ΧΕΙΜΕΡΙΑ ΝΑΡΚΗΌταν άνοιξα τα μάτια μου είδα τον Αβούρη να μου χαμογελά σαρκαστικά. Το κωλόπαιδο! Είχε βουτήξει την πρώτη βάρδια με μιξοκλάματα στον προϊστάμενο και μ’ έριξαν εμένα ξανά στο ‘γερμανικό’ νούμερο: Δεκέμβριο-Ιανουάριο. Για την τρίτη βάρδια δεν το συζητώ, την είχαν καπαρωμένη οι παλιοί. Από τον Οκτώβριο που αρχίζει η χειμέρια νάρκη δεν κοιμούνται όλοι μαζί αλλά σταδιακά ανά οικοδομικό τετράγωνο και ανά όροφο, από πάνω προς τα κάτω με τελευταία τα μαγαζιά του ισογείου. Έτσι μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου βρίσκεις που και που κάποιον άνθρωπο να μιλήσεις ή να σου σερβίρει ένα τελευταίο ποτό. Το ίδιο και το Φλεβάρη, μετά τις 25 ξυπνούν οι πρώτοι στα νοσοκομεία και στις βάσεις του στρατού και μέχρι το τέλος Μαρτίου οι δρόμοι ξαναγίνονται αδιάβατοι από τα πολλά αυτοκίνητα και τους ανθρώπους που βγαίνουν για φαγητό. Σηκώθηκα, πλύθηκα και ξυρίστηκα με κρύο νερό, δεν ήθελα να σπαταλήσω νωρίς τα τις 180 κιλοβατώρες που μου αναλογούσαν. Δεν ξέρω γιατί κάθε χρόνο ξυρίζομαι με τόση επιμονή, αφού πιθανότατα ούτε φέτος θα δω κανέναν εκτός ίσως από το φύλακα της απέναντι πλευράς της μεγάλης λεωφόρου που έτσι κι αλλιώς είναι πολύ μακριά για να διακρίνει ότι δεν μου πάει καθόλου το μούσι. Σκατά! Αυτή η δουλειά, αν και πλήρωνε καλά, μου προκαλούσε τελικά κατάθλιψη. Και να φανταστείς, εγώ δεν ψήφισα υπέρ της χειμέριας νάρκης πριν από εννιά χρόνια, στο δημοψήφισμα. Το 77% όμως προτίμησε τη νάρκωση από την οικονομία στην ενέργεια, είπαν και κάποιοι πουλημένοι γιατροί ότι δήθεν με τον καλό ύπνο θ’ αυξηθεί αρκετά ο μέσος όρος ζωής και θα ‘ρθει μία η άλλη με την απώλεια των πέντε-‘ξη μηνών κάθε χρόνο, και να ‘μαι εδώ στο καταχείμωνο να περιπολώ στην κοιμισμένη πόλη. Το σκέφτονται, λέει, και για το καλοκαίρι, ένα μήνα μόνο για να γλυτώσουν από τα κλιματιστικά. Τουλάχιστον τότε θα μπορώ να κάνω και κανα μπάνιο. Η πρώτη βδομάδα πέρασε πιο γρήγορα απ’ ότι περίμενα. Το κρύο ήταν υποφερτό και είδα όλες τις ταινίες του καλοκαιριού. Στην περιπολία πέρασα από το σπίτι της μητέρας μου και πότισα τα λουλούδια της, έφτιαξα τη τσουλήθρα για τ’ ανίψια μου που είχε πέσει, άλλαξα τους ορούς στο νοσοκομείο και κούρεψα το γκαζόν του προεδρικού μεγάρου. Τη δεύτερη βδομάδα έβρεχε συνεχώς, το έριξα στις τσόντες μέχρι που πόνεσε όλο μου το σώμα. Μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου κρατήθηκα ως συνήθως από την περιέργειά μου. Έμπαινα στα διαμερίσματα των κοιμισμένων και ψαχούλευα τα πράγματά τους: φωτογραφίες, κρυμμένα ημερολόγια, απαγορευμένα ‘παιχνίδια’ και καταχωνιασμένα όνειρα. Πολλοί και πολλές κοιμόντουσαν γυμνοί, δεν τολμούσα όμως ν’ αγγίξω τις γκόμενες μετά το κάζο που έπαθε πρόπερσι ο Καμπόλης κι έφαγε δέκα χρόνια φυλακή. Το χειρότερο όμως είναι τα πεκινουά. Αυτά τα ηλίθια σκυλιά δεν τα πιάνει καλά η νάρκωση και συχνά ξυπνάνε στη μέση του χειμώνα κι αρχίζουν να σουλατσάρουν στους δρόμους με την απαίσια μούρη τους. Φέτος πάλι αναγκάστηκα να κυνηγήσω δυο-τρία για ευθανασία. Στις αρχές Γενάρη ξόδεψα τις περισσότερες μονάδες ενέργειας, δεν άντεχα τα βράδια χωρίς φως. Μετά τις 7 του μήνα σημείωνα τις μέρες στον τοίχο σαν φυλακισμένος. Στις 23, δεν άντεξα, πήγα σπίτι της. Την είχα γνωρίσει στο τέλος του καλοκαιριού, είχαμε περάσει πολύ λίγες μέρες μαζί και δεν ήθελα να χαλάσω με την αδιακρισία μου τη μαγεία μιας σχέσης που ξεκινά. Κοιμόταν αγκαλιά με το γάτο της τον Πάκο, μόνη της, δεν έλεγε ψέματα. Γνωριστήκαμε στο γυμναστήριο και από την αρχή ταιριάξαμε καλά. Ήταν μοναχική όπως κι εγώ, καχύποπτη με τους άλλους, κυνική όσο δεν παίρνει και ταυτόχρονα έβγαζε μια βαθειά μελαγχολία όταν τολμούσες να την πειράξεις. Περίμενα την άνοιξη με ανυπομονησία, αν και θα ‘μουν από τους τελευταίους που θα ξύπναγαν, για να πάμε παρακάτω. Της είχα υποσχεθεί ότι δεν θα έψαχνα τα πράγματά της και με πίστεψε. Μα το Θεό, δεν θα πήγαινα αν μου είχαν αφήσει λίγα μπουκάλια παραπάνω. Άνοιξα τον υπολογιστή της, στο κάτω-κάτω δεν είχε password. Στο Outlook κατάλαβα ότι αλληλογραφούσε με καμιά δεκαπενταριά ακόμη άντρες, με πολλούς απ’ αυτούς κι ερωτικά. Αυτή η δουλειά θα με φάει τελικά. Ξύπνησα τον επόμενο μια μέρα νωρίτερα, του ζήτησα να θάψει ένα ψόφιο γάτο που βρισκόταν πεταμένος στο δρόμο και πήρα τα χάπια μου, όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Ένας καλός ύπνος ήταν ό,τι χρειαζόμουν περισσότερο. ©dch08 |
|
Αθήνα
9°C |

9°C



/ Διεύθυνση project
ΣΧΟΛΙΑ: 2
Πρέπει να είσαστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια