Αθήνα   26°C
LIFO
ΑΡΧΕΙΟ: Οκτώβριος 2008
Παρ, 31 Οκτ 2008 11:03 μμ

La forza del destino

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Όταν πλησιάζει η στιγμή της αλήθειας, εξανεμίζονται όλες οι δυνάμεις. Εκεί που έπρεπε εσύ να φορτσάρεις, φορτσάρει αυτό που κάποιοι (ψεύτες; Μπορεί και ναι μπορεί και όχι) ονομάζουνε «μοίρα» ή τυχαιότητα ή «αδόκητους παράγοντες»...

Το σώμα, το πνεύμα, όλα, μοιάζουν σα μια λεπτή φλούδα - σαν το χώμα πάνω από το ηφαίστειο...

Η αλήθεια σε καίει εντός όσο την προσδοκάς, μέχρι να έρθει εκείνη η φοβερή στιγμή. Ύστερα, η λάβα, ξεχύνεται, καίει, ξεκληρίζει τον κόσμο εκεί έξω. Τον κόσμο σου.

Άρα δεν ξέρεις τι μπορείς να αντέξεις περισσότερο... Τον πόνο από τη φωτιά εντός (που την έχεις συνηθίσει) ή εκτός (εκεί που είναι ό,τι αγαπάς... και που θα χαθεί μόλις η λάβα κρυσταλλώσει)...

Κι είναι λάβα η αλήθεια ή μήπως φουρτουνιασμένη λαγκαδιά που κάποια βραδιά....

Σαν την αγάπη, μέσα στην καρδιά.

 

 

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 6 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τετ, 29 Οκτ 2008 08:30 μμ

Σπασμένα ραβδάκια (Remixed)

Ο νους μου ξαναγύρισε σ' ένα παλιό ποστ, όταν διάβασα (καθυστερημένα, ως συνήθως) έναν αφορισμό του tsagar στο εντιτόριαλ της τελευταίας Lifo (που αύριο το πρωί θα γίνει προτελευταία):

"Άπαξ και το πάρει απόφαση ένας άνθρωπος ότι είναι εσωτερικά νεκρός, γίνεται πολύ ψύχραιμος σε όλα. Κουλ. Κίλερ. Τους σιχαίνομαι."  Ώπα, εδώ είσαι, σκέφτηκα.

Ανασύρω, λοιπόν, από τη χαμένη Lifoland εκείνο το παλιό κείμενο που είχε γραφτεί με παρόμοια αφορμή. Ίδιο θα τό 'γραφα, και σήμερα, δυο χρόνια μετά.

Ο κ. Στάθης ξέρει καλά να μας σκοτώνει γλυκά... Ορισμένοι από τους αφορισμούς του ένιωσα ότι προσγειώθηκαν κατευθείαν στα μούτρα μου... Όλως τυχαίως, χτες το βράδυ ξεφύλλιζα ένα από τα παλιά μου ημερολόγια (τα έντυπα, πριν αρχίσω να μπλογκάρω). Σε κάποια στιγμή, αρχές του 1999, έλεγα στον εαυτό μου: «αν μέχρι τον Οκτώβρη δεν τα καταφέρεις, να τα μαζέψεις και να φύγεις από την Αθήνα». Δεν ξέρω τι περίμενα ότι θα κατάφερνα σε μερικούς μήνες (όταν είσαι μικρός οι μήνες είναι δεκαετίες - μετά τα 30 αντιστρέφονται οι όροι)... Δεν τα μάζεψα τον Οκτώβρη, αλλά τον επόμενο Φλεβάρη, και γύρισα πίσω στο νησί 26 χρονών...

Είναι υπέροχο να δουλεύεις με τους καλύτερους (ή έστω να μαθαίνεις απ' τους καλύτερους) - εγώ είχα την  ευτυχία να το ζήσω αυτό μόνο με τους δασκάλους μου: Τον Πλωρίτη, τον Ευαγγελάτο, το Νάσο Βαγενά, τη Χαρά Μπακονικόλα, τον Γεωργουσόπουλο... Γιατί βλέπεις τον πήχυ χιλιόμετρα ψηλά και λες «πρέπει κι εγώ να ψηλώσω, πρέπει να τρέξω, να γίνω καλύτερος, να αγγίξω κάτι από τον ουρανό».

Κι έπειτα, ξαφνικά φεύγεις από κει, και προσγειώνεσαι απότομα στη γη (και δη την πατρώα)...Βλέπεις ότι οι άλλοι θέλουν από σένα το 5% απ' όσο λαχταράς να είσαι... Το υπόλοιπο ενοχλεί... Μπάζει καινά δαιμόνια στο μικρό σου νέο σύμπαν. Βλέπεις ότι είσαι μόνος και τραβάς κουπί εκεί που οι άλλοι ρομαντζάρουν τα λαχανιασμένα πρώτα σπριντάκια σου και κάνουν κριτική... Και σιγά σιγά βυθίζεσαι κι εσύ στη θαλπωρή του μηδενός, και κατεβάζεις στροφές, και τελικά σου μένει μονάχα εκείνο το 5% απ' ό,τι ήσουν, και πολύ λιγότερο απ' αυτό που ήθελες να γίνεις.

Όταν είσαι νέος ή σχετικά νέος στην επαρχία δε χρειάζεται να έχεις άλλο κουσούρι εκτός από την ηλικία σου... Τα καλά μυαλά φεύγουν κι ανοίγουνε φτερά, κι εσύ που γύρισες πίσω πρέπει να είσαι ή αποτυχημένος ή ίδιος μ' αυτούς που έμειναν εκεί... Γέρος στο μυαλό, στις συνήθειες, κουρασμένος από κούνια. Κι εκεί χάνεις κι εσύ το μέτρο. Χάνεις το μέτρο σύγκρισης, γιατί οι καλύτεροι είναι κάπου αλλού. Εσύ είσαι μακριά τους και ασφαλής. Νιώθεις σπουδαίος ενώ είσαι μια μετριότητα. Νιώθεις μοναδικός, γιατί απλά δεν υπάρχει κανείς να περπατάει τον ίδιο δρόμο με σένα.

Χάνεις το μέτρο σύγκρισης. Χάνεις τον καταιγισμό ιδεών, τη φρεσκάδα των καινούριων μυαλών... Και σιγά σιγά λουφάζεις, γίνεσαι αυτός που θέλουν. Γερνάς πρόωρα. Σε χειροκροτούν κι εσύ μετράς τις πρόωρα άσπρες τρίχες σου με ανακούφιση.

Είναι εύκολο να γίνεις φίρμα στην επαρχία (είτε στα μπουζούκια είτε στα γράμματα). Οι ντόπιοι σε καμαρώνουν (και σε συμπονούν που δεν κατάφερες τίποτα παραπέρα - χαμένος πάει, εδώ που μένει), οι του κέντρου σε βλέπουν σαν ένα μικρό σημείο αναφοράς στις εκάστοτε εξορμήσεις τους, σαν το διερμηνέα της φυλής. Και το χειρότερο που παθαίνεις είναι ότι σιγά σιγά αρχίζεις κι εσύ να πιστεύεις ότι είσαι κάποιος. Και τότε αρχίζει και το μυαλό σου να κοιμάται, να αρκείται στις ευκολίες του, να μην ψάχνεται, να επαναλαμβάνεται δραματικά, σαν το ίδιο έργο που παίζουν αενάως τα μπουλούκια για να αρέσει στο συγκεκριμένο χωριό.

Δεν απαξιώνω την ελληνική επαρχία. Δεν έχω μετανιώσει ούτε στιγμή που άφησα για πάντα την Αθήνα. Αυτό που μου λείπει από την πρωτεύουσα είναι ότι χάνω όλα τα καινούρια πράγματα που συμβαίνουν, όλες εκείνες τις εικόνες και ιδέες που γεννούν οι «καλύτεροι» και οι λιγότερο καλύτεροι. Ίσως στην Αθήνα δεν θα μπορούσα ποτέ να κάνω όσα έκανα και κάνω στο νησί, γιατί μάλλον για τα μέτρα της ήμουν πολύ λίγος. Απλά νιώθω ότι σιγά σιγά κι εκείνο το 5% μου λιγοστεύει ακόμη περισσότερο...  Νιώθω σαν να σπάω νωρίς νωρίς το ραβδάκι μου (όπως στο τέλος της Τρικυμίας ο Πρόσπερο), χωρίς μ' αυτό να έχω κάνει ποτέ μου ούτε ένα μαγικό.

Το μόνο που μένει, να ακούσω τον ήχο του σπασίματος. Σσσς! Μια βεργούλα είναι, τί στο καλό...

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 4 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Δευ, 27 Οκτ 2008 09:04 μμ

Ξόρκι

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
 

Οι ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του '60 είναι η κρυψώνα μου - ένα από εκείνα τα υπέροχα ανύπαρκτα μέρη που θα ‘δινα τα πάντα για να βρεθώ εκεί και να μην ξαναφύγω ποτέ, ποτέ.

Σήμερα διάβαζα στη Lifoland για τις δυο συναυλίες του Μίμη Πλέσσα, με όλα εκείνα τα φανταστικά τραγούδια που όλοι τραγουδάμε (ακόμη κι όσοι παριστάνουμε τους κουλτουριάρηδες) που θα γίνουν σήμερα κι αύριο, θαρρώ, στο «Παλλάς» και θυμόμουνα ...

Εικοσιπέντε χρόνια πριν, στο Δημοτικό, βλέπαμε εκείνες τις ταινίες για πρώτη φορά, κάθε Κυριακή απόγευμα στην ΕΡΤ. Δευτέρα πρωί, υποχρεωτικά, το παιχνίδι στο σχολείο είχε αντικείμενο και περιεχόμενο την ταινία της Κυριακής. Πίσω από το σχολείο υπήρχαν πολλά φυτεμένα πεύκα. Εκεί, με τις πευκοβελόνες φτιάχναμε μικρά σπιτάκια, με όλα τα κομφόρ: Σαλοτραπεζαρία, μπάνιο, κρεβατοκάμαρες, χωλ (αν και αυτό το τελευταίο δεν πολυξέραμε τι σημαίνει)... Κάτω από την σκιά των πεύκων , και με κολώνες τους κορμούς τους, στήνονταν τα αρχιτεκτονήματά μας (με πολύ κόστος, αν σκεφτεί κανείς ότι τρώγαμε και μερικές χεροκολιές στο σπίτι γιατί όλα μας τα ρούχα γίνονταν άχρηστα).

Εκεί στο μεγάλο διάλειμμα παίζαμε όλα τα έργα - ήταν τα δικά μας στούντιο της Φίνος Φιλμ, η δικιά μας Τσινετσιτά...

Θυμάμαι το ξεμάλλιασμα που είχε πέσει ανάμεσα στα κορίτσια του σχολείου μια Δευτέρα. Αποβραδίς είχε παίξει την Αλίκη στο Ναυτικό. Ποια θα έκανε τον ρόλο της Αλίκης;

Κέρδισε η Αγγελική (που ήταν πιο ψηλή κι είχε και κοντά μαλλιά, οπότε γλίτωσε το μαλλιοτράβηγμα).

Η Αγγελική δεν πήγε στο Ναυτικό. Δεν πήγε ούτε στο Γυμνάσιο. Δεν την άφησαν οι δικοί της, γιατί ήτανε κορίτσι. Ούτε και την Ολυμπία. Γιατί κι εκείνη ήτανε κορίτσι. Μόνο εγώ πήγα στο Γυμνάσιο από τους τρεις εκείνης της έκτης Δημοτικού.

Πριν από λίγο καιρό έμαθα ότι η Αγγελική είχε καρκίνο στους λεμφαδένες. Ότι το πάλευε, στην Αθήνα, με το μυαλό της στο παιδάκι της, που είχε μείνει πίσω εδώ, με τον άντρα της.

Σήμερα το βράδυ, εκεί που διάβαζα για τον Μίμη Πλέσσα και τις ελληνικές ταινίες, είδα την Αγγελική να μπαίνει στο γραφείο. Είχα καιρό να την δω από κοντά, πολύ πριν αρρωστήσει.  Η όψη της έδειχνε απλά ότι το πάλευε, έτσι, με την ίδια ζέση που πάλευε εκείνη τη μέρα, παλιά, να πείσει τις άλλες πως εκείνη θα κάνει την Αλίκη. Προσπαθούσε ακόμα και να γελάσει.

Δεν την ρώτησα «τι κάνεις;». Ήξερε ότι ήξερα, είμαι σίγουρος. Σαν να μη συνέβαινε τίποτα, έλεγα χαζά αστεία - σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Σαν να είναι όλο αυτό μια ελληνική ταινία που, δε μπορεί, θα έχει ωραίο τέλος. Θα χτυπήσει το κουδούνι του διαλείμματος και όλοι θα ξαναγυρίσουμε στην τάξη μας. Έτσι θα γίνει.

Έπειτα σκέφτηκα ένα από τα μαγικά μου ξόρκια (αυτά που επικαλούμαι για να ξεφεύγω από τις δύσκολες σκηνές του βίου)...

«Σκέψου το αγαπημένο σου τραγούδι του Μίμη Πλέσσα... Και πες το εκεί που αγαπάς. Τώρα! Κι όλος ο κόσμος θα ξαναγίνει σαν σινεμά!»

Έφτασε....

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 5 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Παρ, 24 Οκτ 2008 09:45 μμ

Όχι, φίλε, δεν λάμπεις. Σάλια είναι. Τα ίδια που μετά θα σε φτύσουν.

 

 

 Γελάς όταν βλέπεις κάποιον να πέφτει κάτω. Αυτό είναι η ουσία του κωμικού. Η εωσφορική μας πλευρά το υπαγορεύει, αναγκαία ισορροπία για να μην πέσεις κι εσύ μαζί του.

 Εμένα πάλι με πιάνει μια απέραντη συμπάθεια για τους έκπτωτους (βεριτάμπλ ή ντεμέκ) άνακτες. Δεν εννοώ τους κληρονομικούς. Εννοώ τους άλλους. Εκείνους που χώθηκαν από την κορφή μέχρι τα νύχια στο λιγδερό κανόνι που είχε ένα κόκκινο βέλος με προορισμό «Εξουσία». Η φυτιλιά μπήκε κι αυτοί εκτοξεύθηκαν στο διάστημα... Μα το βάρος που πίστευαν πως είχαν σαν προσωπικότητες τους γύρισε πίσω στη γη, καψαλιασμένους (κρίμα το κοστούμι) και, προπαντός, απαξιωμένους.

 Όσο ήταν ακόμη εκεί ψηλά, ήταν χρήσιμος, τον είχαν ανάγκη, έκανε χατήρια. Τον τάιζαν, τον τάιζαν (με μια πρωτεϊνούχα, πλούσια σε λιπαρά επίφαση ισχύος) που τον έκανε να νομίζει ότι τα πιο τρελά όνειρά του  γίνονταν πραγματικότητα. Εκείνος, με ύφος και λόγο που μπορούσε να σε πείσει ότι είναι ακαδημαϊκός , γινόταν από «ελεγκτής» της εξουσίας, το δεξί χέρι της. Κάπου μέσα στη μαγιά της ετερόφωτης ισχύος κατοικοέδρευε  ο φθόνος των άλλων, και των πρώην συναδέλφων του και των νυν ανταγωνιστών του. Αλλά ήταν επιμελώς κρυμμένος  κάτω από τη γλωσσάρα που σφουγγαρίζει τα πάντα στο πέρασμά της (νίπτει ανομήματα, μη μόναν όψιν) και δίνει στον προς ον το γλείψιμο μια επίφαση γκλαμ. Όχι, φίλε, δεν λάμπεις. Σάλια είναι. Τα ίδια που μετά θα σε φτύσουν.

 Πώς αλλάζει ένας άνθρωπος που θαύμαζες από τη δουλειά του; Που ήταν πραγματικά καλός σ' αυτήν, αλλά αποφάσισε ότι θέλει κι άλλο, αλλιώτικο μερτικό από τη δύναμη πέρα απ' αυτό που του προσέδιδε ο δημοσιογραφικός του λόγος; Που ήθελε παραπάνω, κι άλλο, παραπέρα απ' αυτό που είχε κατακτήσει;  Πώς πέφτεις κι εσύ σαν μολύβι από τα σύννεφα όταν βλέπεις το φλέγμα που θαύμαζες να μεταμορφώνεται πλειστάκις σε αλαζονική ειρωνεία;

 Καμμιά φορά ο άνθρωπος κρίνεται όταν του δώσεις στα χέρια του τον κεραυνό του Διός. Εκεί θα δείξει τη μαγκιά του. Όταν μπορεί να σε κάψει και διαλέγει να του καούν τα χέρια.

 Μολονότι ο κ. Ρουσόπουλος δεν ανήκει σ' αυτήν την τελευταία κατηγορία, τώρα, που φεύγει σκυφτός από το Μαξίμου, εγώ τον συμπονώ αληθινά, τώρα, που οι άλλοι (ιδίως το πρώην συνάφι του) επιχαίρουν και βαράνε καρπαζιές, και κολλάνε και χαρτάκια «Είμαι μαλάκας» στην πλάτη του γυμνασιάρχη που πήρε μόλις σύνταξη (γιατί πριν, πού να τολμήσουν).  Τώρα που η "παράταξη" τον πετάει σαν έρμα από το ξεφουσκωμένο αερόστατο, για να ανέβουν λιγάκι τα ποσοστά. Εκείνον, που πίστευε ότι με την ανάσα του άναβε τη φλόγα που κρατούσε το σκάφος ψηλά.

Τον συμπονώ - δεν τον λυπάμαι. Είναι άνθρωπος και είναι σκληρό. Αυτό μένει, μετά την πτώση. Ο πόνος από τη χτυπιά, που σε κάνει να κλαις γιατί πονάς, χωρίς να σκέφτεσαι ποιος είσαι. Γιατί όταν πέφτεις από τα χαμηλά δεν πονάς. Όταν πέφτεις από τα ψηλά, μοιραία τσακίζεσαι. Κι αυτό πονάει πιο πολύ.

 

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 7 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τετ, 22 Οκτ 2008 08:32 μμ

Ζάλη γλυκιά

Ο Ζακ έρχεται πολλές φορές, τα άγρυπνα στριφογυριστά βράδια, για να μου ψιθυρίσει στ' αυτί (τραγουδώντας, εννοείται) τί σημαίνει η λέξη καλλιτέχνης.

Να το κοιτάξω αυτό, λέτε...

Τι ψιθυρίζει; Ή, μάλλον, τί ακούω εγώ; Πως όσο και να διαβάζεις, όσο και να τον διαβάζεις, όσο και να βάζεις μικροσκόπιο στην τεχνική του, στη ζωή του, στα πιστεύω του, αυτό που δεν είναι δυνατό να αποκρυπτογραφήσεις είναι η ψυχή του. Αυτή σου αποκαλύπτεται μόνη της, και δεν επιδέχεται καμιά ερμηνεία. Σαν αξίωμα της επιστήμης που αν το σπάσεις ο κόσμος όλος θα διαλυθεί...

Αυτή είναι η τέχνη του. Η ψυχή. Που σκαρφαλώνει πάνω σ' όλα τ' άλλα, στο σώμα, στην παιδεία, στην τεχνική. Πατάει πάνω τους, φυσάει μέσα τους, τα αποσυντονίζει και τα συνθέτει ξανά, αλλιώτικα όμορφα. Που αρχίζει να στροβιλίζεται σαν και τούτο το αλλόκοτα γοητευτικό βαλς. Που κάνει την καρδιά να χτυπά αλλιώτικα. Να ζαλίζεται και να χτυπά πιο δυνατά, πιο δυνατά, πιο γρήγορα, πιο γρήγορα, πιο γρήγορα...

Έτσι ανεβάζει στροφές η ψυχή του καλλιτέχνη. Όπως η καρδιά του ερωτευμένου.

Όπως η καρδιά του ερωτευμένου.

Όπως...

 

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 5 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τρι, 21 Οκτ 2008 02:23 μμ

Κόκκινα γυαλιά

 

 

 Στον ύπνο μου ήρθαν οι αφηγήσεις για την παλιά εκκλησία του Άι Γιάννη, στην Πλάκα (της μικρής μας πόλης, όχι της Αθήνας) με τα χρωματιστά τζάμια στα παράθυρα... Που κάποτε (με τον πόλεμο; Με τον σεισμό;) θρυμματίστηκαν και σκόρπισαν ανάμεσα στα ερείπιά της. Κόκκινα, μπλε, πρασινοκίτρινα γυαλάκια παντού. Έγιναν δημοφιλέστατο, καίτοι κοφτερό, παιχνίδι για τα παιδιά της γειτονιάς που  ψάχνανε με λύσσα στα χαλάσματα και παίζανε τρισχαρούμενα με τα αστραφτερά κομματάκια με τα χτυπητά χρώματα. Κάθε κομματάκι, μια επένδυση ονείρου. Ένααπειροελάχιστο βάρος στην τσέπη. Μια υποψήφια μικρή πληγή. Μια φετούλα από τον γυάλινο κόσμο που έσπασε, που ποτέ ξανά δεν θα είναι ακέραιος.

 Έτσι θρυμματίζονται κάπου κάπου οι καρδιές μας - μέσα στα ίδια μας τα χέρια. Ασφαλείς, νομίζαμε. Και τα μικρά κόκκινα γυαλάκια τους κατρακυλούν με αγωνία προς την τρομακτική στιγμή της αλήθειας. Λαχταρώντας εκεί να λιώσουν και να ξαναενωθούν. Μεταξύ τους και με ξένα σώματα. Και να ξαναφτιάξουν καινούρια καρδιά.

 

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 1 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τετ, 15 Οκτ 2008 08:40 πμ

“Τι είναι η διάρρηξη μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση μιας τράπεζας;” [Blog Action Day]

 

 

Το ομολογώ. Ένας από τους λόγους που έφυγα από την Αθήνα ήταν ότι δεν μπορούσα να αντέξω την εικόνα της δυστυχίας. Τους ανθρώπους που έψαχναν στα σκουπίδια ή που κοιμούνταν στα χαρτοκιβώτια ή τις μάνες με τα αποκοιμισμένα παιδάκια στη χλαλοή των κεντρικών πεζοδρομίων. Ήρθα στο νησί, που συγκριτικά είναι πιο καλοζωισμένο (ή τουλάχιστον δεν έχει τόσο τεράστιες αντιθέσεις), μα οι εικόνες που ήθελα να ξεχάσω τρύπωσαν εντός μου, σαν αποσκευές.

 Η ξιπασμένη νιότη μου δεν μπορούσε στην αρχή να αποδεχτεί την έννοια της φτώχειας, στα τέλη του 20ού αιώνος. Ακόμα κι όταν, μπατίρης φοιτητής, ένα μεσημέρι μέτρησα ακριβώς 75 δραχμές να έχουν απομείνει στην τσέπη μου, ένιωσα ανακούφιση. Γιατί μ' αυτές τις 75 δραχμές μπορούσα να πάρω εισιτήριο για να πάω σπίτι. Γιατί εγώ είχα ένα σπίτι για να πάω. Είχα - κι έχω, ανθρώπους πλάι μου. Αυτό αυτομάτως μ' έκανε πλούσιο. Μονάχα εμένα, όμως. Εγώ πάντα ήμουν ασφαλής, αλλά η φτώχεια κι η δυστυχία δεν έφευγαν από τη φωτογραφία.

 Όταν έβλεπα τη φτώχεια να περνά, ή να κείτεται δίπλα μου, αναρωτιόμουν γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν κανέναν να τους νοιάζεται, την ίδια στιγμή που κι εγώ ο ίδιος τους προσπερνούσα.

 Μια φορά πήγαινα να δώσω εξετάσεις. Ξενυχτισμένος, νηστικός και υστερικός όπως ήμουν, έπεσα ξερός στα σκαλιά του ηλεκτρικού, στην Ομόνοια. Όταν άρχισα να συνέρχομαι, ανήμπορος να σταθώ και καθισμένος σε ένα σκαλί, με το κεφάλι μου μέσα στα γόνατα, άκουγα το βουητό από τα βήματα και τις φωνές των ανθρώπων που ανέβαιναν τα σκαλιά, πολλή ώρα - αιώνες μού φάνηκαν... Ήταν εφιαλτικό... Κάποιος σταμάτησε και με έπιασε από τον ώμο. Με ρώτησε αν είμαι καλά. Αν χρειάζομαι κάτι. Αν έχω χρήματα.

 Ντράπηκα, που με πέρασε για έναν από «εκείνους». Και μετά ντράπηκα που ντράπηκα. Σηκώθηκα, πήγα κι έδωσα εξετάσεις. Κοινοτικό Δίκαιο. Πού είναι το δίκαιο; Πού είναι η κοινότητα;

 Η παγκόσμια κοινότητα θυσιάζει δισεκατομμύρια για να σώσει τους τραπεζικούς κολοσσούς-γαργαντούες, που φάγανε μέχρι σκασμού (και κατ' επέκτασιν κι εμάς τους μικροκαταθέτες). Αναρωτιέμαι γιατί ποτέ η υφήλιος, οι μεγάλες δυνάμεις του πλανήτη, δεν ένωσαν ποτέ με τέτοιο ζήλο τις δυνάμεις τους για να σώσουν όλους εκείνους που δεν έχουν καταθέσεις, δεν έχουν δουλειά, δεν έχουν σπίτι, δεν έχουν φαΐ... Εκείνους, που παλεύουν για να ζήσουνε μ' αυτά που πετάμε εμείς...Εκείνους που μαζεύουν από το δρόμο ό,τι μείνει από τις λαϊκές;... Η αδελφή μου με επανέφερε χθες στην τάξη όταν της έλεγα πόσο κρίσιμη είναι η διεθνής συγκυρία, πόσα λεφτά χάθηκαν. «Στο χρηματιστήριο δεν χάνονται λεφτά. Αλλάζουν χέρια».

 Κι εκείνα τα χέρια που είναι μόνιμα απλωμένα; Στο νου μου ήρθανε τα λόγια του Μακήθ, του αρχιερέα των ζητιάνων στην «Όπερα της Πεντάρας» του Μπρεχτ, λίγο πριν τον οδηγήσουν στο ικρίωμα:

«Κυρίες και κύριοι, βλέπετε να γκρεμίζεται ένας εκπρόσωπος μιας κοινωνικής δομής που γκρεμίζεται η ίδια. Διότι, τι είναι ένα αντικλείδι μπροστά στα χρεώγραφα; Τι είναι η διάρρηξη μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση μιας τράπεζας; Και τι σημαίνει ο φόνος ενός ανθρώπου μπροστά στην καταβύθιση του ανθρώπου μέσα στις κοινωνικές ιεραρχίες; Μ' αυτά τα λόγια σας αποχαιρετώ».

 

Τελικά, ο Μακήθ τη σκαπουλάρισε...

  (Από το '31 το τραγούδι του Κουρτ Βάιλ, στην ταινία του Pabst, από τον Ernst Busch)

 
ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 10 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Δευ, 13 Οκτ 2008 08:46 μμ

Με μυστήριο τρόπο τραγουδούν οι σκέψεις...

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
 

Την ώρα που κλείνει το γραφείο, κατάκοπος, με τα μάτια να κάνουν πουλάκια, μετά από μια ακόμη αντιπαραγωγική, χαμένη μέρα...

Λουκέτα, συναγερμοί, φώτα, ασφαλής κατάργηση συσκευών υλικού.

Δρόμο. Δρόμο. Περπάτα γρήγορα, στους άδειους δρόμους της μικρής μας πόλης.

Δε φεύγει από το μυαλό η μουσική. Ούτε το φεγγάρι ούτε το κύμα που σκάει στην προβλήτα μπορούν να τη σκεπάσουν, να τη διώξουν. Τίποτα.

Δρόμο. Δρόμο.

Αμ δε! Εδώ θα κατοικήσει απόψε αυτή η μουσική. Εδώ, που να σκάσεις.

Μια αλλόκοτη ζέστη μέσα στον Οκτώβρη. Ένα μικρό καλοκαιράκι. Εκτός κι εντός.

Απελπισμένα και τα δυο τους. Γιατί έρχεται χειμώνας.

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 6 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Πεμ, 09 Οκτ 2008 06:48 μμ

Cœur brûlé

«Η σύγχρονη λογοτεχνία είναι λογοτεχνία απόγνωσης», λέει σε μια συνέντευξή του στο "Label France" ο φετινός νομπελίστας Ζαν Μαρί Γκυστάβ Λε Κλεζιό (έμαθα για τη βράβευσή του από τη Νατάσα Ζαχαροπούλου λίγο πιο κάτω, που αναδημοσιεύει αυτούσια την είδηση από την «Καθημερινή»). «Δεν μπορούμε να έχουμε την αυθάδεια να πιστεύουμε ότι ένα μυθιστόρημα μπορεί ν' αλλάξει τον κόσμο, όπως συνέβαινε στην εποχή του Σαρτρ. Σήμερα οι συγγραφείς μπορούν μονάχα να καταγράψουν την πολιτική τους ανεπάρκεια. Όταν διαβάζεις τον Σαρτρ, τον Καμύ, τον Ντος Πάσος , τον Στάινμπεκ, βλέπεις ότι όλοι εκείνοι οι μεγάλοι, αφοσιωμένοι στον σκοπό τους συγγραφείς είχαν απεριόριστη πίστη στο μέλλον της ανθρωπότητας και στη δύναμη του γραπτού λόγου». Ο ίδιος, λέει, διάβαζε κάποτε κείμενα του Σαρτρ στις εφημερίδες κι ένιωθε ότι μπορούσαν ν' αλλάξουν τον κόσμο. «Μπορεί τώρα να διανοηθεί κανείς ότι το εντιτόριαλ μιας εφημερίδας μπορεί να επιλύσει τα προβλήματα που ρημάζουν τις ζωές μας;»... Όχι, κύριε Γκυστάβ μας! Δεν μπορεί...

Η γαλλοφωνία πανηγυρίζει: «Η γαλλική γλώσσα είναι ίσως η μοναδική μου αληθινή πατρίδα»... Οδυσσειακός κι αυτός, σαν την περσινή νικήτρια, τη Ντόρις Λέσινγκ, γύρισε «άιρα και Κάιρα» όπως λέμε στον τόπο μας ώσπου να φτάσει στην πραγματική του πατρίδα: τη γλώσσα. Η οικογένειά του από τη Βρετάνη στα χρόνια του 1789 πήγε στον Άγιο Μαυρίκιο. Εκείνος γεννήθηκε στη Νίκαια (αχ, Μεσόγειος!) - ανάμεσα σε τούτα τα δυο και στην Αλμπουκέρκη του Νέου Μεξικού μοιράζει τώρα τη ζωή του...

Η πιο ωραία ερώτηση τού έγινε στο τέλος: Αν υποθέσουμε ότι κάποτε παίρνετε το Νομπέλ (σημ. η συνέντευξη δόθηκε στο περιοδικό το 2001), για τί πράγμα θα μιλούσατε στην τελετή βράβευσης; Για να δούμε τι είπε, αλλά και τι θα πει στ' αλήθεια ο φίλτατος τώρα, στα 68 του, μετά από 45 χρόνια στη λογοτεχνία και 7 χρόνια μετά τη συνέντευξη...

«Θα ήθελα να μιλήσω για τα παιδιά θύματα πολέμου. Αυτό είναι το τρομερότερο πράγμα της εποχής μας. Η λογοτεχνία είναι επίσης ένα μέσο που υπενθυμίζει στους ανθρώπους αυτή την τραγωδία και την ξαναφέρνει στο προσκήνιο. Πρόσφατα, στο Παρίσι, γυναικεία αγάλματα καλύφθηκαν με πέπλο για να καταδικάσουν το γεγονός πως οι γυναίκες του Αφγανιστάν στερούνται ελευθερίας. Καλή κίνηση. Με τον ίδιο τρόπο, πρέπει να βάλουμε σ' όλα τα αγάλματα παιδιών ένα μεγάλο κόκκινο σημάδι στο μέρος της καρδιάς για να θυμίζουν ότι κάθε στιγμή κάπου, στην Παλαιστίνη, στη Νότιο Αμερική ή την Αφρική, ένα παιδί σκοτώνεται από σφαίρες. Κανείς ποτέ δε μιλά γι' αυτό...»

Ο θείος pil (που τύπτεται για τα χάλια γαλλικά του που τον εμποδίζουν να χαρεί ένα λογοτεχνικό βιβλίο στην ωραιότερη γλώσσα του κόσμου) έψαξε (να και τα καλά του επαγγέλματος) ποια βιβλία του κυκλοφορούν στην Ελλάδα. Δεν βρήκε πολλά:

- «Φλογισμένη καρδιά και άλλες ιστορίες» (Μίνωας, 2001, μετάφραση Στέλλα Χρυσικού) - η περίπτωση του θείου pil επακριβώς αυτή την περίοδο. Όχι κρεμ, αλλά καιρ μπρυλέ.

- «Το χρυσόψαρο» (Πατάκης, 1999, μετάφραση  Αθηνά Ψαροπούλου)

- «Ντιέγκο και Φρίντα» (Καστανιώτης, 1996, μετάφραση Μαρία Κράλλη)

- «Ονίτσα» (Ωκεανίδα, 1994, μετάφραση Λήδα Παλλαντίου)

- «Έρημος» (Καστανιώτης, 1993, μετάφραση Γιώργος Ξενάριος)

- «Το πρόστιμο» (Σύγχρονη εποχή 1992, μετάφραση Μαριλένα Παπαχριστοφόρου)

- «Ο γυρευτής του χρυσού» (Χατζηνικολή, 1986, μετάφραση Λήδα Παλλαντίου)

- «Μόντο και άλλα διηγήματα» (Χατζηνικολή, 1981, μετάφραση Λήδα Παλλαντίου)

Δεν ξέρω πόσο διαθέσιμα είναι όλα αυτά στο εμπόριο, αλλά είμαι σίγουρος ότι σύντομα θα σκάσουν μύτη με κόκκινες κορδέλες στις βιτρίνες κι άλλα... Αν έχετε κι άλλα υπόψη σας, παραθέστε τα στα σχόλια... Ένα κείμενό του επίσης υπάρχει στο έργο για τον Bresson που κυκλοφόρησε το '99 από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης σε επιμέλεια Μισέλ Δημόπουλου...

Πάλι πολυλογάω, αλλά διαστροφή είναι αυτή...Τι τραγούδι να βάλω γι' αυτή τη μεγάλη επιτυχία της γαλλοφωνίας; Τι άλλο θα ταίριαζε στη λογοτεχνία, εκτός από το ... "Les Mots";

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 4 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τετ, 08 Οκτ 2008 05:19 μμ

Ο ψίθυρος

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Ξυπνάς χάραμα με εφιάλτη... Όχι ακριβώς εφιάλτη. Μεγάλα μαύρα κύματα χτυπάνε  παντού- μα είσαι ασφαλής πίσω από έναν πάγκο, ένα παράθυρο. Σε βρέχουν, δε σε παίρνουν.

 Εφιάλτης ασφαλείας.

 Κι έπειτα δεν μπορείς άλλο να κοιμηθείς. Περιμένεις η ώρα να πάει έξι, εφτά, εφτάμισι. Να ξανασηκωθείς βαρύς. Να μπεις κάτω από το νερό. Εσύ, που φοβόσουν να μη βραχείς από τα μεγάλα, μαύρα κύματα...

 Κι αυτό, έτσι όπως θα κυλάει, θα πασχίζει να σβήσει τον ψίθυρο. Αυτόν που άκουγες όλη νύχτα.

 Απ' τον αόρατο θίασο. Από μια φωνή μονάχα. Ιδανική και αγαπημένη.

 Ακούς;

 

 

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 4 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Avatar
Παραμύθια ενός προσκυνητή
Αδικαιολογήτως παρών. Ιόνιος. Επειδή η ψυχή του ανθρώπου είναι άβυσσος και μόνον γι' αυτό.
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣE ΑΥΤΟ ΤΟ BLOG
Copyright© 2009 ΔΥΟΔΕΚΑ Α.Ε.       Ανάπτυξη εφαρμογής verve VERVE Internet & Open Source Solutions  / Διεύθυνση project FairyNetwork