LIFO
ΑΡΧΕΙΟ: Μάρτιος 2008
Πεμ, 27 Μάρ 2008 01:28 μμ

Ω, γλυκύ μου έαρ!!!

 

 

Υπάρχουν κάτι μέρες που τις λες «θλιβερές επετείους». Η χθεσινή (26 Μάρτη) ή άραγε η σημερινή (όλα έγιναν 26 προς 27, άρα και οι δυο παίζουν) ίσως ηταν «η πιο θλιβερή» δικιά του.

 Κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, φροντίζει να δουλεύει πολύ και να σκέφτεται λίγο. Χθες, δούλεψε πολύ και σκέφτηκε πολύ. Ακόμη κι ο περίπατος, μέσα από τα πεύκα και πλάι στην αμμουδιά, είχε κάτι από τα σκοτεινά χρώματα εκείνου του 26.

 Είχε σιωπή πολλή. Και περπάτημα... Μόνο που σήμερα είχε παρέα το κινητό. Και τα κλειδιά. Τα κρατούσε σφιχτά, στην τσέπη του καφέ σακακιού, σαν να κρατάει ένα χέρι. Και κοιτούσε τα κατακίτρινα, ανθισμένα αγριόχορτα της άνοιξης - τα κυματάκια, τον ήλιο που κρυβότανε πίσω από τα σύννεφα στο Φανάρι.

 Αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε να τα ξαναθυμηθεί όλα. Δεν ξαναγύρισε εκεί. Μόνο το περπάτημά του ήταν ίδιο. Περπάτημα, βιαστικό, σαν κάτι να του φεύγει και να παλεύει να το πιάσει. σε μια παραλία. Και τότε, και τώρα ίδιο. Μόνο που εκεί δεν είχε πεύκα. Μόνο που εκεί δεν ξαναπερπάτησε ποτέ. Εκεί ήταν μικρούλης, μόλις είχε κλείσει τα 22. Ήταν πιο αδύνατος. Το ίδιο πολυλογάς. Πιο φοβισμένος. Λιγότερο κτήνος από τώρα. Το ίδιο επίπλαστα κρυψίνους. Τότε τα έγραφε στο τετράδιο, τώρα στο μπλογκ.

 Με την ίδια ελπίδα και τότε. Ότι κάποιος θα τα διαβάσει. Αλλιώς, γιατί να τα γράψεις;

 Στον γυρισμό, ένα τηλέφωνο τον φέρνει στα ίσα. Μια φίλη από μακριά, έκανε μια επέμβαση - δεν ξέρει τι, δεν ξέρει πώς. Τον είχε καλέσει δυο μέρες πριν, κι εκείνος το είχε κλειστό. Είδε τις αναπάντητες στον περίπατο. Δυο μέρες μετά. Πήρε. Άκουσε αλλαγμένη φωνή. Τσαλακωμένη. «Απλά ήθελα να σε ακούσω, να σού πω χρόνια πολλά. Έκανα και την επέμβαση».

 «Σε ακούω κάπως». Ενοχές. Όχι για εκείνο το 26, τότε. Άνετα τη διαλύεις τη ζωή σου σε μια βραδιά. Καθόλου κόπο δε θέλει.  Αλλά, οι φίλοι, εκείνοι, οι μακρινοί, που τραβάνε μόνοι τους τα ζόρια κι ύστερα, με μια κουρασμένη φωνή σου λένε «Έκανα την επέμβαση»; Κι εσύ τότε τι να πεις; Ότι ούτε την κλήση δεν είχες δει; Ότι ελπίζεις πως πήγαν όλα καλά; Ότι θα ‘θελες να ‘σουν εκεί κοντά; Θα ‘θελες εσύ όσο θα ήθελε εκείνη κάποιον κοντά, μόνη της, εκεί πάνω; Ποιον κοροϊδεύεις;

 Εγωιστές, εμείς οι άντρες. Πάντα η συμπαράσταση έρχεται εκ των υστέρων. Και εκ του ασφαλούς, επίσης. Την κρίσιμη στιγμή, όλο τρέχουμε σε δουλειές. Πολυάσχολοι.

 Και άστατοι. Σαν τον καιρό, εσχάτως. Σαν τρελαμένα βαρομετρικά ενθουσιαζόμαστε όταν ερωτευόμαστε πάλι, ξανά μανά, ανθρώπους που δεν πρέπει, ιδίως αμέσως μετά ένα παρόμοιο τέτοιο σφάλμα. Και το ξέρουμε, οι ρημαδιασμένοι. Και ξαναπέφτουμε στη λίμπα, για πολλοστή φορά.

 Αλλά, ακόμα και στις 26, υπάρχει τουλάχιστον  ένας καλός λόγος για να το παλέψεις - έστω λίγο ακόμα. Γιατί βλέπεις μπροστά σου συνέχεια όχι εκείνα, τα παλιά μελό σκηνικά, αλλά το παράξενο φως που δεν είναι δυνατόν να είναι αληθινό, που εισέβαλε στη ζωή σου, που βρίσκεται κάθε τρεις και λίγο απρόσμενα (ή όχι και τόσο) στο δρόμο σου, που (για να μην πολυλογούμε και εκτιθέμεθα ανεπανόρθωτα)  έστω και απολύτως μάταια, σε πήρε και σε σήκωσε για άλλη μια φορά... «σαν να μπαίνει η άνοιξη, στα ξαφνικά!».

 Ω,  γλυκιά μου  άνοιξη!

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 2 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Παρ, 21 Μάρ 2008 02:37 μμ

Κάνε τη ζωή σου ΠΟΙΗΜΑ

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Τί είναι ποίηση;

 

Ἕνα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο,
ποὺ λάμπει μεσ᾿ τὴ νύχτα -τίποτ᾿ ἄλλο.

 

 

 

 

 

Μιὰ φωνὴ γρικιέται μεσ᾿ τὸ σάλο
καὶ ποὺ σὲ λίγο παύει -τίποτ᾿ ἄλλο.

 

 

 

 

 

Πέρα μακριά, κάποιο στερνὸ σινιάλο
τοῦ καραβιοῦ ποὺ φεύγει -τίποτ᾿ ἄλλο.

 

 

 

Καὶ μόνον ἓν παράπονο μεγάλο
στὰ βάθη τοῦ μυαλοῦ μου. -Τίποτ᾿ ἄλλο.

 Ναπολέων Λαπαθιώτης, Νυχτερινό

Θυμάται κανείς τη φωνή της Καίτης Χωματά στην υπέροχη μελοποίηση του Γιάννη Σπανού; 

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 1 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τετ, 19 Μάρ 2008 08:46 μμ

You’re so vain (you probably think this post is about you)

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
  Σήμερα το μεσημέρι το κουβέντιαζε. Έχει πιάσει τον αγοραφοβικό και low profile εαυτό του να γίνεται τέρας, μπροστά σε ένα μικρόφωνο. Τέρας σαν κι εκείνα που λέει ο Τεννεσή Ουίλιαμς  στο «Γλυκό πουλί της νιότης» «τραβούν πάνω τους το φως».

Η πελώρια λαχτάρα για  αναγνώριση, πρόσληψη, αποδοχή, υπάρχει σε όλους μας - άλλοτε απροκάλυπτη, κι άλλοτε συγκαλυμμένη. Άλλοτε σε θανατηφόρες κι άλλοτε σε υπογλυκαιμικές δόσεις. Άλλοτε αφορά τους εκάστοτε μικρόκοσμούς μας, και άλλοτε στοχεύει στην απεραντοσύνη του σύμπαντος.

Ακόμη και στρουθοκαμηλάκια σαν τον θείο pil που αιωνίως κάνουν μάσκα ομορφιάς με τα μαύρα σκοτάδια κατά βάθος λαχταρούν κάποιος να ανοίξει μια τρυπούλα στο σπήλαιο που έχουν σφραγίσει ερμητικά με στόκο και να τους ανακαλύψει. Είναι ανθρώπινο, στο βαθμό που δεν αποφασίσαμε να γίνουμε αναχωρητές.

Ακόμα κι όταν κατά βάθος ή ανοιχτά μισείς τον εαυτό σου (άλλοτε για την κενοδοξία σου, άλλοτε για την αδράνειά σου, άλλοτε για ων ουκ έστιν αριθμός λόγους,) πιστεύεις ότι θα υπάρξει κάποιος άλλος, που, έστω για λίγο, θα στραβωθεί και θα σε αγαπήσει, τόσο δα.

Θα σε αγαπήσει, έστω για τα πιξελωτά ποστάκια σου: δεν παχαίνουν, δεν ροχαλίζουν, δεν γκρινιάζουν. Με ένα Χ στην δεξιά πάνω άκρη της οθόνης πάνε περίπατο. Ακίνδυνα, ανέξοδα, χωρίς πληγές.

Τζάμπα αισθήματα προσφέρεις, τζάμπα αγάπη ζητάς.

Από κει, μέχρι το σημείο η λαχτάρα σου αυτή  να γίνεται αρρώστια, πυρετός, χτικιό, ο δρόμος έχει μάκρος. Μπόλικο μάκρος.  Κι ο πυρετός φέρνει καμμιά φορά πικρία, χολή, βαριές κουβέντες, χτυπήματα κάτω από τη μέση. Καμμιά φορά ο ίδιος ο πυρετός και η λαχτάρα ξεχνιούνται, όταν η πικρή γεύση σ' έχει καταπνίξει - όταν η μαυρίλα που κρύβεις μέσα σου σκεπάζει όλα τα άλλα, ακόμη και τη ματαιοδοξία σου.

Θα πω κάτι σκληρό. Πιστεύω ότι αυτά που νιώθουμε αληθινά τα λέμε όταν είμαστε εκτός εαυτού. Τίποτα απ' όσα εκστομίζουμε, και πολύ περισσότερο απ' αυτά που γράφουμε, δε λέγεται χωρίς να υπάρχει κάπου, στο πίσω μέρος του μυαλού μας. Δεν υπάρχει «δεν το εννοούσα». Αυτό πίστευες, απλά τόσον καιρό το κράταγες μέσα σου. Και σου βγήκε. Και δε γυρίζει πίσω.

Η πικρή κουβέντα σφάζει. Γιατί η μπουνιά έρχεται από το ένστικτο. Η χολή από την ψυχή.

Τα πικρά λόγια περισσεύουν εσχάτως στη μπλογκογειτονιά μας. Πιστεύω ότι είναι αληθινά όσο αληθινά είναι κι εκείνα που μοστράρουν τους καλούς εαυτούς μας. Δεν μπορεί κανείς να τα πάρει πίσω, όσα σχόλια κι αν διαγραφούν, όσα ηλιόλουστα ποστ κι αν ανεβάσουν χαζοχαρούμενοι, πλην παρόμοια κενόδοξοι, bloggers  σαν τον θείο pil.  Απλά, «όλο αυτό» κατέδειξε ότι η έννοια της κοινότητας, ακόμη και σε μια πιξελωτή πραγματικότητα όπως η Lifoland,  είναι μια φενάκη, τουλάχιστον σ' αυτό το σημείο που φτάσαμε. Μονάδες είμαστε, που αναζητούμε απεγνωσμένα, με στατιστικές ή με κόντρες, να διαπιστώσουμε (και εν συνεχεία να διαδηλώσουμε) την αποδοχή μας... Να εισπράξουμε (ή να υποκλέψουμε) την αγάπη (ή και το μίσος) των άλλων. Ας αισθάνονται κάτι για μας, κι ας είναι ό,τι να ‘ναι. Με κάθε μέσο και τίμημα.

Και γιατί άραγε; Προς τί το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός; Μήπως εδώ κρίνονται καριέρες και δεν το κατάλαβε κανείς; Μήπως σφαζόμαστε «για ένα πουκάμισο αδειανό;»... Μήπως γουστάρουμε περισσότερο τη σφαγή από το πουκάμισο;

Μα από το αίμα της σφαγής λερώνονται όλοι. Κι ο νεκρός. Κι ο νικητής.  Και το ριγκ. Και το πουκάμισο.

Κι οι άλλοι που βλέπουν. Όλοι.

 

 

 

ΥΓ. Ζητώ συγγνώμη για τον προβοκατόρικο τίτλο. Απλά το τραγούδι της Κάρλι Σάιμον είναι στο κεφάλι μου ώρες. Κι ακόμα σκέφτομαι εκείνο το μέηλ... Τώρα, ακόμα πιο πολύ...

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 12 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Δευ, 17 Μάρ 2008 05:55 μμ

Χρωματιστή Αθήνα

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
  Του τη χρώσταγε η Αθήνα μια ανοιξιάτικη αγκαλιά (ο Φλεβάρης τον είχε υποδεχθεί με χιόνια). Ο θείος έφτασε διαλυμένος από κούραση στη μεγάλη πόλη, για δουλειά, as usual (όποιος πιστεύει ότι ο κόσμος κάθεται στα νησιά τον χειμώνα πλανάται πλάνην οικτράν). Την βρήκε ανοιξιάτικη - έτσι όπως τη λάτρευε πάντα, με ήλιο που χάιδευε χωρίς να καίει, που δε σήκωνε ούτε πουλοβεράκι, με μελίσσι τον κόσμο στους δρόμους, ανθισμένη χωρίς λουλούδια. Με τα ανοιξιάτικα στις βιτρίνες και τα σώματα.

Παρασκευή πρωί, Σωκράτους. Έξω από το Ταμείο Νομικών δυο μεγάλοι σωροί με σκουπίδια, ένθεν και ένθεν της βαριάς πόρτας. Μια αψίδα αφιερωμένη στα χρόνια που πέταξες στη Νομική Σχολή, σκέφτηκε ο θείος καθώς περνούσε την πόρτα (αλλά πρέπει τουλάχιστον να μαζέψεις κι από κει τα ένσημά σου για εκείνα τα χρόνια, poor little...). Όχι. Δεν τον πείραζαν τα σκουπίδια. Έχει μάθει να μη βλέπει ότι δεν θέλει να είναι στο κάδρο. Το έχει δοκιμάσει και με τον εαυτό του, οπότε ξέρει. Τα έβλεπε σαν βουναλάκια. Από κει θα ξεπεταχτεί σε λίγο η σκουπιδοΧάιντι, φωνάζοντας (yodellayyyyyy) και αν μαζευτεί πολύ σκουπιδομάνι και πλακώσουνε και γλάροι, μπορείς να σκαρφαλώσεις στις φτερούγες κανενός (ο Νιλς Χόλγκερσον έχει καπαρώσει άλλα πουλιά, οπότε το γλάρο τον έχεις αμανάτι) και να πετάξεις πάνω, στον αττικό γαλανό ουρανό.

Στο δρόμο για τον εκδότη- πάνω στη Χαριλάου Τρικούπη, λίγο πριν το ΠΑΣΟΚ και κάτι μεγάλες μπουλντόζες (για το κίνημα είχαν καταφθάσει, άραγε;)  συναντά δυο παλιές συμφοιτήτριες από τη Νομική... Εργασίες κι εργασίες, ώρες και ώρες στα αμφιθέατρα. Φιλιά, αγκαλιές. Ωραίο πράγμα να συναντάς ανθρώπους μετά από τόσα χρόνια...

Ο εκδότης, κοντά στην νωχελικά ήσυχη πλατεία Εξαρχείων, αγχωμένος. Τι θα γίνει απόψε; Πού θα καθόμαστε; Τι θα πούμε; Χαλαρώστε, παιδιά. Όπου να ‘ναι θα δούμε. Οι συγγραφείς είναι εκεί, σε θέλουν μιάμισι ώρα νωρίτερα.

Τζάμπα άγχος. Το βράδυ, στο Μουσείο Μπενάκη, στο ωραίο αίθριο του ισογείου, όλα πάνε κατ' ευχήν. Χαρούμενοι κι οι συγγραφείς - τόσο δρόμο ταξιδέψανε, τόσον κόπο κάνανε... Ωραίοι άνθρωποι και απλοί (και με απίστευτη κατανόηση για το ελληνικό μπάχαλο, παρόλο που στον τόπο τους ζουν αλλιώς). Στον δεύτερο όροφο, λίγο μετά, στο εστιατόριο του Μουσείου με θέα τον Εθνικό Κήπο, ο θείος έχει τραβηχτεί σε μια γωνιά και πασχίζει να αποφύγει το μπούρου-μπούρου. «Έλα, αγοραφοβικέ, να βγάλουμε φωτογραφία», φωνάζει ο εκδότης.

Το άλλο πρωί, οι συγγραφείς υπογράφουν στον Ελευθερουδάκη - ο θείος είναι γλάστρα εκεί τριγύρω. Κόσμος πολύς μπαινοβγαίνει - οι Έλληνες, τελικά, μάλλον διαβάζουν (ή μήπως είναι Σάββατο;). Η σωτηρία έρχεται από μια καλή φίλη που εισβάλλει στο βιβλιοπωλείο και αρπάζει τον θείο για καφέ. Χαιρετούρες, φιλιά και φύγαμε!

Όνειρο ο καφές στο Θησείο, Σάββατο κοντομεσήμερο (και τι τυχεροί που βρήκαμε τραπέζι!)... Σαν βαμπίρ που ξαφνικά αποφάσισε ότι λατρεύει το φως ο θείος ζει τη γλυκιά αποχαύνωση μιας ανοιξιάτικης ζέστης και χαζεύει τα χρώματα παντού. Στις μπλούζες, στο τοπίο, στα πρόσωπα, στις ομπρέλες, στα καθίσματα, στις φράουλες έξω από το Μοναστηράκι (σε κεσεδάκια, όχι σε γλάστρες).  «Αύριο έχω εφημερία» του λέει. «Αλλά σήμερα θα βγω. Δεν μπορώ να επιτρέπω στη ζωή να περνάει». Ο θείος το σημειώνει. Σαν παλιό πάτσγουορκ με τα κομμάτια του ενωμένα με βελονάκι, ομορφαίνει την Αθήνα η ζωντάνια της. Ο θείος σκέφτεται ότι θέλει να τρυπώσει και να κρυφτεί στην Αρχαία Αγορά, μέχρι που...

«Θείε, με ξέχασες;!»

Το μήνυμα στο κινητό - από τον ανηψιό που έχει να δει εικοσιεφτά χρόνια.

Συναντιούνται στο κέντρο. Σε ένα μπιστρό στη Βουκουρεστίου θείος και ανηψιός κουβεντιάζουν ώρες σαν να γνωρίζονται χρόνια. Το αίμα νερό δε γίνεται.

Είναι μεγάλη ευτυχία να γνωρίζεις νέους ανθρώπους με φωτεινό μυαλό.

Είναι επίσης ακόμα μεγαλύτερη ευτυχία να διαπιστώνεις ότι πίσω από ένα, δύο, χίλια προικισμένα κείμενα, κρύβεται ένας προικισμένος άνθρωπος. Ένας άνθρωπος που εκπέμπει φως. Ο άνθρωπος. Όχι μόνο τα κείμενα.

Γιατί τότε νιώθεις πως αυτή η πόλη μπορεί να γεμίσει αληθινά χρώματα. Αυτά που της χαρίζουν οι αύρες των ποιητών, που μοιάζουν με τον κρυφό, υπέροχο φωτισμό των νεοκλασικών κτιρίων...

Έτσι γίνεται υπέροχη αυτή η πόλη. Με τα χρώματα υπέροχων ανθρώπων.

Ο θείος έφυγε από την πόλη ευτυχής.

Μα ήθελε να γυρίσει στο νησί. «Στο βασίλειό σου» που είπε ο εκδότης. «Στην όμορφη κρυψώνα μου».

Και το τραγούδι που ήταν κολλημένο στο i-pod ξεροκέφαλο του θείου παίζει ακόμα... Ανοιξιάτικο και χρωματιστό.

Υ.Γ.  Είχα τελειώσει αυτό το ποστ όταν έλαβα ένα μέηλ που με τσάκισε. Όχι από την Lifoland. Από ένα παλιό μου σπίτι. Μ' έκανε να σκεφτώ πολύ γιατί «μπλογκάρω», ποιο νόημα έχει «όλο αυτό». Στ' αλήθεια, θέλω να σκεφτώ. Να σκεφτώ...

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 3 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τρι, 11 Μάρ 2008 10:02 μμ

Πειράζει που απόψε στη βροχή θέλω να κάνω μια καντάδα;

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

 Δεν ξέρω πώς θα ήταν αυτές οι μέρες χωρίς αυτή την ηλιαχτίδα που σκαρφάλωσε και μπήκε μέσα απ' τις κλειστές σιδερένιες πόρτες, και φώτισε τον εργασιομανή που κλείστηκε μέσα και παλουκώθηκε μπρος από μια οθόνη και εκατοντάδες "εγγραφές"  ενώ όλοι οι άλλοι γιόρταζαν τις Αποκριές.

Μια ηλιαχτίδα. Δεν μπορείς να την αγγίξεις.  Δεν μπορείς. Πάλι. Σε φωτίζει, όμως. Σε κρατάει. Σου θυμίζει ότι είσαι άνθρωπος.

Απόψε βρέχει.

Κι έχει φύγει.

Δεν μπορείς να πας κάτω από το παράθυρό της. Θα είναι κλειστό.

Γι' αυτό, η καντάδα θα γίνει από δω.

Και μετά, θα βγεις στη βροχή. Ολόφωτος. Από μια ηλιαχτίδα.

Μια καινούρια ηλιαχτίδα.

Είσαι αληθινή;

Πειράζει που απόψε θέλω να ακούω μόνο αυτό το τραγούδι;

Άκου... Κι εσύ... Άκου... (Και μετά άκου μόνο τη βροχή).

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 4 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τρι, 04 Μάρ 2008 09:15 μμ

Η Ντάμα Σπαθί στον ουρανό

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
 

Η Έλενα Ναθαναήλ είναι (επιμένω στον Ενεστώτα) η πιο όμορφη Ελληνίδα που υπήρξε ποτέ.

Γι' αυτό εκεί στα αστέρια που κατοικεί θα έχει πάντα καλοκαίρι.

Οι ήρωες του σελιλόιντ είναι μόνιμοι κάτοικοι του εντός μας παραδείσου. Εκεί, που πάντα έχει θάλασσα και ήλιο. Εκεί, που τα δάκρυα που κυλούν στο πληκτρολόγιο αίφνης μεταμορφώνονται σε κυματάκια ενός καλοκαιρινού ονείρου.

Εκεί, που παίζει πάντα εκείνη η σκηνή από την «Επιχείρηση Απόλλων». Καλοκαίρι, εκδρομή, με το λεωφορείο, εκείνη τραγουδάει κι ο πρίγκηπας πάνω στην οροφή.

Ευτυχία.

Γι' αυτή τη σκηνή - δυο λεπτά και κάτι, που μοιάζει με τα πιο ωραία όνειρά μας,  θα της χρωστάω για πάντα ευγνωμοσύνη. Είναι η πρώτη φορά που τη βλέπω έγχρωμη αυτή τη σκηνή.

Ασπρόμαυρα όνειρα, παιδικά, ελληνικές ταινίες σε μια Ferguson ασπρόμαυρη 24άρα. Φαγωμένα γόνατα, παραμυθένια όνειρα. Νεράιδες. Σαν την Έλενα.

Πεθαίνουν οι νεράιδες; Ας γελάσω.

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 13 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Avatar
Παραμύθια ενός προσκυνητή
Αδικαιολογήτως παρών. Ιόνιος. Επειδή η ψυχή του ανθρώπου είναι άβυσσος και μόνον γι' αυτό.
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣE ΑΥΤΟ ΤΟ BLOG
Copyright© 2009 ΔΥΟΔΕΚΑ Α.Ε.       Ανάπτυξη εφαρμογής verve VERVE Internet & Open Source Solutions  / Διεύθυνση project FairyNetwork