Αθήνα   27°C
LIFO
Παρ, 08 Ιαν 2010 12:18 μμ

PAUL GAUGUIN

hs   

«Αγαπητέ μου φίλε Πωλ. Αυτόν τον καιρό θεωρείσαι ένας εξαίρετος, ένας υπέροχος καλλιτέχνης, που στέλνει τα παράξενα, αλλά απαράμιλλα έργα του από τον Ειρηνικό Ωκεανό – δημιουργίες ενός σπουδαίου ανθρώπου, ο οποίος κατά κάποιο τρόπο, έχει εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο. Απολαμβάνεις τιμές νεκρού. Έχεις διαβεί το κατώφλι της ιστορίας της τέχνης. Ο φίλος σου και θαυμαστής σου Ντανιέλ Ντε Μονφρέ.»

8 Απριλίου 1903 Παρίσι.

Δίπλωσα το γράμμα μέσα στην χούφτα μου χαμογελώντας με πίκρα για την ειρωνεία της τύχης. «Απολαμβάνεις τιμές νεκρού.» Που να γνώριζε ο Ντανιέλ πως μετά έναν μήνα που θα έφτανε το γράμμα του ο φίλος μας ο Πωλ θα ήταν νεκρός.

Δυο μέρες τώρα χωρίς τον Πωλ κάθομαι εδώ μέσα στην καλύβα του, τον οίκο της απόλαυσης όπως του άρεσε να την λέει, και θυμάμαι τις περιπέτειες που ζήσαμε μαζί ή αυτές που του άρεσε να μου διηγείται όταν ζωγράφιζε. Πήρα ένα κομμάτι καμβά και έγραψα πάνω εκεί μια απάντηση στο Ντε Μονφρέ.

Άργησε, όμως ήρθε η στιγμή. Είχε αποφασίσει να ζήσει την ζωή, γκρίνιαζε βέβαια, σαν γνήσιος καλλιτέχνης.

Η στιγμή που τον επηρέασε σημαντικά την ζωή του ήταν τα χρόνια στο Περού, εκεί βρέθηκε από τα πρώτα χρόνια της ζωής του σε επαφή με το πρωτόγονο, νομίζω, αν μπορώ να ξέρω τι γινόταν μες στο μυαλό του, πως έψαχνε έναν νέο παράδεισο που θα μπορούσε να τον δείξει σε όλους μέσω της ζωγραφικής του.

Συνέχισε να ψάχνει, από το 1848 που γεννήθηκε μέχρι το 1871 ταξίδευε, άλλες φορές σαν επιβάτης άλλες σαν ναυτικός. Όμως κάτι έλειπε. Τον θυμάμαι να αναπολεί με πίκρα την οικογένεια του γιατί δεν στάθηκε όσο θα ήθελε κοντά της, όσο και αν στο τέλος της ζωής του έλεγε πολλά εναντίον της Μέτε – νομίζω πως τον βάραινε πολύ ο θάνατος του γιού, του Κλοβίς - όμως αυτή τον αγαπούσε, δεν παντρεύτηκε άλλον ενώ θα μπορούσε, αφού ο Πωλ δεν ήταν ποτέ εκεί για να βοηθήσει ή χρηματικά ή σαν πατέρας, και πάντα προσπαθούσε να τον βοηθήσει όπως αυτή νόμιζε πως είναι το σωστό.

Όταν γνώρισε τον Σουφενέκερ όλα άλλαξαν, βρήκε αυτό που έλειπε, βρήκε την ζωγραφική πλέον είχε ανακαλύψη τον τρόπο να χρωματίσει τα όνειρα του, τις σκέψεις του.

Από την πρώτη κιόλας στιγμή - θυμάμαι να μου λέει - πίστευε πως αυτό ήταν τελικά το μέσο που μπορούσε να εκφραστεί. Άλλωστε πάντα έλεγε «Είμαι σπουδαίος ζωγράφος και το ξέρω καλά.»

Η πρώτη του φυγή ξεκινάει μετά την ένθερμη υποδοχή ενός από τους πρώτους πίνακές του. Αφήνει την δουλειά του και φεύγει για την βρετάνη. Έψαχνε να βρει τα χρώματα που θα τον γέμιζαν, έψαχνε την έμπνευση. Το ίδιο προσπάθησε να βρει και στην Αρλ όταν μετακόμισε με παρότρυνση του Τεο Βαν Γκογκ για να συναντήσει τον Βίνσεντ. Όμως εκεί δεν ήταν αυτό που έψαχνε, αν και ο ανταγωνισμός με τον Βαν Γκογκ τον έκανε καλύτερο. Όπως έγραψε σε ένα από τα γράμματα του ο Βίνσεντ, ο Γκωγκέν ήταν στεναχωρημένος γιατί δεν γινόταν αποδεκτός και υπέφερε. «Ο κόσμος δεν τον καταλαβαίνει ακόμα και υποφέρει που δεν πουλάει τίποτα, αλλά αυτό συμβαίνει και σε άλλους αυθεντικούς καλλιτέχνες.» Τελικά μόλις δυο μήνες έμεινε εκεί. Δεν μπόρεσε να αντέξη τον ανήσυχο χαρακτήρα του Βίνσεντ ούτε την απόριψη των έργων του. Το είχε πλέον αποφασίσει, θα έφευγε στους Τροπικούς.

Στο Παρίσι, στο καφέ volpini, είχα την τύχη να τον γνώρισω και εγώ, δυο χρόνια μετά φεύγει για Ταϊτή, μαζί ακολουθάω και εγώ. Τον έβλεπα να ζωγραφίζει με πάθος, προσπαθούσε να φέρει με την ζωγραφική του πιο κοντά τους Ιθαγενείς της Ταϊτής με την κουλτούρα του Παρισιού, συγχρόνως έγραφε και το βιβλίο του, το Νοά, Νοά. Όμως χωρίς καμία προειδοποίηση ξαναγυρνάει στο Παρίσι, αφού τα χρήματα που έβγαζε δεν το έφταναν. Η αποτυχημένη - για δεύτερη φορά - έκθεση του όμως τον αναγκάζει να φύγει για πάντα από την Γαλλία, απογοητευμένος από τον πολιτισμένο κόσμο. 

Τον περίμενα στο λιμάνι, κατέβηκε από το καράβι σκυθρωπός και ταλαιπορημένος, με κοίταξε στα μάτια παραδομένος λέγοντας μου. «Θα αφήσω την τελευταία μου πνοή εδώ, στην γαλήνια καλύβα μου. Ξέρω πως έχω διαπράξει τεράστια λάθη, ας είναι! Το ίδιο έκανε και ο Μιχαήλ Άγγελος. Μόνο που εγώ δεν είμαι Μιχαήλ Άγγελος.»

Συνέχισε να μιλάει έτσι και να κατηγορεί συνέχεια τον εαυτό του, όμως αυτή η ψυχική διάθεση κατάφερε να τον κάνει καλύτερο στην τέχνη του. Άρχισε πλέον να αγαπάει τους Ιθαγενείς του γι' αυτό που ήταν και όχι για το πως θα τους παρουσίαζε στα σαλόνια του Παρισιού. Τον άκουγα να λέει γι’ αυτούς χαρακτηριστικά. «Είναι ευγενικοί μέχρι βλακείας και εντελώς ανίκανοι για σκοπιμότητες.» Τελικά Ντάνιελ πέθανε ανάμεσα σε αυτούς που τον αγαπήσανε πολύ. Δεν θα μπορούσα να μην γράψω ακόμα δυο πράγματα πριν κλείσω φίλε μου.  Το πρώτο είναι μια συνομιλία με τον Χοτέφα, έναν ντόπιο, που του είπε πως πρέπει να είσαι άγριος ή παιδί για να πιστεύεις πως, ότι ένας καλλιτέχνης επιτελεί χρήσιμο έργο.  Όμως ο Πωλ, όπως μου είπε αργότερα, δεν είχε πιστέψει την εκτίμηση του Χοτέφα. Μάλλον, απ’ ότι κατάλαβα εγώ, επειδή ίσως ήταν ένα άγριο παιδί. Το άλλο φίλε μου Ντάνιελ είναι - και να το μεταφέρεις όπως ακριβώς το γράφω - όταν ο Πωλ άφησε την τελευταία του πνοή μες στην καλύβα του οι ντόπιοι θρηνούσαν λέγοντας. «Ο Γκωγκέν είναι νεκρός. Χαθήκαμε!»

Αυτές ήταν οι αναμνήσεις που ήρθαν στο μυαλό μου αβίαστα και στα έγραψα για να έχεις μια εικόνα του φίλου μας του Πωλ Γκωγκέν. Εύχομαι να σε βρει το γράμμα μου με υγεία.

10 Μαίου 1903 Ατουάνα                

 

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ POSTS ΓΙΑ: ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ  
 
ΣΧΟΛΙΑ: 1
ενδιαφέρον!

Πρέπει να είσαστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια

Copyright© 2009 ΔΥΟΔΕΚΑ Α.Ε.       Ανάπτυξη εφαρμογής verve VERVE Internet & Open Source Solutions  / Διεύθυνση project FairyNetwork