ο Νικόλαος Κουτούζης
Το λοιπόν μιας Αναλήψεως κάπου εκεί γύρω στο 1800, μπροστά από την εκκλησία τση, στη Πλατεία Ρούγα, εγίνηκε ένα σούσουρο άλλο πράμα. Σε ένανε από τσι καταστόλιστους με φιόρα, και με ό,τι άλλο ο καθένας εμπόρειε, πάγκους των παστελάδωνε, απάνου από τη φουφού όπου ετηγανίζανε τσι φιτούρες, εδέσποζε ένας πελώριος πίνακας, μια προσωπογραφία του Νικολάκη Αναδάλε, πλούσιου άρχοντα, που ο κακομοίρης όμως είχε πεθάνει εκείνες τσι μέρες, επροχτές ήτανε που του κάμανε τσι οκτώ. Και καλά να είναι κρεμασμένος να λιβανίζεται από το τηγανισμένο λάδι, αλλά το χειρότερο ήταν που είχε στο κεφάλι του ζωγραφισμένα δύο πελώρια κέρατα!
Αφού ο κόσμος είπε κάμποσα για τη κοινωνία που εχάλασε και δε σέβεται μήτε τσι πεθαμένους, μήτε τσι ζωντανούς, εκινήσανε ορισμένοι να πάνε τα συγχαρίκια στο γιό του, που λόγω του θανάτου, είχε κορέτο και δεν εμπόρειε να είναι κι αυτός στο πανηγύρι.
Αντίς άκουσε τα μαντάτα ο Γιαννάκης ο Αναδάλες, επήγε να πέσει κάτου σέκος! Τέτοιο μπόμπιασμα στο πατέρα του; Κι αμέσως εκατάλαβε ποίος την έκαμε. Εκειό το θρασίμι ο παπα- Κουτούζης! Έβαλε τη μπέρτα του κι εκίνησε για το σπίτι του διαολόπαπα.
Ο κακομοίρης ο Νικολάκης Αναδάλες, εκεί που άκουε το "φρου-φρου" από τσι φτερούγες του Χάρου στ' αυτία του, εσκέφτηκε πως θα πάνε στο διάολο σε λίγο καιρό και τα πλούτη και οι δόξες που κατάφερε κι απόκτησε στη ζωή του. Τι απόμενε το λοιπό; Να παραγγείλει το πορτραίτο του στον καλύτερο ζωγράφο της Ζακύνθου, τον παπα- Κουτούζη. Κάτι να απομείνει κι από δαύτονε στο σαλόνι του αρχοντικού του, όταν θα είναι μια ορία κάτω από το χώμα. Η αλήθεια είναι πως δεν είχε και πολύ εμπιστοσύνη στο γιό του. Εφτός είχε έβγει πιο σπαγγοραμμένος και από τον ίδιο. Σιγά μην επλέρωνε, και μάλιστα τον καλύτερο ζωγράφο, για να κάμε πορτραίτα του πατέρα του. Έπρεπε πάση θυσία να το ετοιμάσει πριν αριβάρει για τον άλλο κόσμο.
Δυστυχώς ο έρμος δεν επρόλαβε. Εποζάρισε βέβαια, αλλά λίγες μέρες από την ημερομηνία που ήτανε ορισμένη για να του παραδοθεί από τον Κουτούζη το κάδρο, άφησε γειά τσι όμορφες και γεια τσι παντρεμένες.
Ο Κουτούζης όμως δεινός επαγγελματίας, την καθορισμένη ημερομηνία εχτύπαε τη πόρτα του γιού. ΄Ητανε μόλις δύο μέρες μετά τη κηδεία.
"Χαιρετώ ψυχή μου και νάσαι καλά να τονε θυμάσαι το πατερούλη σου. Ευτυχώς μάτια μου που με εκειό το σπουδαίο μυαλό που είχε πάντα, εσκέφτηκε ακόμα κι εφτούνο. Να ποζάρει για το πορτραίτο. Στο έφερα λοιπό, να το κρεμάσεις, να τονε γλέπεις και να τονε συγχωράς"
"Και πόσο θα μου κουστίσει δέσποτά μου;" ρωτάει ο γιος.
"Ε, είχε πολύ δουλειά. Δώσε μου πενήντα λίρες, κι είμαστε εντάξει".
Ο τσιγκούνης ο γιός εζεματίστηκε, αλλά δεν ήθελε να εκτεθεί κιόλας.
"Δέσποτά μου να τα πληρώσω, αλλά πώς να τα δώσω για ετούτονε εδώ τον πίνακα καυμένε;"
"Γιατί τι έχει;" αλλαφιάστηκε ο Κουτούζης, που καλύτερα να τον έσφαζες παρά να του αμφισβητούσες τη δουλειά του.
"Ε, πώς να στο πω; Ε, δε του μοιάζει και πολύ... δε τόνε πίτυχες παπά μου... για να σου πω την αλήθεια, βλέπω το πίνακα και δεν τονε γνωρίζω το πατερούλη μου"
"Καλά", είπε ο παπάς σκασμένος "Να φύγω τότενες". Κι έβαλε τον πίνακα κάτω από τη μασχάλη, ενώ μέσα του ορκίστηκε εκδίκηση.
Μία και δύο στο Νιόνιο το Χριστοδουλόπουλο που έφκιανε τα παστέλια στα πανηγύρια. Πριν όμως περνάει από το εργαστήριό του και του ζωγραφίζει του πεθαμένου δύο κέρατα στο κούτελο. "Ακου Νιόνιο μου, φτωχός άνθρωπος είσαι" του λέει, "πού να ξοδεύεσαι τώρα να στολίζεις την παγκάδα σου;. Πάρε ετούτονε το πίνακα που δεν έχω εγώ τι να τον κάμω, να τονε βάλεις να κάμεις τη δουλειά σου, που έρχεται και Αναλήψεως. Ο Σατανάς είναι, μου επερίσεψε από μια αγιογράφιση που έκαμα σε ένα εκκλησάκι". Ο Χριστοδουλόπουλος ευχαρίστησε και τση Αναλήψεως τον έστησε πάνω από τη φουφού, να ταιριάζει το θέμα και με τσι φλόγες από τα κάρβουνα, ώστε να αποδίδεται ρεαλιστικότατα η Κόλαση.
Ούλα εφτά τα είχε καταλάβει ο δύο φορές - μια από το Θέο και μια άλλη από το λειτουργό του - χαροκαμένος γιός. Τώρα θα τουδινε να καταλάβει και του τραγόπαπα!
Με το που εκτύπησε εξεπρόβαλε στην πόρτα ο Κουτούζης.
"Τι έπαθες αφέντη μου;" τονε ρωτάει.
"Τί έπαθα; Ρωτάς τι έπαθα μωρέ; Καλά παπάς είσαι εσύ; Τον πατέρα μου μωρέ; Το πατέρα μου τον πεθαμένο να τονέ κρεμάσεις στα πανηγύρια;"
"Α, μπαααα" απαντάει ο Κουτούζης. "Παράλειψή μου που από την αρχή δεν του είχα βάλει κέρατα! Είδες που τώρα, ψυχή, μου τονε εγνώρισες;"
(Η ιστορία είναι αληθινή)