LIFO
Κυρ, 11 Νοέ 2007 04:26 μμ

Μακαρόνια ψευτοραγού

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Κυριακή σήμερα. Μέρα ανάπαυσης και ψητού με πατάτες. Το "ψητό της Κυριακής" με τ' όνομα! Το πρωί εκκλησιασμός, συν γυναιξί και τέκνοις. Μετά η κυρά στο σπίτι με τα παιδιά κι εμείς οι άντρες στον καφενέ. Με τους παλιόφιλους και τους νεόφυλους. Με τα φιλαράκια και τα κλαράκια. Στη γνωστή γωνιά δίπλα στον πολλά βαρύ γλυκό, τον ναι και όχι, τον ναι μεν άλλά.

Μετά ένα ουζάκι να ανοίξει η όρεξη της ευαισθησίας. Αν ο κυρ Μήτσος, ο περιπτεράς, έχει κέφια μπορεί να παίξουμε και καμμιά πρέφα. Ε, κι αυτόν τον έφαγε η απομόνωση. Να μη ξεδόσει μέρα που είναι; Ψηφίζουμε σήμερα, εδώ στον καφενέ μας και για αρχηγό του Πασόκ... Να μην γιορτάσουμε την κομματική δημοκρατία μας; Όμορφα πράγματα, ευγενικά, ανιδιοτελή, ειρηνικά.

Η ώρα ήλθε: "Α, ρε, μπαγάσα Γιώργηηηη" λες, "γιατί μας άφησες και την κοπάνησεεες".

"Εδώ είμαι, στραβός είσαι;" ακούγεται μια φωνή από το βάθος, δίπλα από την πυρά της χόβολης.

"Έλα, ρε μαλάκα γύρισες; Μάθαμε πως έφυγες από το μάταιο τούτο κόσμο μας!".

"Τι λες , ρε μαλάκα," απαντά εκείνος, "αφήνεται έτσι ο καφενές, το στέκι μας, το αποκούμπι μας, μαλακίες λες, ρε μαλάκα; Και νεκρούς ανασταίνει το καφενεδάκι μας, το βλέπεις και μόνος σου".

Σηκώνεται να μ' αγκαλιάσει. Πρώτα έρχεται ο Μενούνος και μετά αυτός. Η τιμημένη παραδοσιακή κολώνια! Λεμόνι είναι, αυτό το αγνό ξυνό ελληνικό εσπεριδοειδές, που την Άνοιξη σε μεθά, το καλοκαίρι σε δροσίζει, τα άνθια του στολίζουν το στεφάνι μας και τις υπόλοιπες εποχές μεστώνει το λαδολέμονο στα ψητά μας. Που το μυρίζεις και συνέρχεσαι, μακάρι να είσαι και τέζα!
"Ρε μαλακα Γιώργη δεν είπες πως θα αυτοκτονήσεις; Κι εμένα που ερχόμουνα προετοιμασμένος να σε μοιρολογήσω δε με σκέφτηκες;. Που ήλθα να πω "τι είναι ο άνθρωπος", "δε βαριέσαι, ησύχασε ο δόλιος", "εδώ θα μείνουν όλα", "τα σάβανα δεν έχουν τσέπες", "αχ η κακία του κόσμου, που τους καλούς ανθρώπους τους ξωπετάει..." Και εσύ πας και μου το χαλάς; Ρε μαλάκα, έχουμε ένα λόγο. Άμα λέμε φεύγω, πάει τελείωσε, φεύγω. Ο λόγος μας είναι συμβόλαιο!".

"Ρε, ούστ από εκεί"! απαντά αυτός. "Πρόβα έκανα, να δω πως είναι η ζωή έξω από εδώ".

"Μα έχεις ξανακάνει Γιώργη μου!".

"Ναι, αλλά δε βλέπεις το χειροκρότημα της αρκούδας, που πέφτει κάθε φορά που κάνω;" μου αντιλέγει. "Σκέψου στην παράσταση τι χαμός έχει να γίνει! Έχω ρεύμα αγαπητέ μου! Και, σάμπως έχω και κάτι καλύτερο να κάνω εκεί έξω;"

Μεγάλη κουβέντα ξεστόμισε ο δικός σου. Τίμια, αντρίκια, λαικιά! Και με αυτές τις σκέψεις κίνησα να ξεσκίσω το "ψητό της Κυριακής".

Με το που μπήκα σπίτι όμως, άλλη μυρουδιά μου βάρεσε τα ρουθούνια. ΄Ηταν ραγού! Ακόμα καλύτερα! Το ελληνικό ραγού! Τιμημένο κι αυτό! Εφάμιλλο του ψητού!

Και τι δεν έχει να θυμηθεί κανείς πάνω από ένα ραγού. Πάλι Κυριακή. Κυριακή ελληνική! Κυριακή των μικροαστών! Τις έντονες, μα γεμάτες αγάπη, κουβέντες, που κάναμε με την αδελφή μου για το ποιός θα πάρει εκείνο το οικοπεδάκι στο χωριό. Τις άλλες για το ποιός θα φιλοξενήσει στο σπίτι του το γέρο-πατέρα μας, που χτυπημένος από το χτικιό -μια ζωή βιοπάλη βλέπεις- ήθελε κάποιον να τον ξεσκατίζει στα στερνά του. Τη θεία Ευδοξία να μιλά για τα χαμένα νιάτα της, που ο πατέρας μου πήγε και πήρε τη μάνα μου αντί να την περιμένει να βρει ένα τίμιο παλληκάρι να κουκουλωθεί πρώτα αυτή. Κι από πάνω οι αναλύσεις της γυναίκας μου, μέσα σε λυγμούς πολλές φορές, για το αν της άξιζα ή όχι για άντρας. Λυγμοί για τόσα όνειρα ρημάδια. Και τα παιδιά από δίπλα να ζητάνε, να ζητάνε, να ζητάνε για να στηρίξουν τα δικά τους όνειρα για κάτι παπουτσάκια "πράντα", που είδανε στη βιτρίνα του "Sarafis στην Αθήνα, τη Λάρισα, το Παρίσι".

Τις αναμνήσεις μου τις έκοψε η γυναίκα μου. Πόσες και πόσες δουλειές δεν είχαν προλάβει τα χρυσά της τα χεράκια, όσο εγώ άραζα στο καφενείο. Τιμημένη ελληνική οικογένεια! Με την παράδοση και τις αρχές σου!

"Άντε φέρε το ραγού να το λιανίσουμε", της λέω κοιτάζοντάς την με καμάρι.

"Ποιό ραγού;" μου απαντά. "Μακαρόνια σκέτα έκανα!".

"Γιατί ρε γυναίκα μου το χαλάς;" ρωτάω όλο απορία.

"Ε, μιας κι έλειπες, είπα να ρίξω μια ματιά σε εκείνο το σάιτ, που πάντα βρίσκεσαι μέσα, όταν δεν είσαι στο καφενείο και διαβάζοντας κάτι πόστ, μου ήρθε, δεν ξέρω γιατί, άλλη έμπνευση. Κι έφτιαξα μακαρόνια ψευτοραγού"!

ΜΑΚΑΡΟΝΙΑ ΨΕΥΤΟΡΑΓΟΥ

ή

ΜΑΚΑΡΟΝΑΔΑ ΜΕ ΨΕΥΤΙΚΗ ΣΑΛΤΣΑ

3 μέτρια κρεμμύδια. Σε φέτες, για να βγάλουν πολύ κλάμα.

3 κουταλιές ελαιόλαδο, πάντα στην Ελλάδα χρησιμεύει.

1 κιλό ώριμες ντομάτες (τριμμένες για να μη μας πάρουνε με δαύτες) ή 1 κουτί ντοματάκια αποφλοιωμένα ντοματάκια κονκασέ (μήπως και προλάβουνε και τις αρπάξουν πριν προλάβουμε να τις τρίψουμε)

2 φύλλα δάφνη (για τη δόξα μας)

3 ξύλα κανέλλα (για την ευωδία μας)

Αλάτι κατά βούληση

Πιπέρι φρεσκοτριμμένο (πάντα πρέπει να ξέρει κανείς πώς το τρίβουν το πιπέρι)

1/2 κιλό μακαρόνια μακριά (ό,τι νούμερο μας ταιριάζει)

Τσιγαρίζουμε τα κρεμμύδια στο λάδι. Μετά βάζουμε τα υπόλοιπα υλικά εκτός από τα μακαρόνια. Σιγοβράζουμε μέχρι να γίνει η σάλτσα παχύρρευστη, να την βλέπουμε και να την ευχαριστιόμαστε. Βράζουμε τα μακαρόνια και σερβίρουμε με τη σάλτσα.

Τρίβουμε από πάνω λίγο τυράκι για τη νοστιμιά.

Μα, πάνω- πάνω προσθέτουμε και δύο φυλλαράκια Βασιλικό, παρότι για μερικά στομάχια είναι δυσκολοχώνευτος.

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
 
ΣΧΟΛΙΑ: 4
# Ανώνυμο σχόλιο στις 11.11.2007, 17:07
Με ψευτοραγού σ' έβγαλε κυριακάτικα;;; Καλή νοικοκυρά είναι!
# ImmortalJunkie στις 11.11.2007, 20:43
αυτή η κυριακή των οικοκυρικών....!
# Kalikatzar στις 12.11.2007, 12:43
Εχεις πρόβλημα Βασιλικέ .Κατι αλλο να ασχοληθείς;;;
Γελάσαμε πάλι με τα υπονοούμενα σου.
# Dana_Semitecolo στις 12.11.2007, 14:21
Εγώ πάντως, μια χαρά φαγητό το βρίσκω το "ψευτοραγού", αρκεί να έχει και κομμάτι σκόρδο να σε χαρώ! Σάλτσα χωρίς σκόρδο γένεται;;;

Πρέπει να είσαστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια

Copyright© 2009 ΔΥΟΔΕΚΑ Α.Ε.       Ανάπτυξη εφαρμογής verve VERVE Internet & Open Source Solutions  / Διεύθυνση project FairyNetwork