Άφησα την Αθήνα με βαριά καρδιά. Μέσα σε τέσσερις μέρες ήταν σαν να αναπλήρωσα τους δύο μήνες που πέρασα μακριά της. Έκανα το πάρτυ γενεθλίων μου, περπάτησα στους δρόμους της, πήρα μια τζούρα από όλα όσα μου είχαν λείψει (και ήδη μου λείπουν ξανά), έμψυχα και μη, και μπήκα στο αεροπλάνο για Χίο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ήταν η πρώτη φορά που μπήκα μόνος μου σε αεροπλάνο. Είχα ξαναμπεί μόνο με τους γονείς μου πριν από καμιά δωδεκαριά χρόνια, όταν είχαμε πάει στην Disneyland στο Παρίσι. Και δεν θυμάμαι τίποτα από εκείνο το ταξίδι, γιατί στον πηγαιμό ήμουν υπερβολικά ενθουσιασμένος για να με ενδιαφέρει οτιδήποτε άλλο πλην της Disneyland, ενώ στον γυρισμό ήμουν υπερβολικά κουρασμένος για να με ενδιαφέρει οτιδήποτε άλλο πλην του ύπνου.
Δεν ήμουν καθόλου ενθουσιασμένος με την ιδέα του αεροπλάνου. Θα προτιμούσα να έπαιρνα το πλοίο. Αλλά το αεροπλάνο κάνει μισή ώρα, ενώ το πλοίο τουλάχιστον έξι ώρες. Άρα το ταξίδι με πλοίο θα σήμαινε μια νύχτα λιγότερη στην Αθήνα, ενδεχόμενο που με τρόμαζε περισσότερο από την ίδια την πτήση.
Όχι πως φοβάμαι τα αεροπλάνα. Αλλά ούτε και μπορώ να πω ότι δεν τα φοβάμαι καθόλου - ποιος μπορεί να το πει και να το πιστεύει; Την ώρα που απογειωνόμασταν νανούριζατον εαυτό μου: “Είσαι στο λούνα παρκ, είσαι στο λούνα παρκ, όλα είναι υπό έλεγχο”, έλεγα από μέσα μου με κλειστά τα μάτια. Και όταν τα άνοιξα, ήμασταν ήδη υπερβολικά ψηλά για να προλάβω να πανικοβληθώ. Έριξα μια τελευταία ματιά στην αγουροξυπνημένη μου Αθήνα και άρχισα να διαβάζω το βιβλίο που αγόρασα στο αεροδρόμιο, το “Cell” του Στίβεν Κινγκ. Ένα zombie fiction βιβλίο, ό,τι πρέπει για τον Στρατό.
Έφτασα στη Χίο στις 6.30 το πρωί. Μόλις είχε ξημερώσει. Μπήκα στο πρώτο ταξί που βρήκα, άφησα τις ογκώδεις αποσκευές μου στο πορτ μπαγκάζ και κάπου εκεί ξεκίνησε μια σκηνή της ζωής μου που θα μπορούσε κάλλιστα να κινηματογραφηθεί και να μπει αυτούσια σε χολιγουντιανή ταινία τύπου “Fast & Furious”. Ο ταξιτζής αποδείχθηκε ψυχάκιας: Έμπαινε σε κλειστές στροφές με 70, προσπερνούσε χωρίς ορατότητα, περνούσε στο αντίθετο ρεύμα, αγνοούσε τα Stop. Πιο πολύ ζαλίστηκα στο ταξί παρά στο αεροπλάνο. Καθόλου παράξενο, αφού αυτό δεν ήταν οδήγηση, αλλά πιλοτάρισμα αεροσκάφους σε δρόμο.
Όπως και να’χει, 15 λεπτά και 18 ευρώ αργότερα έφτασα ζαλισμένος στο στρατόπεδο. Θα περάσω εν τάχει τις επόμενες ώρες, γιατί ήταν καθαρή γραφειοκρατία: Ορθοστασία-Εξέταση από γιατρό-Συμπλήρωση υπεύθυνων δηλώσεων-Απόθεση προσωπικών ειδών-Ορθοστασία. Και μετά με φόρτωσαν, μαζί με άλλους έξι νεοφερμένους, σε ένα στάγιερ. Προορισμός; Μια μικρή υπαίθρια κόλαση.
Γιατί, ως γνωστόν, είμαι και αρχιγκαντέμης. Μπήκα στο στρατόπεδο τη μέρα της καθολικής εκπαίδευσης, που συμβαίνει μια φορά το μήνα. Αυτή τη μέρα όλοι οι φαντάροι και ΕΠΟΠ μεταφέρονται σε ένα μικρό ξέφωτο γεμάτο μαστιχόδεντρα και ελιές, όπου και μένουν όλη τη μέρα, μέχρι τις 11 το βράδυ, κάνοντας διάφορα στρατιωτικά (που νόμιζα ότι είχαν τελειώσει πια), με ένα μικρό ενδιάμεσο διάλειμμα, διαρκείας μόλις 6 (έξι!!!) ωρών. Εκεί έμεινα, λοιπόν, μέχρι το βράδυ, χωρίς ουσιαστικά να έχω τίποτα να κάνω, εκτός από το να ενημερώνομαι για την κατάσταση που επικρατεί στο στρατόπεδο. Και τα νέα δεν είναι καλά.
Το στρατόπεδο είναι στη μέση του πουθενά. Για την ακρίβεια, είναι ανάμεσα σε δύο χωριά που πρέπει να μοιάζουν πολύ στο πουθενά, όπου και όπως κι αν είναι αυτό. Περίπου 25 χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα του νησιού, και φυσικά αβάσταχτα μακριά από τη θάλασσα (ήθελα και νησί, τρομάρα μου!). Αυτό δεν είναι και τόσο φοβερό πρόβλημα. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι οι στρατιώτες εδώ είμαστε ελάχιστοι και οι υπηρεσίες αρκετές. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι θα βγαίνω από εδώ μέσα σπάνια και “λαθραία”, δηλαδή μόνο με υπηρεσιακά σημειώματα και ποτέ με εξόδους. Για την ώρα, έχω στη διάθεσή μου μία εβδομάδα προσαρμογής μέχρι να με φάει κι εμένα το μαύρο σκοτάδι για περίπου 4 μήνες.
Κατά τ’άλλα, το πρόγραμμα του στρατοπέδου δεν με τρομάζει: Πρωινό ξύπνημα, μια υποτυπώδης φρουρά, αγγαρείες και σκοπιές. Τίποτα άλλο, εκτός από τις σπάνιες μέρες εκπαίδευσης. Επίσης, οι πληροφορίες λένε ότι τον Μάιο θα έχουμε και την τιμή να δοκιμάσουμε και τα διαβόητα “σκηνάκια” - προβλέπω μερικές ακόμα λαμπρές σελίδες στο ένδοξο τετράδιό μου.
Αλλά για την ώρα, μόνο αγγαρείες. Χθες, για παράδειγμα, πέταξα τα σκουπίδια. Δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται: Εκτός από τους κάδους (ποιους κάδους, κάτι σκουριασμένα βαρέλια είναι) που βρίσκονται κοντά στον θάλαμο, έπρεπε να αδειάσουμε και ένα σωρό άλλους κάδους, διασκορπισμένους σε διάφορα σημεία του στρατοπέδου. Έτσι φόρεσα τα χοντρά μου γάντια, ανέβηκα στη σκουπιδιάρα, πιάστηκα από τα πίσω χερούλια, σαν κανονικός σκουπιδιάρης, και έφαγα κατάμουτρα όλη την μπόχα των σκουπιδιών που στριφογύριζαν στον κάδο της σκουπιδιάρας. Και να σκεφτεί κανείς ότι όταν ήμουν μικρός ήθελα να γίνω σκουπιδιάρης, επειδή μου άρεσε που οι σκουπιδιάρηδες έπαιζαν “μπάσκετ” με τις σακούλες των σκουπιδιών. Ναι, από μικρός φαινόμουν.
Σήμερα, μεταξύ άλλων αγγαρειών, έπρεπε να βάψω μαζί με έναν άλλο φαντάρο τους σκουπιδοτενεκέδες του στρατοπέδου. Δεν ξέρω τι χρώμα θα ήταν ιδανικό για έναν σκουπιδοτενεκέ. Έχω δει πράσινους, καφέ, μπλε, ασημί, μαύρους, λευκούς. Αλλά κίτρινους, σαν υπερτροφικά καναρίνια που έχουν να πλυθούν από τότε που γυρίστηκαν τα “Πουλιά” του Χίτσκοκ, δεν έχω ξαναδεί. Και φυσικά δεν έχω ξαναβάψει - είχα να πιάσω πινέλο από το μάθημα ζωγραφικής της 6ης Δημοτικού, και αυτή η εμπειρία δε με βοήθησε ιδιαίτερα. Αλλά πρέπει να παραδεχτώ ότι για αγγαρεία είχε πλάκα.
Αν προσπαθούσα να περιγράψω έστω και περιληπτικά τα όσα συμβαίνουν εδώ, δεν θα μου έμενε χώρος στο τετράδιο για να γράψω τίποτα άλλο. Το μόνο που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι σε δύο εβδομάδες θα είμαι και πάλι στην Αθήνα, με την υποχρεωτική 6ήμερη άδεια Πάσχα που παίρνουμε όλοι κατά κλιμάκια. Και μόλις επιστρέψω από αυτήν την άδεια, θα αρχίσει ο πραγματικός Στρατός για μένα…Ε, καιρός ήταν, έτσι δεν είναι;
(ανεπίσημη απάντηση του εαυτού μου: Ναι, έτσι είναι, αλλά σε ένα μήνα θα εύχεσαι να μην ήταν…)