
Αχ και να 'χα και γω μια σημαία...
Αχ και να με έκανε η χώρα μου τόσο περήφανο που να έστηνα στο μπαλκόνι μου και γώ τη γαλανόλευκη όπως έκανα παιδί και όπως κάνουνε ακόμα κάποιοι (ρομαντικοί) γείτονές μου.
Η πατριωτική μου περηφάνια όμως εξατμίζεται μόλις σταματήσω να σκέφτομαι την ένδοξη ιστορία αυτού του τόπου και ξυπνάω στο σήμερα...
Ετσι δεν έχω το κουράγιο να ξαναστήσω τη σημαία στο μπαλκόνι – το παραδέχομαι αλίμονο - δεν είμαι καθόλου περήφανος για την Ελλάδα του σήμερα...
Την Ελλάδα των λίγων οικονομικά ισχυρών που απόκτησαν τόσο μεγάλη δύναμη που για να ζήσουν με ακόμη μεγαλύτερη πολυτέλεια έχουν φέρει στο γκρεμό της εξαθλίωσης τους φτωχούς συμπατριώτες τους.
Την Ελλάδα της αναξιοκρατίας, της ανεργίας, της μίζας, του ρουσφετιού, του θρησκευτικού παροξυσμού και της πολιτικής κοροϊδίας.
Την Ελλάδα των off-shore, των καμμένων δασών της μαφίας και της οικοπεδοφαγίας.
Την Ελλάδα που τιμωρεί την αρρώστια την αναπηρία και την τρίτη ηλικία.
Την Ελλάδα τη δαχτυλοδεικτούμενη από την Ευρωπαϊκή οικογένεια, την Ελλάδα της σαχλαμάρας και της μαγκιάς, την Ελλάδα την ανεπίδεκτη προόδου την ανεπίδεκτη εκσυγχρονισμού, την πρωταθλήτρια της διαφθοράς.
Την Ελλάδα που ξυπνάει στα τηλεπρωϊνάδικα και ξενυχτάει στα σκυλάδικα.
Την Ελλάδα με την τσιμεντένια πρωτεύουσα της ανύπαρκτης αρχιτεκτονικής και της βρωμιάς.
Την Ελλάδα που μοιάζει όλο και περισσότερο στις πατρίδες των τριτοκοσμικών της λαθρεπισκεπτών που την έπνιξαν στην εισαγόμενη μιζέρια τους.
Την Ελλάδα που στους εταίρους δείχνει διαρκώς τα ηρωϊκά χρόνια της - σαν τη γερασμένη ντίβα που προσπαθεί στην παρακμή της να κρύψει την ασχήμια πίσω απ’τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες της νιότης της.
Αχ και νάχα μια σημαία στο μυαλό μου. Αλλά φοβάμαι πως πάει πια - την έχασα...
Βαθιά στην ψυχή μου δεν θέλω νάναι πια πατρίδα μου αυτός ο άθλιος τόπος.
Με κρατάει εδώ μόνο η συνήθεια και οι λίγοι αγαπημένοι που θα αφήσω πίσω αν φύγω.
Αναρρωτιέμαι αν θάρθει ποτέ μια μέρα να ξαναβγάλω μια περήφανη σημαία στο μπαλκόνι...