Η ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗΉταν η δεύτερη πραγματική μετακόμιση που έκανε στη ζωή της. Η πρώτη-πρώτη δεν μετράει γιατί απλά έφυγε από το πατρικό της σπίτι πριν από περίπου 12 χρόνια. Ξανάλλαξε σπίτι για να μην αργεί στη μόνη καλή δουλειά που βρήκε μετά από καιρό και τώρα ανακάλυψε επιτέλους ένα διαμέρισμα που την δέχονταν μαζί με τον τεράστιο σκύλο που παράτησε ο πρώην φίλος της όταν έφυγε απροειδοποίητα για το Στρασβούργο. Μάζεψε τα βιβλία της σε δυο μεγάλες κούτες, τις «Μυθοπλασίες» του Μπόρχες και τα «Τρία στίγματα του Πάλμερ Έλτριτζ» του Φίλιπ Ντικ τα είχε δύο φορές άρα δεν χρειαζόταν να τα κουβαλήσει, τα έβαλε στα συρτάρια της κουζίνας μαζί με τα μαχαιροπήρουνα που είχε βρει όταν πρωτοήρθε σε αυτό το σπίτι. Τα CD και τα DVD χώρεσαν σε μία κούτα, τις βιντεοκασσέτες δεν τις ήθελε πια, αλλά δεν της έκανε καρδιά και να τις πετάξει στα σκουπίδια. Σε δύο μικρές κούτες έβαλε τα κεριά, τις κορνίζες και τα μπιχλιμπίδια που αγόραζε στα ταξίδια της, εκτός από εκείνη την ηλίθια ξυλόγλυπτη μινιατούρα ενός Κενταύρου που της χάρισε στο Πήλιο. Τα ρούχα ευτυχώς χώρεσαν στις βαλίτσες, ας ήταν καλά η μικρή της αδελφή που βούταγε τα μισά, κι όσο για τα σεντόνια και τις κουβέρτες αποφάσισε να τα χαρίσει στη γυναίκα που της καθάριζε, θα έπαιρνε καινούργια με λουλούδια, γιρλάντες και φανταχτερά χρώματα. Έντυσε με χοντρό νάιλον τα έπιπλα, την τηλεόραση, το στερεοφωνικό, τα τέσσερα αγαπημένα της λαμπατέρ και τους πίνακες. Όχι όλους, δεν είχε σκοπό να μεταφέρει γι’ άλλη μια φορά το κακοσχεδιασμένο πορτρέτο της Μόνα Λίζα που έκανε στο Δημοτικό και η μητέρα της επέμενε να της το φορτώσει, πολυτελώς κορνιζαρισμένο. Είχε έρθει η ώρα να «πεθάνει» μαζί με την αντιπαθητική της δήθεν αθωότητα. Τελευταία τα πιάτα και τα σκεύη της κουζίνας, όχι ότι είχε πολλά, μαγείρευε ελάχιστα άλλωστε, αλλά της άρεσε που έδειχναν χρησιμοποιημένα. Η μοκέτα θα έμενε στο σπίτι, οι κουρτίνες είχαν τρυπήσει έτσι κι αλλιώς, ο ηλεκτρολόγος θα ερχόταν σε λίγο για να ξεσυνδέσει την κουζίνα, το πλυντήριο το κατάφερε μόνη της. Ο σκύλος γρύλιζε απειλητικά στο νάιλον του καναπέ όταν θυμήθηκε το κρυφό συρτάρι της ντουλάπας. Το παλιό της διαβατήριο, το έκοψε κομμάτια στα σκουπίδια, το εκλογικό της βιβλιάριο που δεν χρησιμοποιούνταν πια -αυτό το φύλαξε- και μια ξεχασμένη παλιά τηλεκάρτα των 1000 δραχμών, την πέταξε στην ντουλάπα, μπορεί ο επόμενος να ήταν συλλέκτης, ποιος ξέρει; Στο καινούργιο της σπίτι την πήγε με τ’ αμάξι ο φίλος της αδελφής της, ήταν ο μόνος που τα πήγαινε σχετικά καλά με το σκύλο. Τα πράγματα της είχαν ήδη φτάσει με το φορτηγό, άνοιξε με το καινούργιο της κλειδί κι ένοιωσε αυτή την αδιόρατη μελαγχολία της απουσίας. Βρήκε μερικά πλαστικά τάπερ στα ντουλάπια της κουζίνας κι έβαλε φαί και νερό στο σκύλο, άναψε έναν τσαλακωμένο παιδικό ανεμόμυλο-πορτατίφ που βρήκε στη βεράντα, πήρε να ξεφυλλίσει δυο-τρία από το σωρό με τα παλιά περιοδικά τα πεταμένα στην κρεβατοκάμαρα κι έπεσε πάνω στο νάιλον του καναπέ με το παλτό της. Ήταν πολύ κουρασμένη, θα ξεκινούσε να ξεπακετάρει το πρωί. ©dch07 |
26°C



/ Διεύθυνση project
ΣΧΟΛΙΑ: 4
Το ουίσκι με δυσκόλεψε λίγο στα πιο πρόσφατα post σου...αλλά τα κατάφερα.
Αναμένω τα επόμενα (σου) πλέον.
Και...υπάρχει ζωή μετα τη 1 στο σπίτι, στο βράδυ, γενικά!
Respect!
Be good!
Πρέπει να είσαστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια