Θολά, είναι θολά δεν βλέπω, γιατί δεν βλέπω, τι μου συμβαίνη; Είστε πολύ άρρωστος κύριε. Του απάντησε μια νοσοκόμα. Άρρωστος; Πόσο καιρό είμαι εδώ; Μέρες πολλές, είχατε πυρετό, σας βρήκαμε στην παραλία αναίσθητο. Μα ναί, θυμάμαι, το πλοίο, έχασα το πλοίο για Ρώμη, είχε μέσα όλους του πίνακες μου, πρέπει να σηκωθώ. Έβαλε όση δύναμη είχε όμως το σώμα του ήταν βαρύ σαν μολύβι. Μα τι έχω; Ρώτησε την νοσοκόμα. Είστε πολύ άρρωστος δεν έχετε δυνάμεις να σηκωθήτε. Ξαπλώστε και ξακουραστείτε. Συνέχιζε να βλέπει θολά, έκλεισε τα μάτια για να δει τον κόσμο όπως τον είχε ζωγραφίσει. Του πέρασε από το μυαλό όλη η ζωή του. Το χωρίο που μεγάλωσε στην Λομβαρδία, τον θάνατο του Πατέρα του και του θείου του από την πανούκλα, την μάνα του που προσπάθησε να μεγαλώσει πέντε παιδία μέσα στην φτώχεια. Όλ...