Δεν θέλω να μιλήσω γενικά για τη χρονιά αυτή. Υπάρχουν πολύ καταλληλότεροι από μένα να τα πουν - οπότε ως προς αυτό προτιμώ να διαβάσω, να ακούσω, να σκεφτώ.
Προσωπικά, μια και στο τέλος κάνουμε και τον ατομικό μας λογαριασμό, αυτή η χρονιά είχε όλες τις προδιαγραφές για να διαλυθώ εις τα εξ ων συνετέθην. Μερικώς, αυτό συνέβη. Οι φετινές στενοχώριες στη δουλειά ήταν πολύ μεγάλες. Τόσο μεγάλες, που θαρρώ πως το γυαλί, πια, έσπασε οριστικά.
Είναι πολύ σκληρό να τα έχεις δώσει όλα (όσα έχεις) και να νιώθεις ότι είσαι τόσο ανεπιθύμητος. Να το διαβάζεις ακόμη και στις εφημερίδες, από τον ίδιο τον εργοδότη σου. Κι εσύ να έχεις ρίξει τόσα ξενύχτια, να έχεις χάσει εφτά χρόνια άδειες, να μην κοιτάς ωράρια, αργίες, Κυριακές, να μένεις μήνες απλήρωτος, να βάζεις κι από την τσέπη σου. Και την ίδια ώρα να τρως τέτοιο φτύσιμο που να νομίζεις ότι αυξήθηκαν οι βροχοπτώσεις. Ή, εναλλακτικά, και μετά την τρικυμία, γλείψιμο, γλοιώδες και αποκρουστικό που κρύβει μέσα του τόση υποκρισία και ψευτιά ... Εξάλλου, και το γλείψιμο και το φτύσιμο έχουν τεράστιες ποσότητες σάλιου - τα σιχαίνομαι αμφότερα.
Ούτε να παραιτηθώ αξιοπρεπώς δεν κατάφερα φέτος. Όχι τόσο επειδή δεν είναι εύκολοι καιροί για να μείνει κανείς τελείως ξεκρέμαστος. Αλλά κυρίως επειδή δε θέλω να μείνουν κάποια πράγματα ατέλειωτα. Όχι για να σκάσουν αυτοί που φτύνουν/γλείφουν. Αλλά γιατί θέλω εγώ να τα δω τελειωμένα. Για μένα.
Και γιατί λατρεύω και πονάω πολύ αυτόν τον χώρο που δουλεύω. Θα μπορούσε, υπό άλλες συνθήκες, να είναι η πιο όμορφη δουλειά του κόσμου στον αγαπημένο μου τόπο - ιδανικό, δεν ακούγεται; Όταν βραδιάζει και σβήνουν τα φώτα και μένω μόνος μέσα εδώ, σκέφτομαι ότι αγαπάω τόσο πολύ αυτόν τον χώρο που είναι σαν να τράκαρα μαζί του και να καρφώθηκε πάνω μου. Μπορεί να βγεί, χειρουργικά, αλλά μπορεί και να μην επιζήσω αν τον πετάξω από πάνω μου.
Ξόδεψα εδώ τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου. Και, στο λογαριασμό, νιώθω πως δεν κατάφερα τίποτα απ' όσα θα ‘θελα να είχα κάνει, ακόμα κι εδώ, σ' αυτόν τον μικρό τόπο. Δεν κατάφερα ούτε να τελειώσω τη διατριβή μου - είναι ανέκδοτο πια αυτό. Ακόμα και στους δικούς μου ανθρώπους νιώθω ότι δεν μπορώ να δώσω όσα θά ‘θελα, όσα λέει η καρδιά μου... Απέτυχα σε όλες τις πίστες, λοιπόν; Μπορεί να το πει κανείς κι έτσι...
Κι όμως, αυτή η χρονιά φεύγει με τη ζεστασιά ενός παράξενου φωτός... Είναι, πια, μακριά, σε απόσταση ασφαλείας, δεν μπορώ να κάνω κάτι για να το σβήσω κι αυτό. Λάμπει και θα λάμπει για πολύ. Έστω από εκεί πέρα. Και μόνο γι' αυτό, το «αντίο» στο 2008, είναι, τελικά, ένα μεγάλο χαμόγελο. Ένα μεγάλο ευχαριστώ. Γιατί, και παρ' όλα τα παραπάνω, γι' αυτό το υπέροχο ξαφνικό φως, αλλά και για όσους και όσα αγαπώ και μ' αγαπούν εξακολουθώ να νιώθω πλούσιος, τυχερός και δυνατός! Μουλάρι σκέτο.
Για όλα τ' άλλα, θα ευχηθώ αυτό που λένε στον τόπο μας, παραμονή Πρωτοχρονιάς: ΚΑΛΗ ΑΠΟΚΟΠΗ! (Και καλά μυαλά, θα συμπλήρωναν κάποιοι φίλοι...)
Και θα φύγω από το γραφείο, σφυρίζοντας το αγαπημένο μου τραγούδι γι' αυτή τη χρονιά, αληθινά ευτυχής! Αληθινά ευτυχής! Γιατί, όπως λέει ....
Φέτος, πριν σου ζητήσω αυτά που θέλω (σιγά που θα τη γλίτωνες) θέλω να σου δώσω κάποιες οδηγίες για να φτάσεις γρήγορα και σίγουρα στο σπιτάκι μου (και να μη χάσουμε και τα δώρα).
Πρώτα πρώτα, καλέ μου Άγιε, να προσέχεις όταν περνάς από το κέντρο της Αθήνας γιατί μπορεί να σου κάψουνε το έλκηθρο κάτι σκανταλιάρικα παιδάκια. Ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο ψηλό ψηλό και άχαρο στην Πλατεία Συντάγματος το βλέπεις; Το βλέπεις, είπες; Αλάργα, άγιέμου! Αλάργα! Μετά πρόσεξε καλά να μη φοράς το σκούφο σου και να κρύβεις το σάκο με τα δώρα σου γιατί μπορεί να σε περάσει η αστυνομία για κουκουλοφόρο που κουβαλάει μολότοφ, και να σε συλλάβει ή να σου ρίξει δακρυγόνα και δεν φτάνει που θα κλαις, έπειτα ποιος θα μας φέρει τα δώρα μας εμάς, που ήμαστε καλά παιδάκια όλο το χρόνο;
Μετά, ο μπαμπάς μου είπε να έχεις μαζί σου κάτι που το λένε «τιμολόγιο - δελτίο αποστολής» γιατί στους δρόμους κυκλοφορεί μια κοπελίτσα που βγαίνει και στην τηλεόραση και την έχει βάλει, λέει, ο κύριος Αλογοσκούφης να μάθει αν πληρώνουμε τους φόρους μας... Την λένε Φορολογική Συνείδηση και οι φίλοι την φωνάζουν Κούλα. Το νου σου Άγιε Βασίλη, μην πέσεις πάνω στην Κούλα την ποντικομαμή. θα σου πάρει τα παιχνίδια και τι θα απογίνουμε εμείς, που ήμαστε καλά παιδάκια όλο το χρόνο;
Όταν θα φτάσεις στο σπίτι, σε παρακαλώ να μη σκαρφαλώσεις από τα μπαλκόνια, γιατί μπορεί να σε τσακώσουνε οι συναγερμοί και να αρχίσουν να σκούζουνε ίου-ίου-ίου-ίου και μετά να έρθει η αστυνομία και να σε συλλάβουνε για αλλοδαπό διαρρήκτη και να σου πάρουνε το σάκο, και τι θα απογίνουμε εμείς, που ήμαστε καλά παιδάκια όλο το χρόνο;
Και τώρα που σου είπα όλα αυτά, αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη, θέλω να σού πω τι να μου φέρεις, γιατί σε γενικές γραμμές ήμουν σχετικά περίπου σχεδόν κάπως καλό παιδάκι όλο το χρόνο.
Πρώτα πρώτα θέλω ένα μαγικό ραβδί για να είναι καλά όλοι οι άνθρωποι που αγαπάω όλο το χρόνο. Μετά θέλω μια μηχανή που θα βγάζει από αυτά τα μωβ τετράγωνα χαρτιά για να τα δίνω στο τέλος κάθε μήνα στις κυρίες που δουλεύουμε μαζί στο γραφείο και σε μια άλλη κυρία που δε δουλεύει στο γραφείο, την κυρία Ίκα (μάλλον αυτό βγαίνει από το Ριρίκα) που είναι πολύ φτωχιά και κάθε μήνα της πάμε το κατιτίς της για να περάσει.
Βάλε κι ένα διδακτορικούλι, να ‘χουμε. Και φέρε μου ένα ωραίο κοστουμάκι (χωρίς γραβάτα γιατί μου κάνει βήχα) για όταν θα πάω να με δει ο κύριος Ασέπ, να του αρέσω και να με κρατήσει.
Α! Το πιο καλό το άφησα για το τέλος. Θέλω να μου φέρεις μια όμορφη πριγκήπισσα που να την αγαπάω, να μ' αγαπάει, να μην τσιρίζει και να μη νιαουρίζει, γιατί βαρέθηκα τα άλλα παιδάκια να με φωνάζουνε μπακούρη και ανθρωποδιώχτη.
Σ' αγαπώ πολύ, Άγιε Βασίλη. Σ' αγαπώ μέχρι τον ουρανό.
«Νιώθω ότι εκπέμπεις κάτι... Κάτι κακό. Αρνητικό... Ότι κάτι έχεις. Ότι έχεις κάτι να πεις. Αν θες να μου το πεις, μπορώ να σε ακούσω».
Γκντουπ. Όταν σου το λένε αυτό μέσα στα μούτρα - και σου το λέει κάποιος σχεδόν άγνωστος, «πελάτης», μέσα στον χώρο εργασίας, ένα σοκ το παθαίνεις όσο νά ‘ναι...
Πού σε ξέρει; Τί ξέρει; Και τί είδε, για να φωτογραφίσει αυτό το κακό; Σε φάση ήρεμη της μέρας, χωρίς ζόρια και πολύ άγχος (που τρέχει κι απ' τα μπατζάκια σου εσχάτως), με το σχετικό χαμόγελο (πάντα χαμόγελο στην εκλεκτή μας πελατεία, πάντα...).
Θα είναι που σε είδε αξύριστο. Για κοιτάξου στον καθρέφτη... Μπα. Μη σου πω ότι ταιριάζει η αξυρισιά με το πουλοβεράκι. Όχι. Όχι. Δεν είσαι και ο Τζόκερ. Ούτε τρομακτικό ούτε σκοτεινό είναι αυτό που βλέπεις. Αυτό που βλέπουνε κι οι άλλοι.
Μάλλον δεν τρόμαξε αυτή που σου το είπε. Εσύ έχεις τρομάξει.
Γιατί ξέρεις ότι έχει δίκιο.
[Μουσικό ιντερμέδιο]
Δεν τρόμαξες γι' αυτό που ξέρεις.
Αλλά γι' αυτό που είδε ο άλλος.
Γι' αυτό που εσύ δεν ήθελες να δει κανένας.
Μήπως το βλέπουν όλοι, πια;
Έτσι είναι τα σπασμένα παιχνίδια (ή τα απλώς ελαττωματικά)... Προχωρούν, προχωρούν, προχωρούν, αρνούμενα να παραδεχτούν ότι χάνουνε λάδια. Κι αν τους το πει κανείς, τρομάζουν, ξορκίζουν, ξεχνούν. Μα κάποια στιγμή το φτηνό νάυλον που τα συγκρατεί σκίζεται και αρχίζουν να χάσκουν εμφανώς τα κομμάτια τους, κι έπειτα πέφτουν ένα ένα ενόσω εκείνα προχωρούν, μέχρι να τελειώσει η μπαταρία...
Χθες, νύχτα, ένα παιδί συναντήθηκε με την άλογη, ανόητη, άμετρη βία.
Σήμερα, το παιδί δεν είναι πια εδώ. Ο φονιάς του φορούσε τη στολή του προστάτη της έννομης τάξης.
Κάποιοι θα το κάνουν ήρωα. Εκείνο δεν θα το μάθει ποτέ. Ούτε θα μάθει ποτέ, γιατί τόση βία. Δεν το ρώτησε κανείς αν ήθελε να γίνει ήρωας. Ίσως να είχε σκεφτεί κάποτε ότι θα μπορούσε να πεθάνει για τις ιδέες του. μα δεν πέθανε για τις ιδέες του, ούτε σε κάποιον αγώνα. Πέθανε χωρίς κανένα λόγο, από μια αναίτια, όπως δείχνουν οι ως τώρα μαρτυρίες ηλίθια, επίδειξη δύναμης, από τα χέρια κάποιου που είχε κάποτε ορκιστεί ότι θα είναι εκεί έξω για να κοιμούνται ήσυχα τόσο εκείνο το παιδί που σκότωσε, όσο και τα δικά του τα παιδιά. Ωραίοι οι όρκοι. Ολέθριο το πάτημά τους.
Κάποιοι θα διαμαρτυρηθούν. Κάποιοι θα εξοργιστούν. Εύλογα. Είναι μεγάλη η οργή που σιγοβράζει μέσα στη νέα γενιά, που μεγαλώνει χωρίς ελπίδα να ζήσει καλύτερα από την προηγούμενη. Μια φυτιλιά ψάχνει για να ξεσπάσει. Κάποιοι θα φωνάξουν, θα πετάξουν πέτρες. Κάποιοι (οι γνωστοί-άγνωστοι μπαχαλάκηδες) θα βρουν την ευκαιρία να «συνεισφέρουν» κάνοντάς αδιακρίτως λαμπόγυαλο τζαμαρίες κι αμάξια.
Τα επεισόδια, σήμερα, στην Αθήνα αλλά και αλλού, θα δώσουν τροφή στα κανάλια. Θα δούμε σπασμένες και καμμένες βιτρίνες. Πολίτες να αναρωτιούνται σε τι έφταιξαν οι περιουσίες τους. Πολιτικούς να ξιφουλκούν με τζάμπα δεκάρικους. Μπλόγκερς να ανταλλάσσουν συνθήματα και φήμες χωρίς αιδώ, χωρίς φειδώ, χωρίς κανένα κόστος. Στον κόσμο τον πιξελωτό το αίμα δε σε πιτσιλάει.
Κι όλα αυτά θα χαρίσουν στην εξουσία εκείνον τον εσωτερικό εχθρό που χρειάζεται για να μας κάνει να ξεχάσουμε τα λοιπά μας χάλια. Θα «αλλάξουν την ατζέντα» (τι σιχαμερή έκφραση, εν προκειμένω!).
Μα εκείνο το παιδί δε θα μάθει ποτέ γιατί όλοι εμείς σήμερα μιλάμε για αυτό. Δε θα αισθανθεί την αληθινή ή ψεύτικη οδύνη μας, ούτε την οργή μας. Δε θα αισθανθεί τίποτα, απολύτως. Γιατί κάποιος δεν το άφησε να ζήσει για να διεκδικήσει το μέλλον του. Στους δρόμους ή στη ζωή. Και κάποιοι άλλοι, δε βγάζω απέξω την αφεντιά μου, στήνουμε ανεξόδως χαρακώματα πάνω στο άψυχό του σώμα.
Η δύση στο φανάρι ήτανε χάρμα. Απίστευτα χρώματα , λεπτό κρύο (χρειαζότανε το σακάκι - κι ας έμοιαζε παράταιρος - ένας ξέμπαρκος τσιπρίζων γιάπης με κυριλέ σακάκι, τζιν και μαύρο πουκάμισο -από Ζωνιανά είπαμε πως είστε- ανάμεσα σε joggers με φόρμες). Είχε προηγηθεί ψητή πέρκα στην Παλιά Πλάκα με μια καλή φίλη, που όλο σε τσάκωνε επ' αυτοφώρω να κοιτάς το καραβάκι που περνάει απέναντι... Ευκαιρία δεν ήτανε να πας και μια βόλτα στο φανάρι;
Εκεί, στις ερημιές, γίνεται η αυτοκριτική. Στο τέλος, συνήθως, γελάς πολύ. Με το πόρισμά σου, με τον εαυτό σου... Με κάτι γελάς, τέλος πάντων. Συνήθως δεν θέλεις να γυρίσεις πίσω στη μικρή μας πόλη. Εύχεσαι να είχες κι εσύ μια βάρκα εκεί, και να μπουκάρεις μέσα. Αλλά τελικά, γυρίζεις, ελαφρώς αποσυμπιεσμένος. Πιο ήρεμος. Σχεδόν καλός άνθρωπος.
Περνιέσαι για καλός άνθρωπος; Εσύ, που τα έχεις κάνει όλα μαντάρα! Ορυμαγδός απ' όπου περνάει η χάρη σου. Κουλουβάχατο. Για όνομα! Στη ζωή σου, στα αισθήματά σου, στις σπουδές σου, στη δουλειά σου, παντού, το μαγικό σου άγγιγμα αρκεί για να τα οδηγήσει όλα σε μια ξέφρενη πορεία προς την καταστροφή. Όχι pilgrim. Γκούφυ έπρεπε να σε λένε. Μόνο ο Γκούφυ και εσύ το έχετε το κληρονομικό χάρισμα, μαλάματα να πιάνετε και μπούρμπερη να γίνονται.
Ο Γκούφυ βεβαίως, είναι καλός άνθρωπος. Δηλαδή, για να ακριβολογούμε, καλός σκύλος. Εγώ παροιμίες για κακά σκυλιά ξέρω. Για καλά, όχι.
Ο Γκούφυ είναι επίσης και χαζό παιδί χαρά γεμάτο. Όπως εσύ, που συνέχεια χαζογελάς (έτσι λένε οι αλλοι), ή χαμογελάς (έτσι νομίζεις εσύ)...
«Οι επιστήμονες δεν γελούν, μειδιούν», μας έλεγε ο Κώστας Μοίρας, καθηγητής μας της Ποινικής Δικονομίας. Κι έτσι κι εγώ ως επιστήμων έμεινα με ένα μόνιμο χαμόγελο. Όχι σαν του Τζόκερ, ούτε σαν εκείνα στις τσιτωμένες ή παραφουσκωμένες με μπότοξ παρειές κάποιων μεγαλοκυριών.
Νομίζω είναι αληθινό, κύριε Μοίρα. Το ξέρω, έχω πολλές πρόωρες ρυτίδες κάτω από τα μάτια και κάπως ψιλοσκάβεται και το μάγουλο λόγω των μειδιαμάτων, αλλά ας είναι, ας είναι... Γουστάρω πολύ να χαμογελάω (ή να χαζογελάω, ένα σύμφωνο είναι η διαφορά)....
Και σήμερα έχω διάθεση να μοιράσω χαμόγελα παντού. Αθώα, πονηρά, απολογητικά, χαρούμενα, ψιλοθλιμμένα, κουρασμένα, ζωηρά...Καμιά φορά νιώθω ότι δεν έχω άλλη περιουσία, τίποτ' άλλο να μοιραστώ, εκτός απ' αυτά... Αλλά επειδή δεν είναι καλή ιδέα να δείτε τη φάτσα μου χαμογελαστή, ποστάρω το πιο χαμογελαστό τραγούδι που ξέρω...
Οι αλήθειες μας είναι καιρό επεξεργασμένες μέσα μας... Κλώθονται και ξηλώνονται σαν το υφαντό της Πηνελόπης. Μα έρχεται η ώρα και να'τες, ξεπηδούν από κάποια ραγισματιά, ηθελημένα ή αθέλητα.
Είναι μοιραίος ο αιφνιδιασμός των άλλων. Η αμηχανία. Γιατί κι οι άλλοι έχουν σχηματίσει για μας τις δικές τους αλήθειες. Τις ράβουν κι αυτοί και τις ξηλώνουν για καιρό.
Κι έρχονται μια ωραία πρωία τα δυο σεμεδάκια, το δικό μας και το δικό τους, το ένα δίπλα στο άλλο, και, mon dieu, ουδεμία σχέση. Φρικάρουν όλοι. Κι οι άλλοι. Κι εμείς. «Εγώ είμαι αυτό;» σκεφτόμαστε την ίδια ώρα που οι άλλοι σκέφτονται «Αυτό είναι αυτός;».
Καμμιά φορά οι αλήθειες μας είναι μαχαίρια που μας κόβουν, γιατί τα κρατάμε ανάποδα, σφιχτά στην παλάμη. Και η μόνη μας διέξοδος είναι να τα γυρίσουμε απ' την άλλη μεριά. Ξέροντας πως το μαχαίρι θα χτυπήσει μοιραία κάποιον άλλο. Ξέροντας πως θα φέρουμε πόνο. Αλλά καμιά φορά δεν αντέχουμε άλλο τον δικό μας. Εγωιστικό. Ή ένστικτο επιβίωσης. Πέστε το όπως θέλετε.
Είναι ευκταίο οι αλήθειες να φέρνουν οργή, θυμό, φωνές - αν φέρουν και θετικά αισθήματα δεν χαλιέται κανένας. Το πιο τρομακτικό είναι όταν φέρνουν σιωπή. Ούτε λέξη. Γιατί πίσω απ' αυτό το ούτε λέξη κρύβεται συνήθως πόνος.
Οι δικές μου αλήθειες συνήθως φέρνουν πολύ πόνο. Γιατί πριν ξαμοληθούν, είναι μανταλωμένες καλά στα τάρταρα, εντός. Φεύγουν με φόρα, με ορμή, πιάνουν το σύμπαν κοιμισμένο, σαν σεισμός που σε βρίσκει κουκουλωμένο, νύχτα με βροχή.
Επιπλέον, το δικό μου μαχαίρι συνήθως είναι δίκοπο. Φεύγει το ένα λεπίδι από την παλάμη, σκοτώνει, κι έρχεται καπάκι το άλλο. Και σκοτώνομαι κι εγώ.
Μάταια, κρίμα, τζάμπα τόσα αίματα.
Υπάρχει κάτι που πρέπει να έχουμε κατά νου εμείς: Τα τέρατα είναι εφτάψυχα (επαναλαμβάνομαι...). Κι οι άλλοι; Κατά κανόνα, όχι.
Γι' αυτό τα τέρατα ας αποφεύγουμε τις αλήθειες. Ας φτιάχνουμε μονάχα όμορφα παραμύθια, σύμφωνοι;
Έπεσα πάνω σ' αυτό το τραγούδι τυχαία, σ' ένα premium. Ήταν οικεία η μελωδία. Ίσως από τις εκπομπές του Γιώργου Παπαστεφάνου, που λάτρευα να βλέπω μικρούλης, ή από τα 45άρια της μαμάς που με κάνουν να νομίζω ότι έχω ζήσει στις δεκαετίες του 50 και του 60. Ο Ορέστης Μακρής και η Τζένη Βάνου το ερμηνεύουν μοναδικά στην ομώνυμη ταινία, που κάποτε την είχα δει, είμαι σίγουρος.
Το βίντεο έχει ολόκληρη τη σκηνή από την ταινία. Το τραγουδάκι αρχίζει περίπου στο 3.30... Δεν ξέρω αν είναι η γεμάτη ραγισματιές ερμηνεία του Μακρή, ή η φρεσκάδα της πολύ μικρής τότε Τζένης Βάνου. Δεν ξέρω αν είναι το milieu της ταινίας, η Κατερίνα Βασιλάκου, η αύρα του Αττίκ...
Μπορεί να φταίει ότι είμαι παλιομοδίτης, δεινόσαυρος, εκτός πραγματικότητας, εκτός τόπου και χρόνου. Μπορεί να φταίει ότι έχει μαύρη συννεφιά, εντός κι εκτός.
Απλά, αυτά τα τραγούδια σου γεμίζουν τα μάτια με μιάς. Κι όλα, με τρόπο μαγικό, περνούν. Έστω, όσο κρατάει η μελωδία τους.