LIFO
Σαβ, 14 Ιούν 2008 11:31 μμ

Dum Speira spirat spero

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Η φίλη και συναγωνίστρια Dana Semitecolo, ενώ τα Επτάνησα εξακολουθούν να κινδυνεύουν από τα ρίχτερ, αλλά και από τους επερχόμενους επισκέπτες τους, αντί να μου προτείνει να πάμε για κανένα ουζάκι με χταποδάκι, μου ζήτησε να παίξουμε. Τα "αυτόγραφα" αυτή  τη φορά.

Επειδή κανείς δεν μπορεί να της αντισταθεί, έστω κι αν εγώ είμαι αφοσιωμένος στους αγώνες και στο κίνημα μέχρι τα μπούνια, κάνω ένα break για να ανταποκριθω.

Ακολουθώντας δε τυφλά, ως συνήθως, τις οδηγίες της γράφω και τους όρους:

1. Γράψε με το χέρι

2. Σκάναρε ή φωτογράφισε

3. Πόσταρε

4. Ειδοποίησε  το http://autographcollectors.blogspot.com

5. Κάλεσε άλλους πέντε να παίξουν (Εδώ καλώ όποιον εμφορείται από τις ίδιες επαναστατικές με εμάς ιδέες).

ΘΕΤΩ ΟΜΩΣ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΑΠΑΡΑΒΑΤΟ ΟΡΟ: Να καθιερωθεί αυτό το μότο, ο έστιν μεθερμηνευόμενον "ΟΣΟ ΖΕΙ Η ΣΠΕΙΡΑ ΕΛΠΙΖΩ" ως το λογότυπο της Οργάνωσης σε επιστολόχαρτα, κάρτ βιζίτ, φακέλλους, σάιτ κλπ.

 

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 2 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τρι, 29 Απρ 2008 09:12 πμ

Οι ζακυνθινοί blogers στην προσπάθεια διάσωσης του Άη-Λύπιου

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Οι ζακυνθινοί blogers ανεβάζουν το θεμελιώδες έργο της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας «Η Γυναίκα της Ζάκυθος» του Διονυσίου Σολωμού, συμπαραστεκόμενοι από κοινού στην προσπάθεια για την ιστορική και οικολογική διάσωση από τον αλόγιστο τουρισμό και ανάδειξη του χώρου του Άη- Λύπιου, όπου διαδραματίζεται το έργο.

http://zanteblogs.com
"Ο Αη-Λύπιος", έργο του bloger Μπάμπη Πυλαρινού


Διονυσίου Σολωμού

H ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ZΑΚΥΘΟΣ

ΚΕΦ. 1
1. Εγώ, Διονύσιος Ιερομόναχος, εγκάτοικος στο ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου, για να περιγράψω ό,τι στοχάζουμαι, λέγω:
2. Ότι εγύριζα από το μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου, όπου είχα πάει για να μιλήσω με ένα καλόγερο για κάτι υπόθεσες ψυχικές,
3. και ήταν η ώρα οπού θολώνουνε τα νερά, και είχα φθάσει στα Τρία Πηγάδια, και ήταν εκεί τριγύρου η γη όλο νερά, γιατί πάνε οι γυναίκες και συχνοβγάνουνε.
4. Εσταμάτησα σε ένα από τα Τρία Πηγάδια, και απιθώνοντας τα χέρια μου στο φιλιατρό του πηγαδιού, έσκυψα να ιδώ αν ήτουν πολύ νερό·
5. και το είδα σκεδόν γιομάτο, και είπα: Δόξα σοι ο Θεός·
6. γλυκιά η δροσιά που στέρνει για τα σπλάχνα του ανθρώπου το καλοκαίρι, μεγάλα τα έργα Του, και μεγάλη η αφχαριστία του ανθρώπου.
7. Και οι δίκαιοι κατά την Θεία Γραφή πόσοι είναι; Και συλλογίζοντας αυτό, επέσανε τα μάτια μου στα χέρια μου οπού ήτανε απιθωμένα στο φιλιατρό.
8. Και θέλοντας να μετρήσω με τα δάχτυλα τους δίκαιους, ασήκωσα από το φιλιατρό το χέρι μου το ζερβί, και κοιτώντας τα δάχτυλα του δεξιού είπα: Τάχα να είναι πολλά;
9. Και αρχίνησα και εσύγκρενα τον αριθμό των δικαίων οπού εγνώριζα, με αυτά τα πέντε δάχτυλα, και βρίσκοντας πως ετούτα επερισσεύανε, ελιγόστεψα το δάχτυλο το λιανό, κρύβοντάς το ανάμεσα στο φιλιατρό και στην απαλάμη μου·
10. και έστεκα και εθεωρούσα τα τέσσερα δάχτυλα για πολληώρα, και αιστάνθηκα μεγάλη λαχτάρα, γιατί είδα πως ήμουνα στενεμένος να λιγοστέψω, και κοντά στο λιανό μου δάχτυλο έβαλα το σιμοτινό του στην ίδια θέση.
11. Εμνέσκανε το λοιπόν αποκάτου από τα μάτια μου τα τρία δάχτυλα μοναχά, και τα εχτυπούσα ανήσυχα απάνου στο φιλιατρό, για να βοηθήσω το νου μου να εύρει κάνε τρεις δίκαιους.
12. Αλλά επειδή αρχινήσανε τα σωθικά μου να τρέμουνε σαν τη θάλασσα που δεν ησυχάζει ποτέ,
13. ασήκωσα τα τρία μου έρμα, και έκαμα το σταυρό μου.
14. Έπειτα, θέλοντας να αριθμήσω τους άδικους, έχωσα το ένα χέρι μες στην τζέπη του ράσου μου, και το άλλο ανάμεσα στο ζωνάρι μου, γιατί εκατάλαβα, αλίμονον!, πως τα δάχτυλα δεν εχρειαζόντανε ολότελα.
15. Και [ο] νους μου εζαλίστηκε από το μεγάλον αριθμό· όμως με παρηγορούσε το να βλέπω πως καθένας κάτι καλό είχε απάνου του.
16. Και μου ήρθε στο νου μου περσότερο από όλους αυτούς η Γυναίκα της Ζάκυθος, η οποία πολεμάει να βλάφτει τους άλλους με τη γλώσσα και με τα έργατα·
17. και γυρεύοντας να ιδώ εάν μέσα σε αυτή την ψυχή, εις την οποίαν αναβράζει η κακία του Σατανά, αν έπεσε ποτέ η απεθύμια του παραμικρού καλού,
18. έπειτα που εστάθηκα να συλλογιστώ καλά, ύψωσα το κεφάλι μου και τα χέρια μου στον ουρανό και εφώναξα: Θε' μου, καταλαβαίνω πως γυρεύω ένα κλωνί αλάτι μες στο θερμό.
19. Και είδα πως ελάμπανε αποπάνου μου όλα τ' άστρα, και εξάνοιξα την Αλετροπόδα οπού με ευφραίνει πολύ.
20. Και εβιάστηκα να κινήσω για το ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου γιατί είδα πως εχασομέρησα. Και ήθελα να φθάσω για να περιγράψω τη Γυναίκα της Ζάκυθος.
21. Και ιδού καμία δωδεκαρία ψωρόσκυλα που ηθέλανε να μου εμποδίσουνε το δρόμο.
22. Και μη θέλοντας εγώ να τα κλωτζοβολήσω, για να μην εγγίξω την ψώρα και τα αίματα πού 'χανε, εστοχαστήκανε πως τα σκιάζουμαι,
23. και ήρθανε βαβίζοντας σιμότερά μου· όμως εγώ εκαμώθηκα πως σκύφτω να πάρω πέτρα
24. και έφυγαν όλα και εξεθύμαιναν τα κακορίζικα ψωριασμένα τη λύσσα τους, το ένα δαγκώνοντας το άλλο.
25. Αλλά ένας οπού εδιαφέντευε κάποια από τα ψωρόσκυλα, επήρε και αυτός μία πέτρα
26. και βάνοντας ο άθεος για σημάδι το κεφάλι εμέ του Διονύσιου του Ιερομόναχου, δεν το πίτυχε· γιατί από τη βία τη μεγάλη με την οποίαν ετίναξε την πέτρα, εστραβοπάτησε, και έπεσε.
27. Έτζι εγώ έφθασα στο κελί του Αγίου Λύπιου παρηγορημένος από τες μυρωδίες του κάμπου, από τα γλυκότρεχα νερά, και από τον αστρόβολον ουρανό, ο οποίος εφαινότουνα αποπάνου από το κεφάλι μου μία Ανάσταση.


ΚΕΦ. 2
1. Το λοιπόν, το κορμί της γυναικός, ήτανε μικρό και παρμένο.
2. Και το στήθος σκεδόν πάντα σημαδεμένο από τες αβδέλες που έβανε για να ρουφήξουν το τηχτικό, και αποκάτου εκρεμόντανε δυο βυζιά ωσάν καπνοσακούλες.
3. Και αυτό το μικρό κορμί επερπατούσε γοργότατα, και οι αρμοί της εφαινόντανε ξεκλείδωτοι.
4. Είχε το μούτρο της τη μορφή του καλαποδιού, και έβλεπες ένα μεγάλο μάκρο, αν εκοίταζες από την άκρη του πηγουνιού ώς την άκρη του κεφαλιού,
5. εις την οποία ήτανε μία πλεξίδα στρογγυλοδεμένη, και αποπάνου ένα χτένι θεόρατο.
6. Και όποιος ήθελε σιμώσει την πιθαμή για να μετρήσει τη γυναίκα, ήθελ' έβρει το τέταρτο του κορμιού στο κεφάλι.
7. Και το μάγουλό της εξερνούσε πάντα σάγριο, πότε ζωντανό και πότε πονιδιασμένο και μαραμένο.
8. Και άνοιγε κάθε λίγο ένα μεγάλο στόμα για ν' αναγελάσει τους άλλους, και έδειχνε τα κάτου δόντια τα μπροστινά μικρά και σάπια που εσμίγανε με τα απάνου πού 'τανε λευκότατα και μακρία.
9. Και μ' όλον πού 'τανε νια, οι μηλίγγοι και το μέτωπο, και τα φρύδια, και η κατεβασία της μύτης γεροντίστικα.
10. Πάντα γεροντίστικα, όμως ξεχωριστά όταν ακουμπούσε το κεφάλι της εις το γρόθο το δεξί μελετώντας την πονηρία.
11. Και αυτή η θωριά η γεροντίστικη ήτανε ζωντανεμένη από δυο μάτια λαμπρά και ολόμαυρα, και το ένα ήτανε ολίγο αλληθώρικο.
12. Και εστριφογυρίζανε εδώ και εκεί γυρεύοντας το κακό, και το βρίσκανε και όπου δεν ήτουν.
13. Και μες στα μάτια της άστραφτε ένα κάποιον τι που σ' έκανε να στοχαστείς, ότι η τρελάδα ή είναι λίγο που την άφησε ή κοντεύει να την τρικυμίσει.
14. Και τούτη ήταν η κατοικιά της ψυχής της της πονηρής και της αμαρτωλής.
15. Και εφανέρωνε την πονηρία και μιλώντας και σιωπώντας.
16. Και όταν εμιλούσε κρυφά για να βλάψει τη φήμη του ανθρώπου, έμοιαζε η φωνή της με το ψιθύρισμα του ψαθιού πατημένο από το πόδι του κλέφτη.
18. Και όταν εμίλειε δυνατά εφαινότουνα η φωνή της, εκείνη οπού κάνουν οι άνθρωποι για να αναγελάσουν τους άλλους.
19. Και μ' όλον τούτο, όταν ήτουν μοναχή επήγαινε στον καθρέφτη και κοιτώντας εγέλουνε και έκλαιε.
20. Και εθάρρειε πως είναι η ωραιότερη απ' όσες είναι στα Εφτάνησα.
21. Και ήταν για να χωρίζει ανδρόγενα και αδέλφια, επιδέξια σαν το Χάρο.
22. Και όταν έβλεπε στον ύπνο της το ωραίο κορμί της αδελφής της, εξύπναε τρομασμένη.
23. Ο φθόνος, το μίσος, η υποψία, η ψευτιά, της ετραβούσανε πάντα τα σωθικά,
24. σαν τα βρωμόπαιδα της γειτονιάς, τα βλέπεις ξεντερολοϊσμένα και λερωμένα, να σημαίνουν τα σήμαντρα του πανηγυριού, και βουρλίζουν τον κόσμο.

Εδώ σταματάει, κάπως απότομα, το δεύτερο κεφάλαιο, αφήνοντας έξι σελίδες άγραφες.
Το επόμενο κεφάλαιο, ο Σολωμός το είχε αριθμήσει ― συμβατικά, λέει ο Πολίτης ― πρώτα 18ο και αργότερα 20ό. Ένα είναι βέβαιο: αρχικά, το κεφάλαιο που θα διαβάσουμε τώρα, περιλάμβανε 50 παραγράφους, τις οποίες κατόπι ο Σολωμός υποδιαίρεσε σε 11 + 38 παραγράφους, δημιουργώντας έτσι δύο ανισομεγέθη κεφάλαια.


ΚΕΦ. [3]
1. Και εσυνέβηκε αυτές τες ημέρες, οπού οι Τούρκοι επολιορκούσαν το Μισολόγγι, και σκεδόν ολημέρα και συχνά και τη νύχτα έτρεμε η Ζάκυθο από το κανόνισμα το πολύ·
2. και πολλές γυναίκες Μισολογγίτισες επερπατούσαν τριγύρω γυρεύοντας για τους άνδρες τους, για τα παιδιά τους, για τ' αδέλφια τους, που επολεμούσανε.
3. Στην αρχή εντρεπόντανε νά 'βγουνε και επροσμένανε να βραδιάσει για ν' απλώσουν το χέρι, επειδή δεν ήτανε μαθημένες.
4. Και είχανε δούλους και γίδια, και πρόβατα και βόιδια πολλά.
5. Ακολούθως εβιαζόντανε και εσυχνοτηράζανε από το παρεθύρι τον ήλιο πότε να βασιλέψει για νά 'βγουνε.
6. Αλλά όταν επερισσέψανε οι χρείες, εχάσανε την ντροπή, ετρέχανε ολημερνίς.
7. Και όταν εκουραζόντανε, εκαθόντανε στ' ακρογιάλι, και συχνά ασηκώνανε το κεφάλι ν' ακούσουνε, γιατί εφοβόντανε μη πέσει το Μισολόγγι.
8. Και τες έβλεπε ο κόσμος να τρέχουνε τα τρίστρατα, τα σταυροδρόμια, τα σπίτια, τα ανώγεια και τα χαμώγεια, τες εκκλησίες, τα ξωκλήσια, γυρεύοντας.
9. Και ελαβαίνανε χρήματα, πανιά για τους λαβωμένους,
10. και δεν τους έλεγε κανένας το όχι, γιατί οι ρώτησες των γυναικών ήτανε τες περσότερες φορές συντροφευμένες από τες κανονιές του Μισολογγιού, και η γη έτρεμε αποκάτου από τα πόδια μας.
11. Και οι πλέον πάνφτωχοι εβγάνανε το οβολάκι τους και το δίνανε και εκάνανε το σταυρό τους κοιτάζοντας κατά το Μισολόγγι και κλαίοντας.


ΚΕΦ. [4]
1. Ωστόσο η Γυναίκα της Ζάκυθος είχε στα γόνατα τη θεγατέρα της και επολέμαε να την καλοπιάσει, γιατί ήθελε νά μπει εκεί πού 'τανε το κρεβάτι, και η Γυναίκα δεν ήθελε.
2. Έβαλε, το λοιπόν, το ζουρλάδι τα μαλλιά της αποπίσω από τ' αυτιά, γιατί η ανησυχία τής τά 'χε πετάξει, και έλεγε φιλώντας τα μάτια της θυγατρός της:
3. «Μάτια μου, ψυχή μου, να γένεις καλή, να παντρευτείς, και να βγαίνουμε και να μπαίνουμε, και να διαβάζουμε τη Θεία Γραφή και τη Χαλιμά».
4. Και αφού την εχάιδεψε, και της φίλησε τα μάτια και τα χείλα, την άφησε απάνου στην καθίκλα λέοντάς της: «Να και ένα καθρεφτάκι, και κοιτάξου που εισ' όμορφη και μου μοιάζεις».
5. Και η κόρη, που δεν ήτανε μαθημένη με τα καλά, ησύχασε, και από τη χαρά της εδάκρυσε.
6. Και η Γυναίκα εκίνησε για να πάει εκεί που είναι το κρεβάτι, αλλά άκουσε μεγάλη ταραχή ποδιών, οπού πάντοτες αύξαινε.
7. Και εσταμάτησε κοιτάζοντας κατά την θύρα και φουσκώνοντας τα ρουθούνια της.
8. Και ιδού παρεσιάζονται ομπρός της οι γυναίκες του Μισολογγιού· εβάλανε το δεξί τους στα στήθια και επροσκυνήσανε· και εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες.
9. «Και έτζι δα, πώς την κάνουμε; Θα παίξουμε; Τι ορίζετε, κυράδες; Εκάμετε ανεβαίνοντας τόση ταραχή με τα συρτοπάπουτζα, που λογιάζω πως ήρθετε να μου δώσετε πρoσταγές».
10. Και όλες εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες· αλλά μία είπε: «Αμ' έχεις δίκιο, είσαι στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου, και εμείς είμαστε ξένες και όλο σπρώξιμο θέλουμε».
11. Και ετότες η Γυναίκα της Ζάκυθος αποκρίθηκε: «Κυρά πολύξερη, όλα τα χάσετε, αλλά από εκείνο που ακούω η γλώσσα σάς έμεινε.
12. »Είμαι στην πατρίδα μου και στο σπίτι μου; Και η αφεντία σου, δεν ήσουνα στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου;
13. »Και τι σας έλειπε, και τι κακό είδετε από τον Τούρκο;
14. »Δε σας άφηνε φαϊτά, δούλους, περιβόλια; και, δόξα σοι ο Θεός, είχετε περσότερα από εκείνα που έχω εγώ.
15. »Σας είπα εγώ ίσως, να χτυπήστε τον Τούρκο, που ερχόστενε τώρα σε με να μου γυρέψετε και να με βρίσετε;
16. »Ναίσκε! Εβγήκετε όξω να κάμετε παλικαρίες, και κάτι εκάμετε στην αρχή, γιατί επήρετε την Τουρκιά ξάφνου.
17. »Και ποιος εμπόρειε ποτέ του να υποφτεφτεί τέτοια προδοσία; Το θέλει ο Θεός; Δεν ανακατωνόστενε με δαύτον μέρα και νύχτα;
18. »Τόσο κάνει κ' εγώ να τρέξω μες στο ξημέρωμα με το μαχαίρι στο λαιμό του αντρός μου (που να τόνε πάρει ο διάολος).
19. »Και τώρα που βλέπετε πως πάνε τα πράματά σας κατά, θέλτε να πέσει το βάρος απάνου μου.
20. »Καλή, μα το ναι! Αύριο πέφτει το Μισολόγγι, βάνουνε σε τάξη την Ελλάδα τη ζουρλή οι βασιλιάδες, εις τους οποίους έχω όλες μου τες ελπίδες.
21. »Και όσοι μένουνε από τον ξελοθρεμό, έρχονται στη Ζάκυθο να τους θρέψουμε, και με την κοιλιά γιομάτη μας βρίζουνε».
22. Λέοντας, εσώπησε ολίγο, κοιτάζοντας μες στα μάτια τες γυναίκες του Μισολογγιού.
23. «Και έτζι ξέρω και μιλώ και εγώ, ναι ή όχι; Και τώρα δα, τι ακαρτερείτε; Εβρήκετε ίσως ευχαρίστηση να με ακούτε να μιλώ;
24. »Εσείς δεν έχετε άλλη δουλειά πάρα να ψωμoζητάτε· και, να πούμε την αλήθεια, στοχάζουμαι πως θε νά 'ναι μία θαράπαψη, για όποιον δεν ντρέπεται.
25. »Αλλά εγώ έχω δουλειά. Ακούστε; Έχω δουλειά».
26. Και φωνάζοντας τέτοια, δεν ήτανε πλέον το τριπίθαμο μπουρίκι, αλλά εφάνηκε σωστή.
27. Γιατί ασηκώθηκε με μεγάλο θυμό στην άκρη των ποδιών, και μόλις άγγισε το πάτωμα· και εγρύλωσε τα μάτια, και το άβλαφτο μάτι εφάνηκε αλληθώρικο, και το αλληθώρικό 'σιαξε.
28. Και όποιος την έβλεπε να ξανάρθει στην πρώτη της μορφή, έλεγε: Ο διάβολος ίσως την είχε αδράξει, αλλά εμετάνωσε και την άφησε, για το μίσος που έχει του κόσμoυ.
29. Και η θυγατέρα της κοιτάζοντάς την εφώναξε· και οι δούλοι εξαστοχήσαν την πείνα τους, και οι γυναίκες του Μισολογγιού εκατέβηκαν χώρις να κάμουνε ταραχή.
30. Ετότες, η Γυναίκα της Ζάκυθος, βάνοντας την απαλάμη απάνου στην καρδιά της, και αναστενάζοντας δυνατά, είπε:
31. «Θε' μου, πώς μου χτυπάει η καρδιά, που μου έπλασες τόσο καλή!
32. »Με συγχύσανε αυτές οι πόρνες! Όλες οι γυναίκες του κόσμου είναι πόρνες·
33. »αλλά εσύ, κόρη μου, δεν θε νά 'σαι πόρνη σαν την αδελφή μου και σαν τες άλλες γυναίκες του τόπου μoυ.
34. »Κάλλιο θάνατος! Και εσύ, μάτια μου, εσκιάχτηκες; έλα, στάσου ήσυχη, γιατί αν αναδευτείς από αυτή την καθίκλα, κράζω ευτύς οπίσω εκείνες τες στρίγγλες και σε τρώνε».
35. Και οι δούλοι είχαν πάγει στο μαγερίο, χωρίς να καρτερέσουν την προσταγή της Γυναικός, και εκεί άρχισαν να μιλούν για την πείνα τους.
36. Και η γυναίκα ετότες εμπήκε εκεί όπου ήτανε το κρεβάτι.
37. Και σε λίγο άκουσα το κρεβάτι να τρίξει πολύ· και ανάμεσα στο τρίξιμο εβγαίνανε λαχανιάσματα και γογγυσμοί,
38. καθώς κάνουν οι βαστάζοι, όταν οι κακορίζικοι έχουν βάρος εις την πλάτη τους ανυπόφορτο.
39. Και έφυγα από την πέτρα του σκανδάλου, εγώ Διονύσιος Ιερομόναχος, και ότι έβγαινα από τη θύρα του σπιτιού απάντηξα τον άνδρα της Γυναικός, οπού ανέβαινε.

Εδώ ο Σολωμός είχε αφήσει άγραφες δύο σελίδες.
Το επόμενο κεφάλαιο φαίνεται να τον βασάνισε περισσότερο από κάθε άλλο στην πρώτη μορφή. Ουσιαστικά, καθαρογραμμένες είναι μονάχα οι 4 πρώτες παράγραφοι -το υπόλοιπο κείμενο φαίνεται να ανήκει σε λίγο υστερότερη επεξεργασία, η οποία ωστόσο κατέληξε εν μέρει σε μια χωριστή καθαρογραμμένη σελίδα. Η δυσκολία προφανώς οφειλόταν κυρίως στον συμβατικά υπερφυσικό χαρακτήρα αυτού του κεφαλαίου, και πιθανώς στην επιθυμία του Σολωμού να σώσει κάτι από το πρώτο σχεδίασμα των «Ελεύθερων Πολιορκισμένων».


KEΦ. [5]
1. Και ακλούθησα τες γυναίκες του Μισολογγιού, οι οποίες εστρωθήκανε στ' ακρογιάλι, και εγώ ήμουνα αποπίσω από μία φράχτη και εκοίταζα.
2. Και κάθε μία έβαλε το χέρι και έβγαλε ό,τι και αν εμάζωξε, και εκάμανε ένα σωρό.
3. Και μία απ' αυτές, απλώνοντας το χέρι, και ψηλαφίζοντας το γιαλό: «Αδελφάδες», εφώναξε,
4. »ακούτε, αν έκαμε ποτέ τέτοιο σεισμό σαν και τώρα το Μισολόγγι: ίσως νικάει, ίσως πέφτει».
...........................................................................................................................................
Και εκίνησα για να φύγω και είδα αποπίσω από την εκκλησία (ιδές πώς τη λένε) μία γριούλα όπου είχε στήσει ανάμεσα στα χόρτα μικρά κεράκια, και έκαιε λιβάνι, και τα κεράκια στην πρασινάδα ελάμπανε και το λιβάνι ανέβαινε ― και ασήκωνε τα ξερόχερα παίρνοντας από το λιβάνι, και κλαίοντας και αναδεύοντας το ξεδοντιασμένο στόμα επαρακάλειε. Και εγώ
...........................................................................................................................................
Ετότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου, και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω. Και ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο στο νερό που αναβράζει. Ετότες εκατάλαβα πως εκείνο ήτανε το Μισολόγγι. Αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό. Πολιορκισμένους και πολιορκούμενους [sic] και όλα τα έργα τους και όλα τα πάντα, τα εκατασκέπαζε μαυρίλα και πίσσα γιομάτη λάμψη, βροντή, και αστροπελέκι. Και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάμω δέηση. Και ιδού μες στην καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα, όπου η σπίθα έγγιζε και εσβενότουνα. Και με φωνή που εφαινότουνα πως νικάει την ταραχή του πολέμου, άρχισε:

Το χάραμα επήρα
του ήλιου το δρόμο
κρεμώντας τη λύρα
τη δίκαιη στον ώμο.
Κι απ' όπου χαράζει
ώς όπου βυθά κ.τ.λ.
...........................................................................................................................................
Και ότι είχε αποτελειωμένα τα λόγια της η θεά, οι δικοί μας εκάνανε φοβερές φωνές για τη νίκη που εκάνανε. Και οι δικοί μας και όλα μού εγίναν άφαντα, και τα σωθικά μου πάλι φοβερά εταραχτήκανε, και μου φάνηκε πως εκουφάθηκα και εστραβώθηκα ― Και σε λίγο είδα ομπρός μου τη γριούλα, και τα κεράκια ήταν λιωμένα και εμείνανε τα στερνά λιώματα στα χορτάρια, και το λιβάνι τελειωμένο. Και η γριούλα οπού μου έλεγε: «Δόξα σοι ο Θεός, ιερομόναχε, έλεα πως κάτι σού 'ρθε. Σέ 'κραζα, σε κούνεια, και δεν άκουγες τίποτες, και τα μάτια σου εσταμάτηζαν στον αέρα, ενώ τώρα στα στερνά η γης εσκιρτούσε σαν το χόχλο στο νερό που αναβράζει ― τώρα ότι έπαψε, που ετελειώσανε τα κεράκια και το λιβάνι. Λες οι δικοί μας να εκερδέσανε;». Και εκίνησα με το Χάρο μες στην καρδιά μου να φύγω. Και η γριούλα, έπειτα που [μου] φίλησε το χέρι, κάνοντας μία μετάνοια, είπε: «Και τι παγωμένο πού 'ναι το χέρι σου».


ΚΕΦ. [6]
1. Και εκοίταξα τριγύρου, και δεν έβλεπα τίποτες, και είπα:
2. Ο Κύριος δεν θέλει να ιδώ άλλο, και γυρίζοντας το πρόσωπο όπου ήταν οι πλάτες μου εκίνησα για να πάω στον Άι Λύπιο.
3. Αλλά άκουσα να τρέμει η γη αποκάτου από τα πόδια μου, και πλήθος αστραπές εγιόμοζαν τον αέρα, πάντα αυξαίνοντας τη γοργότητα και τη λάμψη,
4. τόσο που έσπρωξα ομπρός τα χέρια μου καθώς κάνει ο άνθρωπος οπού δεν έχει το φως του.
5. Και εβρέθηκα οπίσω από ένα καθρέφτη, ανάμεσα σ' αυτόνε και στον τοίχο· και ο καθρέφτης είχε τον ψήλο της κάμερας.
6. Και μία φωνή δυνατή και ογλήγορη μου εβάρεσε στο δεξί μου αυτί, λέγοντας:
7. «Ω Διονύσιε lερομόναχε, τα μέλλοντα θε να γίνει τώρα για σε παρόν· ακαρτέρει και βλέπεις εκδίκησην του Θεού».
8. Και μία άλλη φωνή, ομοίως λεπτή, μου εμουρμούρισε στο ζερβί μου αυτί τα ίδια λόγια, τραυλίζοντας.
9. Και αυτήν [η] δεύτερη φωνή ήτανε ενού γέρου που εγνώρισα, όμως εθαύμαξα γιατί ήταν η πρώτη φορά που άκουα την ψυχή του ανθρώπου να τραυλίζει.
10. Και εκοίταξα ανάερα για να ξανοίξω πούθεν εβγαίνανε αυτές οι φωνές, και δεν είδα παρά τους δυο χοντρούς και μακριούς πέρονους που εβγαίνανε από τον τοίχο, στους οποίους ακουμπούσε ο καθρέφτης δεμένος από τη μέση.
11. Και μη ξανοίγοντας τίποτες, αναστέναξα βαθιά, και καθώς κάνει ο άνθρωπος οπού βρίσκεται γελασμένος, αγρίκησα μυρωδιά από λείψανο,
12. και εβγήκα απόκει, και εκοίταξα, τριγύρου και είδα:
13. Είδα αντίκρυ από τον καθρέφτη, στην άκρη της κάμερας, ένα κρεβάτι· και εφαινότουνα πως δεν ήτουνα μέσα τίποτες, και απάνου πολύ μύγα κουλουμωτή.
14. Και απάνου στο προσκέφαλο είδα σα μία κεφαλή ακίνητη e mince σαν εκείνες που κάνουνε στα χέρια τους και στα στήθια τους οι πελαγίσοι με το βελόνι.
15. Και είπα μέσα μου: ο Κύριος μού έστειλε ετούτη τη θέα, για σύμβολο σκοτεινό της θέλησής του.
16. Για τούτο εγώ, παρακαλώντας θερμά τον Κύριον να καταδεχτεί να με βοηθήσει για να καταλάβω αυτό το σύμβολο, εσίμωσα το κρεβάτι.
17. Και ανανοήθηκα πως κάτι αναδεύτηκε μες στα σεντόνια που ήτανε λερωμένα, ξεντερολοϊσμένα και αιματωμένα.
18. Και κοιτάζοντας καλύτερα στην εικόνα του προσκέφαλου, εταραχτήκανε τα σωθικά μου, γιατί από ένα κίνημα που έκαμε με το στόμα εγνώρισα τη Γυναίκα της Ζάκυθος που εκοιμότουνα σκεπασμένη από το σεντόνι ώς το λαιμό, όλη φθαρμένη από το τηχτικό.


ΚΕΦ. [7]
1. Αλλά εκαλοκοίταξα εκείνον τον ύπνο, και εκατάλαβα που ήθελε βαστάξει λίγο, για να δώσει τόπο του αλλουνού, πού 'ναι χώρις ονείρατα.
2. Και επειδή εκεί μέσα δεν ήτανε ούτε φίλος, ούτε δικός, ούτε γιατρός, ούτε πνεματικός, εγώ, Διονύσιος Ιερομόναχος, έσκυψα, και με τα καλά τής έλεγα να ξαγορευτεί.
3. Και αυτή εμισάνοιξε το στόμα της και έδειξε τα δόντια της, ακλουθώντας να κοιμάται.
4. Και ιδού η πρώτη φωνή, η αγνώριστη, που μού 'πε στο δεξί αυτί: «Η δύστυχη θρέφει πάντα στο νου της φούρκες, φυλακές, και Τούρκους που νικάνε και Γραικούς οπού σφάζονται.
5. »Τούτη τη στιγμή ένα βλέπει στον ύπνο της, το πράγμα που πάντοτες απεθύμουνε: ήγουν την αδελφή της που διακονεύει και για τούτο την είδες τώρα που εχαμογέλασε».
6. Και η δεύτερη φωνή, που εγνώριζα, εξαναείπε τα ίδια λόγια τραυλίζοντας, και κάνοντας ένα σωρό όρκους καθώς εσυνηθούσε:
7. «Αλήθεια μα-μα-μαααα την Παναγία, α-α-α-αλήθεια μ-μ-μ-μα τον Άι Νικόλα, αλ-λ-λ-λήθεια, μααααα τον Άι Σπυρίδωνα, αλήθεια μα τ' αγνάχραρα-χραχρα-γράχναντα μυστήρια του Θεού».
8. Ξάφνου η Γυναίκα έβγαλε το χέρι από το σεντόνι και εχτύπησε, και οι μύγες ασηκωθήκανε.
9. Και ανάμεσα στη βουή οπού εκάνανε, άκουσα τη φωνή της Γυναικός, οπού εφώναζε: «Όξω, πόρνη, από 'δω· δε σου δίνω μήτε ένα ψίχαλο!»
10. Και ετίναξε το χέρι όξω από το κρεβάτι σα για να διώξει μακρία την αδελφή της που της φαινότουνα πως ήλθε να διακονέψει.
11. Και εξεσκεπάστηκε σκεδόν όλη, και εφάνηκε ένα ψοφογάτζουλο που ήτανε σκεπασμένο από την κροπιά, και έρχεται ένας ανεμοστρούφουλας, και το ξεσκεπάζει.
12. Αλλά σπρώχνοντας το χέρι της όξω από το κρεβάτι για να διώξει την αδελφή της, εχτύπησε σε μια κάσα πεθαμένου, που εβρέθηκε εκεί ξάφνου, και εκόπηκε το όνειρο της αμαρτωλής.
13. Και άνοιξε τα μάτια της· και βλέποντας την κάσα ανατρίχιασε, γιατί εσκιάχτηκε μη τη βάλανε εκεί στοχάζοντάς τηνε πεθαμένη.
14. Και ετοιμαζότουνα να φωνάξει δυνατά για να δείξει πως δεν επέθανε, αλλά ιδού προβαίνει από την κάσα μια κεφαλή γυναίκεια φθαρμένη και αυτή από το τηχτικό, που αγκαλά και πλέον ηλικιωμένη, πολύ της έμοιαζε.
15. Τραβιέται, πηδάει στη ζερβιά του κρεβατιού, αλλά εχτύπησε τη μούρη της σε μίαν άλλη κάσα και όξω από αυτή ένα κεφάλι γέρου, και ήτανε ο γέρος που εγνώριζα.
16. Και έτζι εγνώρισα ότι έμελλε της Γυναικός βρεθεί, πριν ξεψυχήσει, ανάμεσα στον πατέρα της και στη μάνα της.
17. Και έφριξα και έστριψα στην αντίκρυ μερία το πρόσωπό μου, και εξανάσανε το μάτι μου στον καθρέφτη, ο οποίος δεν έδειχνε παρά τη Γυναίκα μοναχή.
18. Γιατί τα σώματα των άλλων δυο ησυχάσανε στο μνήμα τους, από τα οποία θα πεταχτούν όταν βαρέσει η Σάλπιγγα.
19. Μαζί μ' εμέ το Διονύσιο τον Ιερομόναχο, μαζί με τη Γυναίκα της Ζάκυθος, μαζί με όλα τα τέκνα του Αδάμ στη μεγάλη κοιλάδα του Ιωσαφάθ.
20. Και άρχισα να συλλογιστώ απάνου στη δικαιοσύνη του Θεού, που θε νά 'ναι αυτή την ημέρα φανούσιμη· και το μάτι (προσηλωμένο στον καθρέφτη) εσυγχίστηκε από το λογισμό.
21. Αλλά ακολούθως ο λογισμός εσυγχίστηκε από το μάτι.
22. Επειδή, στριφογυρίζοντας εγώ έπειτα τα μάτια εδώ και εκεί, καθώς κάνει ο άνθρωπος που συλλογίζεται πράμα δύσκολο που πολεμάει να καταλάβει,
23. είδα από την κλειδωνότρουπα, που κάτι εμπόδιζε το φως· και εβάστουνε πολληώρα και έπειτα εξαναφαινότουνα,
24. και ακουότουνα ακολούθως ένα μουρμουρητό στην άλλη κάμερα· και δεν εκαταλάβαινα τίποτες· και εξανακοίταξα στο μέρος della νisiοne.
25. Και ήτανε μεγάλη σιωπή, και δεν άκουες να βουίζει μήτε μια μύγα από τόσο πλήθος· γιατί ήτανε όλες μαζωμένες εις τον καθρέφτη,
26. ο οποίος εις πολλά μέρη επαράσταινε το χρώμα del νelο που το βάνουνε όταν λείπει για πάντα κανένας από τη φαμελιά.

Εδώ ακολουθεί άλλο ένα προβληματικό κεφάλαιο. Αρχικά ο Σολωμός είχε καθαρογράψει μονάχα τις δύο πρώτες παραγράφους και είχε αφήσει κενή την υπόλοιπη σελίδα ― ωστόσο, στην επόμενη σελίδα συνεχίζει, μάλλον χωρίς ουσιώδες χάσμα με τα προηγούμενα, αλλά χωρίς να αριθμεί τις παραγράφους. Οπωσδήποτε, τούτο είναι το πιο σύντομο από όλα τα κεφαλαία της πρώτης μoρφής.


ΚEΦ. [8]
1. Αλλά η μάνα της, χωρίς να κοιτάξει κατά την θύρα, χωρίς να κοιτάξει τη θεγατέρα της, χωρίς να κοιτάξει κανέναν, αρχίνησε:
2. «Ετούτη τη στιγμή το μάτι και το αυτί του παιδιού σου σε παραμονεύει από την κλειδωνότρουπα, και σε απομακραίνει γιατί σκιάζεται το κακό σου· και έτζι έκαμε[ς] και εσύ μ' εμέ.
...........................................................................................................................................
[3] «Για τούτο σόδωσα την κατάρα μου εις την πίκρα της ψυχής μου, όταν ασήμαιναν όλες οι εκκλησίες την ημέρα του Πάσχα,
[4] »σ' την ξανάδωσα μία ώρα πριν ξεψυχήσω, και τώρα σ' την ξαναδίνω, κακό και ανάποδο θηλυκό,
[5] »και η τρίδιπλη κατάρα θέλει είναι αληθινή και ενεργητική στο κορμί σου και στην ψυχή σου, καθώς είναι αληθινά και ενεργητικά στον φαινούμενο και στον αόρατο κόσμο τα τρία προσώπατα της Αγίας Τριάδας».
[6] Έτζι λέοντας έβγαλε ένα ζωνάρι που ήτανε του ανδρός της, το χουχούλισε τρεις φορές και το πέταξε μες στα μούτρα της.
[7] Ετότε ο γέρος ανακατώθηκε μες στην κάσα του, ασήκωσε το δάχτυλο κατά τη θεγατέρα του και ετραύλισε την κατάρα του.

«Kεφάλαιον ύστερον» ονόμασε εξαρχής ο Σολωμός το τελευταίο κεφάλαιο που θα διαβάσουμε εδώ. Αργότερα πρόσθεσε άλλο ένα «Kεφάλαιον ύστερον» και ακόμη αργότερα σχεδίασε ένα περαιτέρω «capitοΙο uItimο». Όμως για μας, τώρα, «Η Γυναίκα της Ζάκυθος» τελειώνει ως εξής:


Kεφάλαιον ύστερον
1. Και ο πατέρας και η μάνα αναληφτήκανε. Και η Γυναίκα, μονάχα ετότες άκουσε δύναμη να μπορέσει να πεταχτεί,
2. και εχύθηκε πηδώντας ψηλά, σαν τ' άστρο το καλοκαίρι, που στον αέρα χύνεται δέκα οργιές άστρο.
3. Και εβρέθηκε στον καθρέφτη, στον οποίον εχτύπησε, και οι μύγες εφύγανε, και εβουίζανε στο πρόσωπό της.
4. Και αυτή, λογιάζοντας πως ήταν οι γονέοι της, που την αδράχνανε από το μούτρο, έτρεχε εδώ και εκεί
5. ανοιγοκλειώντας τη φούχτα κάτι νά 'βρει για διαφέντεψη, και ήβρηκε το ζωνάρι, και με κείνο άρχισε να χτυπάει,
6. και όσο εχτυπούσε, τόσο οι μύγες εβουίζανε, και τόσο αυτή εκατατρόμαζε, όσο που τέλος πάντων έχασε το νου της ολότελα.
7. Και τρέχοντας με το κοντό πουκάμισο, που είχε κάμει κοντό από τη φιλαργυρία της, έπαιξε το μάτι της στον καθρέφτη
8. και εσταμάτηξε, και δεν εγνώρισε τον εαυτό της, και άπλωσε το δάχτυλό της και αναγέλασε.
9. «Ω κορμί! Ω κορμί! Τι πουκάμισο; Ε! Καταλαβαίνω εγώ· και ποιος πονηρός μπορεί να μου κρύψει την πονηρία του; Εκείνο το πουκάμισο με κάνει να καταλάβω πως καμώνεται τρέλα για να 'ν' έτοιμο να κριματίσει.
10. »Αλλά ποιος νά 'ναι; Μα την αλήθεια, που της μοιάζει ολίγο: αα! εισ' εσύ, μπομπόκορμο, βρωμοπόρνη, μυγόχεσμα του σπιταλιού, τζίμπλα της γουρούνας, γαϊδούρα, κροπολόγα, σκατή!
11. »Να τέλος πάντων ό,τι σου επροφήτεψα· και οι χίλιοί σου ηγαπημένοι; Δεν σ' έμεινε μήτε δισκάρι να διακονεύεις με δαύτο.
12. »Είσαι στα χέρια μου· τι θέλεις να σου κάμω, ψυχικό; Τώρα σ' το κάνω. Να ιδώ α' σου μείνει φωνή να πεις πως είμαι μουρλή».
13. Έτζι λέοντας, έκαμε ένα γύρο και εβάλθηκε με μεγάλη λύσσα να χορεύει, και το πουκάμισο εβρισκότουνα στο πρόσωπό της.
14. Και στη ζέστα του χορού έκανε με το ζωνάρι μια θηλιά και ο χορός εβάσταξε όσο να κάμει τη θηλιά.
15. Και αφού την ετέλειωσε, είπε: «Ακλούθα με αποπίσω από τον καθρέφτη, να σου κάμω το ψυχικό.
16. »Γιατί έρχεται κάπου-κάπου ο γάιδαρος ο γιατρός, οπού θα σ' έχει και εκείνος, και του σκαρφίστηκε πως είμαι άρρωστη».
17. Και επήγε οπίσω από τον καθρέφτη, και την άκουα να κάνει μεγάλη ταραχή.
18. Και η ταραχή έπαψε και έκαμε ένα γέλιο μεγάλο που αντιβούισε η κάμερα, και με φωνή πνιμένη από την ευχαρίστηση είπε: «Να, μάτια μου, το ψυχικό».
19. Τότε έπεσα με τα γόνατα χάμου να κάμω δέηση για να την κάμει ο Κύριος να μην είναι έξω φρενών κάνε για το λίγο ακόμη πόχει να ζήσει.
20. Και τελειωμένη η δέηση, εκοίταξα χάμου οπίσω από τον καθρέφτη στοχάζοντάς τηνε λιγωμένη. Και δεν ήτον εκεί.
21. Και αιστάνθηκα το αίμα μου να τραβηχτεί από τα μάγουλά μου,
22. και έπεσε το κεφάλι απάνου στα στήθια μου, και είπα μέσα μου:
23. Ο Θεός ξέρει πού έφυγε η δύστυχη ενώ επαρακάλεια για αυτήν με τη θέρμη της ψυχής μου.
24. Και επέρασα πέρα, με το κεφάλι σκυφτό και στοχασμένο, να πάω να την εύρω.
25. Και άκουσα στο μέτωπο κάποιον τι που με χτύπησε,
26. και έπεσα ξαφνισμένος τ' ανάσκελα. Και είδα την Γυναίκα της Ζάκυθος που εκρεμότουνα και εκυμάτιζε.

(από το «H Γυναίκα της Zάκυθος. Mία νέα ανάγνωση της πρώτης μορφής παρουσιασμένη από τον Γ. Π. Σαββίδη», Περίπλους, Γ΄ 10, Άνοιξη-Kαλοκαίρι 1986)

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 14 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Παρ, 16 Νοέ 2007 09:55 πμ

ο κόσμος ψήφισε ποιους;

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Αντιγράφουμε από το Blog "O Καιρός" (o-kairos.blogspot.com) του "Καιρού" της τελευταίας σελίδας της "Ελευθεροτυπίας" Γιώργου Τετράδη:

 

"Οι δύο υποψήφιοι Γιώργος και Βενιζέλος έχουν κατηγορήσει ο ένας τον άλλον ως ανίκανο, όργανο συμφερόντων, όμηρο βαρόνων, υποκριτή, προσωπολάτρη.

Τα στελέχη του κόμματος, επίσης, έχουν κατηγορήσει αλλήλους για αδιαφάνεια, κακοδιαχείριση, διαφθορά, νεποτισμό, φοροδιαφυγή, ψέματα, υπονομεύσεις και υποκρισία.

Αν είναι αλήθεια, ο κόσμος ψήφισε ποιους;

Εάν δεν λένε αλήθεια, αλλά, απλώς σπιλώναν υπολήψεις, ο κόσμος ψήφισε ποιους;" 

 

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 13 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Κυρ, 11 Νοέ 2007 04:26 μμ

Μακαρόνια ψευτοραγού

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Κυριακή σήμερα. Μέρα ανάπαυσης και ψητού με πατάτες. Το "ψητό της Κυριακής" με τ' όνομα! Το πρωί εκκλησιασμός, συν γυναιξί και τέκνοις. Μετά η κυρά στο σπίτι με τα παιδιά κι εμείς οι άντρες στον καφενέ. Με τους παλιόφιλους και τους νεόφυλους. Με τα φιλαράκια και τα κλαράκια. Στη γνωστή γωνιά δίπλα στον πολλά βαρύ γλυκό, τον ναι και όχι, τον ναι μεν άλλά.

Μετά ένα ουζάκι να ανοίξει η όρεξη της ευαισθησίας. Αν ο κυρ Μήτσος, ο περιπτεράς, έχει κέφια μπορεί να παίξουμε και καμμιά πρέφα. Ε, κι αυτόν τον έφαγε η απομόνωση. Να μη ξεδόσει μέρα που είναι; Ψηφίζουμε σήμερα, εδώ στον καφενέ μας και για αρχηγό του Πασόκ... Να μην γιορτάσουμε την κομματική δημοκρατία μας; Όμορφα πράγματα, ευγενικά, ανιδιοτελή, ειρηνικά.

Η ώρα ήλθε: "Α, ρε, μπαγάσα Γιώργηηηη" λες, "γιατί μας άφησες και την κοπάνησεεες".

"Εδώ είμαι, στραβός είσαι;" ακούγεται μια φωνή από το βάθος, δίπλα από την πυρά της χόβολης.

"Έλα, ρε μαλάκα γύρισες; Μάθαμε πως έφυγες από το μάταιο τούτο κόσμο μας!".

"Τι λες , ρε μαλάκα," απαντά εκείνος, "αφήνεται έτσι ο καφενές, το στέκι μας, το αποκούμπι μας, μαλακίες λες, ρε μαλάκα; Και νεκρούς ανασταίνει το καφενεδάκι μας, το βλέπεις και μόνος σου".

Σηκώνεται να μ' αγκαλιάσει. Πρώτα έρχεται ο Μενούνος και μετά αυτός. Η τιμημένη παραδοσιακή κολώνια! Λεμόνι είναι, αυτό το αγνό ξυνό ελληνικό εσπεριδοειδές, που την Άνοιξη σε μεθά, το καλοκαίρι σε δροσίζει, τα άνθια του στολίζουν το στεφάνι μας και τις υπόλοιπες εποχές μεστώνει το λαδολέμονο στα ψητά μας. Που το μυρίζεις και συνέρχεσαι, μακάρι να είσαι και τέζα!
"Ρε μαλακα Γιώργη δεν είπες πως θα αυτοκτονήσεις; Κι εμένα που ερχόμουνα προετοιμασμένος να σε μοιρολογήσω δε με σκέφτηκες;. Που ήλθα να πω "τι είναι ο άνθρωπος", "δε βαριέσαι, ησύχασε ο δόλιος", "εδώ θα μείνουν όλα", "τα σάβανα δεν έχουν τσέπες", "αχ η κακία του κόσμου, που τους καλούς ανθρώπους τους ξωπετάει..." Και εσύ πας και μου το χαλάς; Ρε μαλάκα, έχουμε ένα λόγο. Άμα λέμε φεύγω, πάει τελείωσε, φεύγω. Ο λόγος μας είναι συμβόλαιο!".

"Ρε, ούστ από εκεί"! απαντά αυτός. "Πρόβα έκανα, να δω πως είναι η ζωή έξω από εδώ".

"Μα έχεις ξανακάνει Γιώργη μου!".

"Ναι, αλλά δε βλέπεις το χειροκρότημα της αρκούδας, που πέφτει κάθε φορά που κάνω;" μου αντιλέγει. "Σκέψου στην παράσταση τι χαμός έχει να γίνει! Έχω ρεύμα αγαπητέ μου! Και, σάμπως έχω και κάτι καλύτερο να κάνω εκεί έξω;"

Μεγάλη κουβέντα ξεστόμισε ο δικός σου. Τίμια, αντρίκια, λαικιά! Και με αυτές τις σκέψεις κίνησα να ξεσκίσω το "ψητό της Κυριακής".

Με το που μπήκα σπίτι όμως, άλλη μυρουδιά μου βάρεσε τα ρουθούνια. ΄Ηταν ραγού! Ακόμα καλύτερα! Το ελληνικό ραγού! Τιμημένο κι αυτό! Εφάμιλλο του ψητού!

Και τι δεν έχει να θυμηθεί κανείς πάνω από ένα ραγού. Πάλι Κυριακή. Κυριακή ελληνική! Κυριακή των μικροαστών! Τις έντονες, μα γεμάτες αγάπη, κουβέντες, που κάναμε με την αδελφή μου για το ποιός θα πάρει εκείνο το οικοπεδάκι στο χωριό. Τις άλλες για το ποιός θα φιλοξενήσει στο σπίτι του το γέρο-πατέρα μας, που χτυπημένος από το χτικιό -μια ζωή βιοπάλη βλέπεις- ήθελε κάποιον να τον ξεσκατίζει στα στερνά του. Τη θεία Ευδοξία να μιλά για τα χαμένα νιάτα της, που ο πατέρας μου πήγε και πήρε τη μάνα μου αντί να την περιμένει να βρει ένα τίμιο παλληκάρι να κουκουλωθεί πρώτα αυτή. Κι από πάνω οι αναλύσεις της γυναίκας μου, μέσα σε λυγμούς πολλές φορές, για το αν της άξιζα ή όχι για άντρας. Λυγμοί για τόσα όνειρα ρημάδια. Και τα παιδιά από δίπλα να ζητάνε, να ζητάνε, να ζητάνε για να στηρίξουν τα δικά τους όνειρα για κάτι παπουτσάκια "πράντα", που είδανε στη βιτρίνα του "Sarafis στην Αθήνα, τη Λάρισα, το Παρίσι".

Τις αναμνήσεις μου τις έκοψε η γυναίκα μου. Πόσες και πόσες δουλειές δεν είχαν προλάβει τα χρυσά της τα χεράκια, όσο εγώ άραζα στο καφενείο. Τιμημένη ελληνική οικογένεια! Με την παράδοση και τις αρχές σου!

"Άντε φέρε το ραγού να το λιανίσουμε", της λέω κοιτάζοντάς την με καμάρι.

"Ποιό ραγού;" μου απαντά. "Μακαρόνια σκέτα έκανα!".

"Γιατί ρε γυναίκα μου το χαλάς;" ρωτάω όλο απορία.

"Ε, μιας κι έλειπες, είπα να ρίξω μια ματιά σε εκείνο το σάιτ, που πάντα βρίσκεσαι μέσα, όταν δεν είσαι στο καφενείο και διαβάζοντας κάτι πόστ, μου ήρθε, δεν ξέρω γιατί, άλλη έμπνευση. Κι έφτιαξα μακαρόνια ψευτοραγού"!

ΜΑΚΑΡΟΝΙΑ ΨΕΥΤΟΡΑΓΟΥ

ή

ΜΑΚΑΡΟΝΑΔΑ ΜΕ ΨΕΥΤΙΚΗ ΣΑΛΤΣΑ

3 μέτρια κρεμμύδια. Σε φέτες, για να βγάλουν πολύ κλάμα.

3 κουταλιές ελαιόλαδο, πάντα στην Ελλάδα χρησιμεύει.

1 κιλό ώριμες ντομάτες (τριμμένες για να μη μας πάρουνε με δαύτες) ή 1 κουτί ντοματάκια αποφλοιωμένα ντοματάκια κονκασέ (μήπως και προλάβουνε και τις αρπάξουν πριν προλάβουμε να τις τρίψουμε)

2 φύλλα δάφνη (για τη δόξα μας)

3 ξύλα κανέλλα (για την ευωδία μας)

Αλάτι κατά βούληση

Πιπέρι φρεσκοτριμμένο (πάντα πρέπει να ξέρει κανείς πώς το τρίβουν το πιπέρι)

1/2 κιλό μακαρόνια μακριά (ό,τι νούμερο μας ταιριάζει)

Τσιγαρίζουμε τα κρεμμύδια στο λάδι. Μετά βάζουμε τα υπόλοιπα υλικά εκτός από τα μακαρόνια. Σιγοβράζουμε μέχρι να γίνει η σάλτσα παχύρρευστη, να την βλέπουμε και να την ευχαριστιόμαστε. Βράζουμε τα μακαρόνια και σερβίρουμε με τη σάλτσα.

Τρίβουμε από πάνω λίγο τυράκι για τη νοστιμιά.

Μα, πάνω- πάνω προσθέτουμε και δύο φυλλαράκια Βασιλικό, παρότι για μερικά στομάχια είναι δυσκολοχώνευτος.

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 4 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Παρ, 02 Νοέ 2007 11:30 πμ

Ο Φασουλής φιλόσοφος

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

(1853-1919)

ΣΑΤΙΡΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗ ...ΣΥΡΟ

 

Ο ΦΑΣΟΥΛΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ

Εγώ αυτόν τον Βούδα τον εκτιμώ πολύ...

τι άνθρωπος τω όντι και ποία κεφαλή!

Αν κι ήτο Βασιλέως Κραταιοτάτου θρέμμα

εμούντζωσε τον θρόνον, εμούντζωσε το στέμμα

και τα βουνά επήρε με ιεράν μανίαν

κι εδίδασκεν τον κόσμον αγάπην αιωνίαν.

 

 

Κι εμόναζε ρεμβάζων, αυτός ο Ηγεμών,

πότε παρά τον Γάγγην ή άλλον ποταμόν,

και πότε εις χειμάρρους κι υπό σκιάν συκής,

ακούων αρμονίας αγνώστου μουσικής.

 

Κι εφούντωναν ως δάσος τα μαύρα του μαλλιά

κι εφώλιαζαν απάνω λογής-λογής πουλιά.

Τροφή του ήταν μόνη τα χόρτα κι αι οπώραι

και προς τα ύψη στρέφων καθ' εαυτόν ελάλη,

κι εφάνησαν εμπρός του της Ηδονής αι κόραι,

παγίδας να του στήσουν με τα γυμνά των κάλλη

και των σαρκών το σφρίγος πολύ τον εσκανδάλιζε

η μία τον εφίλη, κι η άλλη τον γαργάλιζε.

 

Όμως ο μέγας Βούδας, κατανικών τα πάθη,

στους δόλους της μαγείας ατρόμητος εστάθη,

και πριν στον δόλον φθάσουν της Ηδονής τον ένατον

και είδαν πως εκείνος δεν χάνει τα πασχάλια του

μ' αφρούς θυμού και λύσσης επήραν τα βρεμμένα των

κι άφησαν τον Βούδα να κάθεται στα χάλια του.

Εγώ αυτόν τον Βούδα τον εκτιμώ πολύ..

τι άνθρωπος τω όντι και ποία κεφαλή

Να θέ εις τόσα κάλλη την ράχη να γυρίση;

Να μη του φέρη ρίγος και της σαρκός το χνούδι;...

Δόξα πολλή στον Βούδα, μα να με συγχωρήση

αν του ειπώ με σέβας πως είναι λίγο βούδι!

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 0 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Κυρ, 28 Οκτ 2007 05:13 μμ

Danaaaaa, το παιδίιιιι μωρήηηη!

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Dana μου,

Με μεγάλη ανησυχία διαπιστώνω πως στα τελευταία μου πόστα αποτελείς τη Μούσα μου. Όλο από εσένα παίρνω αφορμή και γράφω. Όχι τίποτα άλλο, αλλά είσαι και παντρεμένη γυναίκα. Θα παρεξηγηθούμε! Και εγώ παντρεμένος είμαι! Εχάθηκε η γυναίκα μου να κάνει για Μούσα; Καλά, στα καρναβάλια θα την βάλω να ντυθεί Μούσα. Πώς είναι η στολή της Μούσας άραγε, ξέρεις;

Καλά, αργούνε αυτά. Άλλο είναι το θέμα μου και το πρόβλημά μου. Όχι αηδίες... Και η τοπική αυτοδιοίκηση... Και το μέλλον του τόπου... Τι με νοιάζουνε εμένα αυτά; Το μέλλον των παιδιών μου με νοιάζει και με κόφτει! Άκου τα σκουπίδια... Άκου δημοκρατίες... Καμμιά αριστερή είσαι; (Άσε που δεν κατάλαβα σε ποια σκουπίδια αναφέρεσαι. Της Ζακύνθου ή της Lifo;).

Τέλος πάντων, μιας κι εσύ είναι μάνα κι αδελφή (blogική φιλενάδα εννοώ για να μην παρεξηγηθούμε από την πίσω μεριά τώρα) έχω πολύ ανησυχήσει και πρέπει να στο πω. Η ταραχή μου δεν περιγράφεται με το που εδιάβασα ένα πόστο εδωμέσα στη Lifo, ενός χριστιανού, που δικαίως αναρωτιέται όλο αγωνία, αν ο πούστης γίνεται από κούνια ή από μοναχός του. Gay τον γράφει ο άνθρωπος τον ντικιντάγκα, γιατί από ό,τι τον έχω κόψει είναι δημοκράτης και δεν μπορεί να λέει τώρα "πισωγλέντης", "κουνίστρα", "τοιούτος" και τα τοιάυτα...

Επήγε, λέει, σε ένα συνέδριο στην Ιταλία κι εκεί που εβγήκε να κάνει μια γύρα να θαυμάσει τις ομορφιές της Τοσκάνης, όχι μόνο έπεσε πάνω στον Πύργο της Πίζας, που έγερνε κι αυτός, αλλά ένοιωσε να απειλείται πανταχόθεν από μια αφίσα των πουσταράδων, η οποία έγραφε:

«L' orientamento sessuale non è una scelta»

(ο σεξουαλικός προσανατολισμός δεν είναι θέμα επιλογής),

όπως, καλή του ώρα, μας μεταφράζει

"Μου είναι αδύνατο να την παρακολουθήσω, όχι απλώς να τη δεχτώ", λέει ο άνθρωπος. Και συνεχίζει: "Αλίμονο, αν γεννιόντουσαν άνθρωποι με απόλυτο γενετήσιο προορισμό! Πιστεύω, ότι η ανθρώπινη ερωτική συμπεριφορά κι ο σεξουαλικός προσανατολισμός, θεμελιώνονται, οργανώνονται και λειτουργούν, πρωταρχικά με βάση τα κοινωνικά στερεότυπα και αντιλήψεις κάθε εποχής, όπως αυτά προσλαμβάνονται, εξειδικεύονται και αφομοιώνονται απ' τον καθένα, με κριτήρια εντελώς ψυχολογικά και υποκειμενικά.

Κατά τη γνώμη μου, ο «εκβιασμός» που επιχειρεί η θεωρία της «μη επιλογής» ως προς τη σεξουαλική συμπεριφορά του ανθρώπου, υποτιμά τον άνθρωπο ως ελεύθερο ον και αυτόνομη προσωπικότητα και δημιουργεί μια άδικη και αυθαίρετη διάκριση για όσους επιλέγουν ερωτικό σύντροφο από το ίδιο με αυτούς φύλο.

Ε, όχι, ρε παιδιά, κι από κούνια..."

Έχει δίκιο, να ξεκινήσεις να κουνιέσαι από κούνια δε λέει. Άστο για αργότερα. Όμως με τούτα και με εκείνα τα ατράνταχτα επιχειρήματά του εμένα με ζώσανε τα μαύρα φίδια.

Πες, λέω, πως , μεγαλώνοντας, το παιδί μου βγαίνει gay. (Mε λιλά καρδιά χρησιμοποιώ αυτή την ορολογία, αλλά είμαστε και σε προοδευτικό site βλέπεις). Αν υιοθετήσω τους ισχυρισμούς του συναδέλφου bloger, ποία η θέσις μου στην κοινωνία; Γιατί αν ήταν στο DNA του παιδιού, τι μπορούσα να κάνω; Θα έχω μια δικαιολογία. Έτσι το θέλησε η φύση. Να του δώσει μιαν αρρώστια κληρονομική. Αν όμως γίνει στην πορεία, τότε κάπου φταίω εγώ ή η δόλια η μάνα του. Να με δείχνει με το δάκτυλο η κοινωνία πως κατάντησα το παιδί μου, το ίδιο μου το σπλάχνο gay;

Άσε που διαβάζοντας το εν λόγω πόστο μου προέκυψαν κι άλλα ερωτήματα:

Οι μαύροι, αυτό το αναγκαίο κακό, με το οποίο συμβιώνουμε κατ' ανάγκην τα τελευταία χρόνια, είναι μαύροι από κούνια ή μήπως επειδή έκαναν υπερβολική ηλιοθεραπεία ή το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον της Αφρικής υπό το κράτος του διεθνούς κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού τους έκανε και μαυρίσανε από την πείνα, οπότε πρέπει να τους αποφεύγουμε, επειδή βρωμάει το χνώτο τους;

Οι κινέζοι πάλι, άλλη κατάρα αυτοί οι κιτρινιάρηδες, που πια στην Ελλάδα μας, την ωραιότερη χώρα του κόσμου ρε φίλε, με το ουζάκι, τη λατέρνα και το σκουμπρί, ήλθανε και ανοίξανε παντού μαγαζιά, είναι κίτρινοι από κούνια, σγιγγόντανε όταν ήταν μικροί στο χέσιμο και στένεψαν τα μάτια τους ή έχουν βγάλει τη χρυσή και κιτρίνισαν, οπότε πρέπει να τους αποφεύγουμε μην κολλλήσουμε και καμμιά αρρώστια;

Οι πομάκοι, που έχουν καταλάβει το καμάρι της χώρας, την πανέμορφη ακριτική αλύτρωτη Θράκη μας, μυρίζουν από κούνια, επειδή τρώνε παστουρμά ή λόγω του ότι είναι αβάφτιστοι μουσουλμάνοι και δεν έχουν αλειφτεί με άγιο μύρο, οπότε πρέπει να τους αποφεύγουμε επειδή είναι αντίχριστοι;

Τέτοια ερωτήματα με κατατρώγουν, αν και τελευταία έχω ηρεμήσει κάπως γιατί σκέφτηκα το εξής:

Πρέπει να συμφωνήσω κι εγώ με τον συμbloger μου και να δεχθώ de facto πως οι gay είναι αποτέλεσμα κοινωνικών επιδράσεων και λάθος προτύπων και καθόλου από κούνια.

Γιατί άμα το geyλίκι τους προέρχεται από το DNA και το παιδί μου βγει τελικά πουστάρα, τι συμπέρασμα θα βγει από τους συγγενείς, συγχωριανούς, φίλους και γενικά από την κοινωνία; Με άλλα λόγια: από πού παίρνει το DNA τις πληροφορίες του; Από τους προγόνους δεν τις παίρνει; Δηλαδή και από τον πατέρα;

Ε, όχι ρε παιδιά να λέει ο κόσμος πως στην οικογένειά μας υπήρξαν "πούστρες"!

Μου είναι αδύνατο να το παρακολουθήσω, όχι απλώς να το δεχτώ!

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 7 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Κυρ, 23 Σεπ 2007 10:04 πμ

Μετεκλογικοί συνειρμοί

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

 Λίγο η Dana Semitekolo με τις προεκλογικές ζακυνθινές σατιρικές παρεμβάσεις της, λίγο τα εκλογικά αποτελέσματα, λίγο όλα όσα επακολουθούν μετεκλογικά, ιδίως δε όλες αυτές οι άδικες, συκοφαντικές, κακόβουλες και σκόπιμες κατηγορίες περί εκπορεύσεων, λίγο, τέλος,  που έχουν καιρό κάτι αυτοσχέδιοι ιεροκήρυκες εδωμέσα να μας νουθετήσουν για το ποιος φροντίζει για το δίκιο του λαού και να μας βάλουν στον ίσιο δρόμο,  έκαναν το μυαλό μου να παρεκτραπεί πάλι και να θυμηθεί ένα ακόμα ποιηματάκι του ζακυνθινού παπά και σατιρικού του 19ου αιώνα Νικολού Κουτούζη:

"Τσου κλέφτες και ιερόσυλους

Ρουφιανοκερατάδες

Εφτούνους είναι που αγαπούν

                              Του τόπου οι αφεντάδες".

     Καλημέρα σας!

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 15 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Πεμ, 19 Ιούλ 2007 02:38 πμ

Όρσε το λοιπόν παιχνίδια Ντάνα μου!

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ


Ορέ Ντάνα εμούρλωσες κυρά μου; Δε με χέζεις καυμένη, λέω εγώ, με τα παιχνίδια που σου καπιτάρανε μέσα στο ντάβανο; Μωρή φιλοσοφίες θες με βαθιμούς σαράντα και βάλε; Δεν ήξερες να με καλέσεις για κανένα κασάτο, καμμία λεμονάδα, καμμία βουτία, να φτιάσεις στο τηγάνι κανένα αυγό με ντομάτα ή στη παδέλα κομμάτι τράγιο; Μπα, που να σούρθει κατρουγιαλιά από τρίπατο, που τόχεις το κατρουγιάλι και για οικόσημο κιόλας! Να χρωστάς χάρη που είμαι ευγενής και για αυτό ανταπροκρίνουμαι. Αλλά για καλό και για κακό δε ρίχνεις και μια ματία σε κανένανε μουρλόγιατρο; Παρμένοι είναι ο κεφαλονίτες που ξαπλώνουνε τσι δρόμους να περάσει ο Άγιος Γεράσιμος από πάνου τσου, "για παν ενδεχόμενο" όπως λένε; Ξέρεις ο Άγιός κάνει καλά τσι μουρλούς λέει, αν και δεν τόνε βλέπω να σκοτώνεται στη δουλειά.

Και τι θες τώρα παναπεί; Να μάθω τσου όρους του παιγνιδιού; Κάτσε να τηράξω τι γράφεις:

" Ο blogger που παίρνει την πάσα, θέλει δεν θέλει, γουστάρει δεν γουστάρει πρέπει να γράψει συνολικά, 4 φράσεις στο πόστο του.

1 φράση λίγο ή πολύ γνωστή την οποία παίρνεις από τον blogger που σε κάλεσε να παίξεις

1 φράση λίγο ή πολύ γνωστή, απόφθεγμα, συγγραφέα, φιλόσοφου, μουσικού, του μπακάλη της γειτονιάς κάποιου τέλος πάντων που εσύ θεωρείς σημαντικό πρόσωπο (εξαιρείται η θεία η Πετρούλα από τα Φάρσαλα) -άμε στο διάολο εσύ και δαύτηηηηη!!!

1 φράση που έχει εμπνευστεί ο blogger που σε κάλεσε, δικής του επινόησης και πρέπει να καταθέσεις, πλήρως εμπεριστατωμένη άποψη επ' αυτής

1 φράση δικής σου επινόησης για να έχουν να πορεύονται οι επόμενοι τυχεροί (!!!) που θα τους δόσεις πάσα

2 λίτρα γάλα άπαχο

2 πακέτα μακαρόνια Νο7

2 κιλά ροδάκινα

1 καρπούζι άσπορο (πάλι άρχινησες τσι μπαρζολέτες; Φτού σου κυρά μου, κακό να μην έχεις... ούλο με το χαμόγελο στα χείλη είσαι; Ούτε στην Αρβανία να σε πηγαίνανε το '40.)

Το λοιπό ποία είναι η δική σου φράση; Α έντηνε:

Όταν συμβαίνει το αναπόφευκτο, ο φόβος είναι εντελώς άχρηστος. Το έχω πει- γράψει, αρκετές φορές και εδώ μέσα.

Τώρα θες σκόλια; Δεν φτάνει που στη Ζάκυθο δεν αφήνουμε άθρωπο ασκολίαστο θα σκολιάζουμε και τσι φράσεις τώρα; Ε, τι θες να σου πω; Δίκιο έχεις, άχρηστος είναι ο φόβος, έλα όμως που είναι εδεκεί παρών κάθε μέρα; Θα μου πεις το μόνο άχρηστο στη ζωή μας είναι; Και τα χρυσαφικά σου άχρηστα είναι, κι όμως δίνεις ένα σωρό λεφτά για να τα αγοράσεις. Και οι πολιτικοί άχρηστοι είναι, κι όμως τσι χρυσοπλερώνουμε από ούλες τσι μπάντες και δεν μπορούμε να φανταστούμε τη κοινωνία μας χωρίς τη Δημοκρατία τσου. Λοιπόν ας μη φοβόμαστε εντάξει. Εκτός από μια εξαίρεση: Τους Δαναούς και δώρα φέροντας!

'Ασε! Πάμε, κάνε, να σου πω μια φράση ενός ονομαστού:

"Τα αγγειά γινήκαν θυμιατά και τα σκατά λιβάνι, και των ρουφιάνων τα παιδιά γινήκαν καπετάνιοι".

Μη με ρωτήσεις ποία είναι τα σκατάααα; Ακούς; Αν είναι οι πασόκοι ή οι νεοδημοκράτες ή οι ρέστοι; Γιατί ούλοι σκατά φουρλάδα είναι ψυχή μου! Για τσου μη ζακυθινούς μια επεξήγηση: κατρουγυάλι= αγγειό= δοχείο νυκτός. Για να 'μαστε και φιλολογικώς εντάξει. Τη φράση δεν ξέρω ποίος την είπε, αλλά φιλιά στο στόμα θέλει.

Τώρα θες μια δική μου σοφία ε; Καλά το λοιπόν. Θα σου πω μια που αν την ακολουθήσεις θα φτάσεις πολύ ψηλά:

Η τιμή, τιμή δεν έχει και χαράς τον που την πούλησε σε καλή τιμή.

Τώρα θες να σου δώσω πέντε; Επιμένεις; Άστο καλύτερα...

Πάντα παιχνίδια σου εύχομαι, από εκειά που σου αρέσουνε όμως. Δηλαδή γκιούστρο, λείο, φτου ξελεφτερία, αμπάριζα, γυαλινόρους κλπ.

ΥΓ. Η φωτογραφία είναι εκεινού του Μπάμπη του Πλαρινού. Δεν έχει βάλει τίτουλο, αλλά για κοτρώνες ζακυθινές μου φαίνουνται. Να τηνε προσέχεις Ντάνα μου...

 

 


 

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 8 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Πεμ, 24 Μάι 2007 06:35 μμ

'Ελεύθερου Τύπου" το ανάγνωσμα

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Στην την περίπτωση του νέου " 'Ελεύθερου Τύπου", 'ώδυνεν όρος κι έτεκεν μυν' και μάλιστα μυν Ισπανίας. Το διαπίστωσε κι ο Tsagar σε πρόσφατο post του.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Γιάννα Αγγελοπούλου, ήθελε να βγάλει ένα φύλλο "αλλοιώτικο από τ' άλλα".  Πώς όμως να στο βγάλουν άνθρωποι, που, όχι μόνο ελληνικά δεν μπορούσαν να διαβάσουν, μα ούτε καν αγγλικά; Θα μου πείτε "Μα εδώ έχουν διαπρέψει, όχι μόνο στην Ισπανία, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη!". Σύμφωνοι, αλλά με μία διαφορά: Δεν έλαβαν υπόψιν ότι η Ελλάδα, είναι μεν η κοιτίδα του ευρωπαικού πολιτισμού, δεν είναι όμως Ευρώπη!

Το όλο εγχείρημα μου θύμισε μια ιστορία:

Συνεδριάζει το ΔΣ μιας εταιρείας να βρει τρόπους σωτηρίας της, αφού πάει από το κακό στο χειρότερο. Ο κάθε γιάπης λέει το κοντό του και το μακρύ του. Να κάνουμε τούτο, να κάνουμε εκείνο... 

Μέσα στην αίθουσα βρίσκεται και η καθαρίστρια της εταιρείας που ξεσκονίζει. Ακούει, ακούει, αλλά συνεχίζει τη δουλειά της. Μέχρι που κάποια στιγμή δεν αντέχει και ρωτάει:  " Με συγχωρείτε, εγώ μια απλή καθαρίστρια είμαι, αλλά τόση ώρα σας ακούω, να πω κι εγώ μια γνώμη;"

"Άντε, πες την", απαντά ο Διευθύνων Σύμβουλος.

"Ακούστε κύριοι. Πριν η κακούργα η τύχη με ρίξει να κάνω τη καθαρίστρια εδωμέσα, εγώ που με βλέπετε ήμουνα τσατσά σε μπορντέλο!"

"Ε, και λοιπόν;", πετάγεται ο Εμπορικός Διευθυντής.

"Ε, λοιπόν, εμείς εκεί είχαμε μιαν αρχή: Κάθε φορά που δεν πήγαιναν καλά οι δουλειές, δεν αλλάζαμε κρεβάτια, ούτε εβάφαμε τους τοίχους, πουτάνες αλλάζαμε!"

Στον "Ελεύθερο Τύπο" αλλάξανε μεν μία-δύο τσατσάδες, κάνανε ριζική ανακαίνιση στη μόστρα, αλλά από δημοσιογράφους μία από τα ίδια...  Πώς να ανέβουνε οι δουλειές;

 

 

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 2 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Παρ, 18 Μάι 2007 10:18 μμ

Για τη Λολίτα περί Λογοκρισίας

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Αγαπητή Λολίτα,

Με σχόλιό σου σε δικό μου post ζητάς να πάρω θέση στο θέμα της λογοκρισίας. Το κάνω ευχαρίστως και επειδή το πράγμα είναι ξεκάθαρο, και γιατί, όσο και να σου φαίνεται περίεργο, παρότι διαφωνώ συχνά με την αισθητική σου, εκτιμώ την ευθύτητα και την εντιμότητά σου εδωμέσα, όπως επίσης και τη συνέπεια με την οποία υποδύεσαι την περσόνα που επέλεξες, της χαζής/ απαίδευτης λολίτας δηλαδή, ενώ μπορεί από τα κείμενα και τη στάση σου να διαπιστώσει κανείς -για τα άλλα δεν ξέρω- πως μόνο αμόρφωτη δεν είσαι, αντίθετα, διαθέτεις χιούμορ και ετοιμολογία. Γενικώς είσαι αυτό που είσαι και δεν υποκρίνεσαι το αντίθετο από αυτό που είσαι, άλλο αν υποδύεσαι.

Για τη λογοκρισία θα σου πω κλασικά πράγματα. Και μιας και θέτεις το θέμα ως δικαίωμα προς διεκδίκηση, θα απαντήσω κι εγώ στο ίδιο επίπεδο, ενδεχομένως κάπως άχαρο. Δηλαδή με ό,τι ορίζει το Σύνταγμα των δημοκρατικών χωρών. Οι σύγχρονες Δημοκρατίες λοιπόν προστατεύουν τον πολίτη από τη λογοκρισία, επειδή του αναγνωρίζουν και το δικαίωμα της Ελευθερίας του Λόγου. Εννοείται, φυσικά, πως ο πολίτης προστατεύεται έναντι του Κράτους και μόνο κι όχι έναντι των άλλων πολιτών.
Κι αυτό επειδή όπως ο ίδιος έχει το δικαίωμα να λέει και να γράφει ό,τι θέλει, έτσι το έχει και ο διπλανός του.

Στην πράξη η αναγνώριση αυτού του δικαιώματος σημαίνει πως ο καθένας μπορεί ελεύθερα να εκδίδει εφημερίδα, περιοδικό, να κατέχει άλλα ΜΜΕ, να εκδίδει βιβλία κλπ. Κι αυτό το δικαίωμα έχει τους περιορισμούς του, που ορίζονται ένας -ένας από τη Νομοθεσία, δηλαδή πχ. δεν μπορεί κανείς να βρίσει ή να συκοφαντήσει στο πλαίσιο του διακαιώματός του να λέει και να γράφει ό,τι θέλει. Κι αν το κάνει, πάει φυλακή.

Είναι λογικό ότι όταν σε ένα ΜΜΕ διαφωνεί ο εκδότης με το κείμενο ενός δημοσιογράφου ή ενός αναγνώστη υπερισχύει η γνώμη του εκδότη. Όχι μόνο επειδή πληρώνει και συντηρεί το ΜΜΕ, όχι μόνο επειδή πάει κι αυτός φυλακή για κείμενο που δημοσιεύεται στο ΜΜΕ του το οποίο τυχόν εμπίπτει στις απαγορεύσεις του νόμου, αλλά, κυρίως, επειδή η Δημοκρατία προστατεύει και του ίδιου το δικαίωμα της Ελευθερίας του Λόγου, συνεπώς έχει κάθε δικαίωμα να είναι το ΜΜΕ το δικό του, όπως ο ίδιος το θέλει και το ονειρεύεται. Με το ύφος που του αρέσει και τις θέσεις και τους στόχους που τον εκπροσωπούν.

Κι αυτό γίνεται από καταβολής σε όλα τα ΜΜΕ του κόσμου. Ξέρεις καμμιά ελληνική ή ξένη εφημερίδα που να δημοσιεύει ό,τι της δίνει ο καθένας χωρίς να ελέγξει την ποιότητα και το περιεχόμενο του κειμένου; Γιατί λοιπόν δεν στέλνεις τα κείμενά σου στα ΝΕΑ, την ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, το ΜEGA και αν δεν τα δημοσιεύσουν να μας γράφεις μηνύματα να πάρουμε θέση;

Επιπλέον, ο ιδιοκτήτης του ΜΜΕ, επειδή κρίνεται από το ευρύ αναγνωστικό κοινό, έχει υποχρέωση να του προσφέρει ό,τι νομίζει ότι πρέπει να του προσφέρει.

Έτσι λοιπόν όταν κάποιος διαφωνεί με τον ιδιοκτήτη του ΜΜΕ που συνεργάζεται ή αλλάζει ΜΜΕ και πάει σε ένα άλλο που δέχονται τα κείμενά του ή ανοίγει δικό του ΜΜΕ και γράφει ό,τι θέλει.

Νομίζω, αγαπητή Λολίτα, πως το θέμα είναι απλό. Προς τι το μίσος κι ο αλληλοσπαραγμός;

Η Δημοκρατία πρέπει να εξασφαλίζει το κοινωνικό πλαίσιο της επιλογής, αλλά μέχρι εκεί. Δηλαδή όλοι έχουν λόγο και ύπαρξη άρα ο καθένας διαλέγει από αυτούς όποιον του αρέσει. Η διεκδίκιση των Θεμελιωδών Αρχών της, μια από τις οποίες είναι και η Ελευθερία του Λόγου, γίνεται αποκλειστικά και μόνο έναντι του Κράτους, όταν δεν σε αφήνει να ανοίξεις δικό σου ΜΜΕ ή όταν δεν επιτρέπει την ίδρυση, από κανέναν, του ΜΜΕ που θα σου άρεσε.

 

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 2 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Copyright© 2009 ΔΥΟΔΕΚΑ Α.Ε.       Ανάπτυξη εφαρμογής verve VERVE Internet & Open Source Solutions  / Διεύθυνση project FairyNetwork