LIFO
ΑΡΧΕΙΟ: Μάρτιος 2009
Τρι, 10 Μάρ 2009 07:27 μμ

ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ

Χρειαζόσουν τουλάχιστον 48 ώρες για να διασχίσεις την Μεγάλη Πόλη. Με αεροπλάνο ήταν βέβαια πολύ πιο λίγο, μόλις 2,5 ώρες με τα υπερσύγχρονα μιας χρήσης Ζορμπάνσκι 27. Το υπόγειο τρένο είχε καταργηθεί από καιρό για προφανείς λόγους. Με βιοδιασπώμενο ημιαυτόματο ταχυλεωφορείο και τέσσερεις εναλλασσόμενους οδηγούς γινόταν κάθε διήμερο το μοναδικό επίγειο δρομολόγιο, Έξω Πόλη προς Έσω Πόλη. Κανείς δεν είχε καταλάβει γιατί δεν γινόταν ποτέ το αντίστροφο. Η κίνηση μέσα στην πόλη ήταν συνεχώς προς μία κατεύθυνση, μονόδρομος, από τ’ ανατολικά προς στα δυτικά. Η Έσω Πόλη ήταν το τελικό σύνορο, μετά από εκεί άρχιζε ο σκοτεινός ωκεανός. Οι άνθρωποι που έφταναν σ’ εκείνα τα μέρη έμεναν εκεί για πάντα, έτσι λοιπόν το σκέφτονταν πολύ πριν ξεκινήσουν. Οι περισσότεροι αποφάσιζαν να κάνουν αυτήν τη διαδρομή προς το τέλος της ζωής τους για να δουν ολόκληρη την πόλη τους έστω για μια φορά. Η Έξω Πόλη αντίθετα επεκτεινόταν συνεχώς, δεν υπήρχε κανένα φυσικό όριο για να σταματήσει την ανθρώπινη όρεξη για φρέσκια παρθένα γη και πρώτες ύλες. Όσο για τα αεροπλάνα, το εργοστάσιο παραγωγής τους ήταν φυσικά στην Ανατολή μαζί με όλα τα άλλα εργοστάσια και τις πολυώροφες φάρμες. Ο περισσότερος ενεργός πληθυσμός ζούσε γύρω από τις μονάδες επεξεργασίας, σε μάλλον άθλιες συνθήκες που ελάχιστοι όμως είχαν την οποιαδήποτε διάθεση ν’ αμφισβητήσουν. Οι φυλακές ήταν εγκατεστημένες στα δυτικά, όπου στελνόταν με συνοπτικές διαδικασίες κάθε ύποπτος για αντικοινωνική συμπεριφορά.

Πήρε τη δουλειά του οδηγού λεωφορείου σε μια στιγμή απελπισίας. Πλήρωναν βέβαια μια παχυλότατη αμοιβή για μια ολιγόμηνη απασχόληση. Ο κάθε οδηγός που ξεκινούσε από την Ανατολή κατέβαινε μετά από το ¼ της διαδρομής στην επόμενη στάση και με πληρωμένα όλα τα έξοδα έμενε σε διαθεσιμότητα για 3 βδομάδες. Μετά ερχόταν η σειρά του να αντικαταστήσει κάποιον από τους επόμενους οδηγούς που θα έφταναν από τα ανατολικά και θα οδηγούσε μέχρι την επόμενη στάση όλο και πιο δυτικά, όλο και πιο κοντά στο τέλος της διαδρομής. Η πρώτη βάρδια του πέρασε μάλλον ευχάριστα. Νεαρά αγόρια και κορίτσια, οπαδοί της Εκκλησίας των Ανέργων μαζί με τα ηλικιωμένα μέλη της Χορωδίας των Ανθρακωρύχων που μόλις είχαν βγει στη σύνταξη, τραγουδούσαν συνέχεια σ’ όλη τη διαδρομή από την Έξω στην Ενδιάμεση Πόλη. Τους αποχαιρέτησε χωρίς ιδιαίτερη θέρμη και εγκαταστάθηκε στο καλύτερο ξενοδοχείο μιας κατά τα άλλα μουντής και επίπεδης συνοικίας, όπου δέσποζαν το τεράστιο γρανιτένιο Χρηματιστήριο και το γυάλινο Εμπορικό Κέντρο. Οι τρεις βδομάδες πέρασαν δύσκολα, δεν ήξερε κανέναν και στα μπαρ η στολή του οδηγού αποθάρρυνε κάθε πιθανότητα για κάτι περισσότερου από ένα περιστασιακό απρόσωπο πήδημα. Στην Ενδιάμεση Πόλη έκανε το περισσότερο γαμήσι της ζωής του μέχρι τότε, αλλά και η Λώρα του έλειψε περισσότερο από ποτέ. 

Στη Μεσαία Πόλη οι οδηγοί φιλοξενούνταν με όλες τις τιμές στο Δημαρχιακό Μέγαρο. Ο Δήμαρχος της Μεγάλης Πόλης, ο Ραβίνος Αλί Μαρσατζανί, κατοικούσε στο συγκρότημα του Καθεδρικού Ναού της Αγίας Συμφιλίωσης, στο μέσον της πόλης, δίπλα από τη πολύβουη στάση των λεωφορείων. Ένα πολύχρωμο ποτάμι πιστών σε αέναη κυκλική κίνηση κατέκλυζε τους δρόμους της Μεσαίας Πόλης, τους υπεράριθμους ναούς, τα μαγαζιά, τις αυλές και τις ταράτσες. Κάθε σπιθαμή ελεύθερου χώρου ήταν κατειλημμένη από ανθρώπινα πλάσματα σε μια απελπισμένη αναζήτηση ψυχικής ανακούφισης, εγκλωβισμένα για πάντα εκεί αφού δεν τολμούσαν να πάνε μπρος και δεν μπορούσαν να γυρίσουν πίσω. Ο οδηγός που θα τον αντικαθιστούσε όταν έφτασε στη Μεσαία Πόλη, ένας νεαρός δικηγόρος με πολλά χρέη στ’ ανατολικά, αρνήθηκε να ανέβει στο λεωφορείο επικαλούμενος την πρόσφατη χειροτονία του ως ιερέας τρίτης τάξης. Η εταιρεία Μεταφορών δεν έπαιζε με τα συμβόλαια παροχής υπηρεσιών, ο ίδιος ο Ραβίνος Μαρσατζανί έδωσε την εντολή να δέσουν τον απείθαρχο οδηγό πάνω στο τιμόνι και να του κόψουν το ένα πόδι. Πέρασε τις τρεις βδομάδες στην μυστική βιβλιοθήκη του Μεγάρου, στην πινακοθήκη των απόκρυφων απεικονίσεων και στο θάλαμο των απαγορευμένων ταινιών, μιας και η βεβαιότητα ότι θα έφευγε σύντομα από εκεί του εξασφάλισε πρόσβαση Α’ κατηγορίας. 

Η διαδρομή από τη Μεσαία Πόλη προς την Παράμεση Πόλη ήταν ήσυχη. Λίγοι ταξιδιώτες, καλός καιρός, ελάχιστο μποτιλιάρισμα. Έφτασαν ξημερώματα και στο πρώτο φως της ημέρας αντίκρισε μια πανέμορφη γειτονιά με χαμηλά σπίτια, πάρκα και ήρεμους ανθρώπους. Η πολύ θετική πρώτη εντύπωση εξισορροπήθηκε τις επόμενες μέρες με τον πιο απρόσμενο τρόπο. Οι άνθρωποι στην Παράμεση Πόλη δεν μιλούσαν σχεδόν καθόλου μεταξύ τους. Όλα ήταν υστερικά οργανωμένα με μια εκνευριστική έλλειψη λόγου, ακόμα και τα λιγοστά ραδιόφωνα έπαιζαν μόνο μουσική. Περπάτησε πολύ στην Παράμεση Πόλη, μόνος του. Συμφιλιώθηκε με την ιδέα του μονόδρομου, τίποτα από αυτά που άφηνε πίσω του δεν θα του έλειπαν πια, ίσως λιγάκι η αίσθηση της έντασης σ’ έναν άγριο καυγά, κάτι πολύ συνηθισμένο στην πρωτόγονη Έξω Πόλη.

Η Έσω Πόλη δεν ήταν τίποτε το παράξενο ή εξωτικό, παρά τις απίθανες φήμες που κυκλοφορούσαν στ’ ανατολικά. Ο ήλιος έδυε στον ωκεανό όταν έφτασαν, ένα θέαμα που δεν έχασε από τότε καμιά μέρα της υπόλοιπης ζωής του. 

© dch09

υγ. την ιστορία αυτή έστειλα στο διαγωνισμό διηγήματος IMAGINE YOUR FUTURE IN A CHANGING CITY .   

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 2 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Copyright© 2009 ΔΥΟΔΕΚΑ Α.Ε.       Ανάπτυξη εφαρμογής verve VERVE Internet & Open Source Solutions  / Διεύθυνση project FairyNetwork