
Το δεξί του χέρι χώθηκε στην τσέπη του παλτού του. Έπιασε το περίγραμμα του βιβλίου. Πόσα χρόνια τον συντρόφευε; Σχεδόν είκοσι χρόνια δεν το είχε αποχωριστεί. Το έβγαλε από την τσέπη του. Φθαρμένο, ξέφτια παντού, τα γράμματα στο εξώφυλλο ούτε καν φαινόντουσαν. Τα διάβαζε πια με δυσκολία, όμως τον ήξερε απ’ έξω. ¨Τα Άσματα του Μαλντορόρ.¨ Του Λωτρεαμόν.
«Γέρο ωκεανέ, η τελειότητά του σφαιρικού σου σχήματος, που τόσο ιλαραίνει την αυστηρή έκφραση της γεωμετρίας, εμένα δεν μου θυμίζει παρά τα μικρά μάτια του ανθρώπου, που είναι τόσα δα, απαράλλαχτα με του αγριόχοιρου, και καταστρόγγυλα, με κείνα των πουλιών της νύχτας. Ωστόσο ετούτος, από καταβολής κόσμου περνιέται για ωραίος. Πάντως εγώ υποπτεύομαι, πως αυτό το κάνει περισσότερο από φιλότιμο, και πως πραγματικά για την ομορφιά του αμφιβάλλει. Τότε, γιατί να κοιτάζει με τόση περιφρόνηση του συνανθρώπου του την μορφή; Χαίρε ωκεανέ!»
«Γέρο ωκεανέ, τα νερά σου είναι πικρά. Έχουν την ίδια γεύση της χολής, που στάζει η κριτική στις Καλές Τέχνες, στις επιστήμες και γενικά στα πάντα. Κι αν τύχει κάποιος να είναι μεγαλοφυής, αυτοί τον βγάζουν βλάκα, και τον άλλον με το λυγερό κορμί, απαίσιο καμπούρη. Σίγουρα, ο άνθρωπος θα πρέπει να αισθάνεται έντονα την ατέλεια του, για να της κάνει τέτοια κριτική, που άλλωστε κατά τα τρία τέταρτα οφείλεται στον ίδιο. Χαίρε ωκεανέ!»
Τι ωραία λόγια, σκέφτηκε. Πάντα το είχε μαζί του, πηγή έμπνευσης για τις δικές του δημιουργίες.
Όμως εκεί στο Λιβόρνο πόσο αλλιώς θα μπορούσε να ήταν η ζωή του, ή απλά να μην υπήρχε στην ζωή, αφού μόλις δεκαέξι χρονών ήταν που πέρασε δυο σοβαρές αρρώστιες, η μια από αυτές, η φυματίωση, αυτή που τον ταλαιπωρούσε και τώρα. Αυτή ήταν η μοίρα που τον οδήγησε στην ζωγραφική, η άσχημη υγεία του. Το παραλήρημα, το ταξίδι στην Ρώμη, στην Νεάπολη, στο Κάπρι. Εκεί γνώρισε τους μεγάλους Ιταλούς δασκάλους, εκεί αποφάσισε να ακολουθήσει τον δρόμο της τέχνης.
«Ναι, έφυγα μόλις στα είκοσι δύο μου χρόνια για το Παρίσι, μετά από πέντε χρόνια μαθητείας στην Φλωρεντία, και στην Βενετία. Έχω μετανιώσει που δεν έχω έστω ένα από αυτά τα έργα που έκανα εκεί, ή τα κατέστρεφα, ή κάποια, ελάχιστα, τα χάρισα στον φίλο μου τον Γκίλια, και δεν έχω ιδέα τι τα έκανε. Τότε, λίγο πριν φύγω για Παρίσι, το μόνο που σκεφτόμουν ήταν, πως αυτό που αναζητούσα δεν ήταν να δω το πραγματικό ούτε το μη πραγματικό, αλλά μάλλον ήθελα να αντικρίσω το υποσυνείδητο, το μυστήριο του ενστικτώδους.»
«Μάλλον ο Μαξ . . . ποιος Μαξ θα μου πείτε! Ο Μαξ Ζακόμπ, το έλεγε όσο πιο σωστά μπορούσε, για το ποιος ήμουν και τι έκανα. Έλεγε στις παρέες τότε στο Παρίσι της Μονμάρτης και του Μοντιαρνάς, το Παρίσι των Μποέμ: Για τον Ντεντό (εγώ) τα πάντα στρέφονταν γύρω από την καθαρότητα στην τέχνη. Η ανυπόφορη υπεροψία του, η αμείλικτη αχαριστία του, η αλαζονεία του, όλα αυτά δεν εξέφραζαν παρά μονάχα τη λαχτάρα του για κρυστάλλινη καθαρότητα, μια απόλυτη εντιμότητα απέναντι στον εαυτό του, τόσο στη ζωή όσο και στην τέχνη, που δεν απέκλειε την εμπιστοσύνη με την οποία τον περιέβαλλαν. Ήταν προσβλητικός αλλά και εύθραυστος σαν γυαλί- ή μάλλον, τόσο απάνθρωπος όσο και το γυαλί.»
«Παράξενα λόγια, όμως τόσο αληθινά, έβλεπα παντού τέχνη, παντού χρώματα και σχήματα, δεν ήθελα να αντιγράψω, ήθελα μόνο να αποδώσω αυτό που ένιωθα, σαν τον Ρέμπραντ, τον Φρανς Χαλς. Ελπίζω να το κατάφερα.»
«Βέβαια πάντα έλεγα – χαριτολογώντας - στους πολύ σημαντικούς ανθρώπους που γνώρισα τότε στο Παρίσι, λίγα χρόνια πριν τον πόλεμο, στον Πικάσο, τον Ζακόμπ, τον Σαλμόν, τον Κοκτώ, τον Ριβέρα, και άλλους, πως: Τα έργα τέχνης είναι προϊόν ενός περίπλοκου συστήματος κοινωνικής αλληλεπίδρασης μεταξύ καλλιτεχνών, πατρώνων, κριτικών, και ενός όσο το δυνατόν ευρύτερου κοινού.»
«Δεν ξέρω αν συμφωνούσαν, όμως όλοι κούναγαν το κεφάλι τους. Με συμπαθούσαν πιστεύω, ο Λούντβιχ Μάιντνερ μου έλεγε πως ήμουν ο αριστοκράτης τους, και ο τελευταίος αληθινός μποέμ. Δεν ξέρω αν πρέπει να συμφωνήσω γι’ αυτόν τον τίτλο αν και μπορώ να πω πως με κολακεύει.»
«Αυτή είναι ίσως η χειρότερη κρίση φυματίωσης που έχω περάσει, εύχομαι να την γλυτώσω, πρέπει να τηρήσω την υπόσχεση μου στην Ζαν, την γυναίκα που τελικά αγάπησα και με κατάλαβε, την γυναίκα που μαζί της έχω και ένα παιδί. Όμως σε φώναξα εδώ επειδή λένε πως δεν έχω ποτέ γράψει για μένα, σου λέω αυτά τα λόγια για να τα γράψεις, μήπως είναι και τα τελευταία μου.»
«Ζωγράφισα πορτρέτα, σκάλισα σε πέτρα προσπαθώντας να έχω ένα ύφος αρχαϊκό, ξαναγύρισα στην ζωγραφική με γυμνά. Όσο θυμάμαι τι είχε γίνει τότε, μου μετέφεραν την δικαιολογία, του διοικητή του τμήματος της περιοχής, που έκλεισαν την μοναδική ατομική μου έκθεση ως τώρα, ¨τα γυμνά του κύριου Μοντιλιάνι έχουν τρίχες στην ήβη.¨ Χα, χα, να είναι καλά, κατάφερε να μου μεταφέρει την ονειρική εικόνα κάθε αστυφύλακας να κουβαλάει και από μια γυμνή καλλονή στα χέρια.»
«Πριν ένα χρόνο τελικά τα κατάφερα, Άγγλοι συλλέκτες άρχιζαν να αγοράζουν τα έργα μου, επιτέλους κάποιοι κατάλαβαν αυτό που είχε δει ο Κοκτώ στους πίνακες μου και έγραψε γι’ αυτό: Οι καμπύλες γραμμές του, συχνά τόσο λεπτές και αχνές ώστε να μοιάζουν σαν φαντάσματα γραμμών, κινούνται με την ευκαμψία και την χάρη σιαμέζικης γάτας, χωρίς να κινδυνεύουν ποτέ να γίνουν παχιές ή αδέξιες. Και αν στο τέλος τα μοντέλα του αρχίζουν να μοιάζουν μεταξύ τους, αυτή η ομοιότητα δεν είναι άλλο παρά το πρόσχημα του ζωγράφου για να επιβεβαιώσει την εικόνα που έχει στο μυαλό του. Και δεν εννοούμε μια πραγματική απτή εικόνα, αλλά το μυστήριο της ίδια του της ιδιοφυίας.»
«Ούτε εγώ δεν θα το έγραφα καλύτερα. Και επιτέλους έχω αρχίσει να βγάζω και χρήματα.»
«Κουράστηκα λίγο, συγχώρεσε με, γράψε το τέλος όπως θέλεις καλύτερα, πρέπει να ξεκουραστώ, σ’ ευχαριστώ που ήρθες.»
Ξημέρωνε 24 Ιανουαρίου του έτους 1920, άφησε το βιβλίο που κρατούσε πάντα στην δεξιά του τσέπη στο πάτωμα και έγειρε λίγο να ξεκουραστεί. Μια κρίση βήχα τον έκανε να δακρύσει. Βγήκα από το δωμάτιο κρατώντας τα Άσματα του Μαλντορόρ, ο γιατρός με την Ζαν όρμησαν μέσα κλείνοντας την πόρτα.
Γέρο ωκεανέ, καθόλου δεν είναι απίθανο απ’ ότι κρύβουνε οι κόρφοι σου, να είναι ωφέλιμο για το μελλοντικό καλό του ανθρώπου. Ως τώρα, του έδωσες τη φάλαινα, αλλά δεν την αφήνεις εύκολα στ’ άπληστα μάτια των φυσικών επιστημών να μαντέψουν τα χίλια μυστικά που διέπουν την ιδιαίτερη οργάνωσή σου: συ, είσαι μετριόφρων. Δεν μοιάζεις του ανθρώπου, που συνεχώς καυχιέται για τιποτένια πράγματα. Χαίρε ωκεανέ!
Πήγα τις σελίδες του βιβλίου στο τέλος που είδα να γράφει: ΑΜΕΝΤΕΟ ΜΟΝΤΙΛΙΑΝΙ, ένα όνομα ποιητικό σαν ελεγειακή μελωδία.