέπει να πάει για σέρβις το αυτόματο πότισμα. Άφαντο το ΝΑΤΟ στην ανάγκη. Μα εκεί, καρδιά μου, θέλεις τους συμμάχους. Στο ζόρι. Αλλιώς, στα Βουκουρέστια και μεταξύ καναπεδακίου και φοντύ, συμμαχώ με όποιον θέλετε ακόμα κι εγώ το ξινομούσμουλο.
Αυτό δεν είναι ΝΑΤΟ. Αυτό είναι ΠΟΥΝΤΟ;...
Αμ οι μανούλες των γειτονόπουλων του εισέτι αβάπτιστου, εικόνισμα πρέπει να του κάνουνε του Κωστάκη του Καραμανλή και να προσεύχονται ολημερίς να ‘ναι μπαμπάκι ο δρόμος του. Γιατί, ξέρετε, μανούλες του εισέτι αβάπτιστου, πως τα παιδάκια σας, θα σας τα παίρνει ο θείος ΝΑΤΟ να τα πηγαίνει άτα σε κάτι πάρκα που κάνει «ειρηνευτικές αποστολές»... Ωραία μέρη, δε λέω... Ιράκ, Αφγανιστάν... Εξωτικά, περιπετειώδη... Αλλά, ακούστε κι εμάς, καλύτερα στ' αβγά τους τα παιδόπουλα... Αφήστε δε το γεγονός ότι το άσμα «Ένα πεδίο βολής φτηνό, όπου ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι» θα γινόταν πράξη στα χωράφια και τους αγρούς σας... Γι' αυτό σας λέω... Φτηνά τη γλιτώσατε, γειτονόπουλα του εισέτι αβάπτιστου.
Κι εμείς βέβαια φτηνά τη γλιτώσαμε - καθώς ο πλανητάρχης πρώτα θα θελήσει να ξεμαλλιάσει την Χάιντι - Ανγκελα Μέρκελ που δεν τον άφησε να καλέσει τις φίλες του Νίτσα (Ουκρανία) και Γωγώ (Γεωργία) στο πάρτι, στριγγλίζοντας: «Αν τις καλέσεις αυτές, θα μού κάνει σκηνή ο Βλαδίμηρος!» (όχι ο Λένιν, πάει αυτός, ο άλλος Βλαδίμηρος, ο Πούτιν). Αφού την τσουρομαδήσει, μάλλον θα μας σκεφτεί τι θα κάνει και με μας τα αυθάδικα βαλκανόπαιδα.
Αυτό που με συνεκλόνισε είναι ο τρόπος με τον οποίο εφημερίδες και τηλεόραση παρουσίασαν τις χώρες που μας υποστήριξαν. Σαν ψηφοφορία στη Γιουροβίζιον. Μας ψήφισαν Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία (δωδεκάρι). Βάλε και δέκα από τη Βουλγαρία... Αλλά κάτι άλλες ψήφισαν τα Σκόπια.
Μια και αναφερθήκαμε στο θέμα, μήπως τελικά η Καλομοίρα θα πληρώσει την πυγμή της εξωτερικής μας πολιτικής;
Και για να παραμείνουμε στο ίδιο κλίμα, τελικά οφείλω να σας ενημερώσω ότι νικητής της όλης βραδιάς βγήκε το αουτσάιντερ: το ασφαλιστικό, που πέρασε, ψηφίστηκε, μας κατσικώνεται και κανείς δεν πήρε χαμπάρι, μέσα στην εθνοσωτήρια χλαλοή.
Μα με τίποτα δε χαίρεσαι, θα μου πείτε; Χαίρομαι... Με το άνοιγμα του οδοφράγματος της οδού Λήδρας, στη Λευκωσία, μετά από μισόν αιώνα περίπου... (από εκεί και η φωτο, από το σάιτ του «Φιλελεύθερου» της Κύπρου). Διαβάστε εδώ:
Τις βρίσκουν τις λύσεις οι λαοί. Μπορούν, χωρίς «ενδιάμεσους»...
Στην τελευταία σκηνή του «Βυσσινόκηπου» του Τσέχοφ η πρωταγωνίστρια Λιούμπα και οι δικοί της φεύγουν άρον άρον από το ξεπεσμένο (και ήδη χαμένο) αρχοντικό τους, ενώ τριγύρω ακούγονται οι θόρυβοι από τα τσεκούρια που κόβουν τα δέντρα του βυσσινόκηπου.
Εφιαλτική σκηνή. Ο μικρός τους παράδεισος δεν είναι πια κατοικήσιμος. Πρέπει να φύγουν. Και δεν ξέρουν πού πηγαίνουν. Γιατί η εποχή δεν τους χωράει. Ο καινούριος κόσμος που έρχεται δεν είναι φτιαγμένος γι' αυτούς. Είναι όντα ενός άλλου κόσμου, που τέλειωσε. Όσο πεισματικά κι αν επιμένουν να παραμείνουν εκεί, αυτό το «εκεί» δεν υπάρχει πια. Πού θα πάνε; Κανείς δεν ξέρει. Τα δέντρα του βυσσινόκηπου πέφτουν, και φαίνεται η γύμνια και η φτώχεια του αρχοντικού. Οι αράχνες στα ταβάνια, οι πολυέλαιοι χωρίς κεριά, οι νταντέλες στις κουρτίνες σκωροφαγωμένες, τα πατώματα κόσκινο από την υγρασία και το σαράκι. Η decadence που κρυβόταν πίσω απ' τις ανθισμένες βυσσινιές.
Έρχονται στιγμές που ακούγονται τα τσεκούρια εντός. Και δεν ξέρεις πού σε χτυπάνε. Στα πόδια, στην καρδιά... Δεν ξέρεις. Δεν ξέρεις τί μέγεθος έχουν οι πληγές. Μόνο ότι εσύ πρέπει να προχωράς και να επιζείς (άλλες διαχρονικές τσεχοφικές ατάκες). Να τινάζεις από το κεφάλι τα πέταλα από τα άνθη που σκόρπισαν στο χώμα, να καθαρίζεις τα μάτια σου από τα πριονίδια - να αναμερίζεις τους πεσμένους κορμούς στον κήπο που καλλιέργησες τόσα χρόνια με τα ίδια σου τα χέρια.
Έρχονται στιγμές που τα τσεκούρια σου θυμίζουν ότι μάταια τόσα χρόνια πέταξες μακριά ό,τι άλλο είχες κι αφιερώθηκες ολότελα σ' αυτή τη μικρούλα αποστολή, σ' αυτόν τον μικρούλη τόπο, με πίστη, μεράκι, πάθος - τράβηξες όσο κουπί μπορούσες, ξοδεύτηκες με αγάπη και χωρίς καμμιά φειδώ, κι όμως, δεν έφτανε - δεν μπόρεσες να το κρατήσεις ψηλά.
Ήσουνα λιγότερος απ' όσο έπρεπε, ή αυτό ήταν περισσότερο από σένα, κυνηγούσες χίμαιρες ή λιγοψύχησες στον δρόμο, δεν έχει σημασία. Το αποτέλεσμα μετράει.
Τα δέντρα είναι κάτω. Στο χώμα. Νεκρά.
Κι εσύ, που τα πέταξες όλα, που άφησες κάποια άλλα να φύγουν, που μεγάλωσες πια και λιγόστεψες, δεν ξέρεις ποιο μπορεί να είναι το μετά. Σαν λατέρνα κουρδισμένη σ' ένα μονάχα τραγούδι, δεν μπορείς πια να αλλάξεις ρεπερτόριο.
Κι αν είχες, δεν έχεις πια.
Τί έχει μείνει; Εκτός από τα τσεκούρια, μονίμως εντός, ότι λέει το τραγούδι.