Αθήνα   26°C
LIFO
ΑΡΧΕΙΟ: Ιανουάριος 2008
Τετ, 30 Ιαν 2008 11:05 μμ

Η 53η ΛΗΣΤΕΙΑ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

Τι κάνει ο ηλίθιος, δεν βλέπει το όπλο; Έδωσε μία κι έσπασε το τζάμι της βιτρίνας για να καταλάβει ο άλλος ότι μιλούσε σοβαρά. Ο Μιχάλης βιαζόταν για ένα λόγο παραπάνω, η νάιλον κάλτσα του έφερνε αφόρητη φαγούρα στο πρόσωπο. Ο φαρμακοποιός τρόμαξε πραγματικά, αλλά τα λεφτά από τις εισπράξεις τα είχε ήδη στείλει στην τράπεζα, μόνο ψιλά είχε το ταμείο. Του μέτρησε γύρω στα 130 ευρώ σε κέρματα, κατέβασε και μερικά παυσίπονα από το ράφι, κι άρχισε να μυξοκλαίει ‘μη με σκοτώσεις, τα παιδάκια μου…πάρε ό,τι θέλεις, να χαρείς’. Ο Μιχάλης βούτηξε ακόμη τρία κουτιά καρδιοτονωτικά για τη μάνα του, δύο σαμπουάν για ξηροδερμία και μπόλικες καραμέλες για το βήχα. Έτρεξε έξω στην έρημη στοά, έβγαλε την κάλτσα γρήγορα κι έκρυψε καλά το όπλο του στη μέσα τσέπη του παλτού του. Όταν πήρε τη στροφή ήταν ξανά ένας τριανταοχτάρης δικηγόρος με συντηρητικό ντύσιμο κι ένα τσούρμο χαμένες υποθέσεις. ‘Μιχάλη! Εσύ είσαι; Βρέ, τι σύμπτωση είναι αυτή; Δεν το πιστεύω! Ο Μιχάλης! Αν είναι δυνατόν!’ Στην αρχή δεν κατάλαβε ποιος ήταν ο φαλακρός με το περιποιημένο μουσάκι που φώναζε στη μέση του δρόμου, γρήγορα θυμήθηκε τη χαρακτηριστική τσιριχτή φωνή που είχε να την ακούσει από το σχολείο. Ο Καρπόζηλος δεν σταμάτησε εκεί όμως. Τον τράβηξε με το ζόρι στο απέναντι μεζεδοπωλείο όπου, κοίτα να δεις! Είχε ραντεβού με παλιούς συμμαθητές απ’ το σχολείο, μια παρέα που δεν είχαν χάσει επαφή και που χωρίς αμφιβολία θα τρελαίνονταν απ’ τη χαρά τους αν έβλεπαν έναν καινούργιο από τα παλιά. Οι αντιρρήσεις του καθόλου δεν πτόησαν τον Καρπόζηλο κι έτσι όταν οι περαστικοί άρχισαν να τους κοιτάζουν με περιέργεια, ο Μιχάλης τον ακολούθησε μέσα στο μαγαζί. Μάλλον ήταν οι πρώτοι. Έπιασαν ένα τραπέζι για οκτώ, ευτυχώς δεν θα ήταν τόσο πολλοί, έβγαλε το παλτό του και το κρέμασε προσεκτικά στον καλόγερο, όσο μπορούσε πιο κάτω από τα άλλα παλτά. Η αίθουσα ήταν μισογεμάτη αλλά μέχρι να έλθουν και οι άλλοι γέμισε ασφυκτικά. Οι άλλοι ήταν μόλις τέσσερεις και μια γκομενίτσα που ο ‘επιτυχημένος’ της παρέας έσερνε μαζί του για βοηθό. Άνδρες όλοι, ο Χρήστος, τραπεζικός με ειδίκευση στα καταναλωτικά δάνεια, ο Αντρέας, οδοντογιατρός στην Ελευσίνα και ο Χάρης (πρώην Μπάμπης) δικηγόρος κι αυτός, υποψήφιος στις τελευταίες εκλογές, και επιλαχών στη Β’ Αθηνών παρακαλώ, με το ένα πόδι στο Κοινοβούλιο! Κανείς δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στον Μιχάλη όταν έμαθαν ότι πήρε το γραφείο του πατέρα του και ασχολούταν με ασφαλιστικές αποζημιώσεις. Σε λίγα λεπτά άκουσαν τα περιπολικά. Ο σερβιτόρος τους ενημέρωσε για τη ληστεία στο απέναντι φαρμακείο, μέσα στη στοά. Μιλούσαν για πέντε χιλιάδες ευρώ και κάμποσα ακριβά ναρκωτικά, η παρέα δεν ασχολήθηκε περισσότερο. Άλλωστε όλοι ήταν απασχολημένοι ν’ ακούνε τα αεροπλανικά γαμήσια του Μπάμπη, ακόμη και η ‘βοηθός’ του που μάλλον πρωταγωνιστούσε σε πολλά από αυτά. Ένας γεράκος πλησίασε τον καλόγερο κι άρχισε να ψαχουλεύει τα παλτά όταν δυο αστυνομικοί μπήκαν μέσα στο μαγαζί. Υπέθεσε ότι έψαχναν μάρτυρες, πάντως στα τραπέζια δεν πήγαν. Ο γέρος έριξε όλα τα παλτά κάτω, μαζί με τον καλόγερο. Ο Μιχάλης άκουσε το όπλο του να χτυπάει στο πάτωμα, ή μήπως ήταν οι καραμέλες; Έτρεξε όμως γρήγορα και το μάζεψε πριν το δουν. Ο Καρπόζηλος τον πείραξε για την υστερία με το παλτό, κι έτσι βρήκε ένα καλό σημείο να την κοπανήσει. Τότε ήρθε η Αλεξάνδρα. Δεν ήξερε ότι ο κρυφός εφηβικός του έρωτας είχε παντρευτεί τον άχρωμο Αντρέα από την Ελευσίνα. Ξανακάθησε κάτω, η Αλεξάνδρα δίπλα του, του χάρισε ένα ζεστό χαμόγελο και για πρώτη φορά στη ζωή του γλύκανε από τις σχολικές αναμνήσεις του. Σε δέκα λεπτά όλα είχαν αλλάξει. Ο Μπάμπης έφυγε τρέχοντας μετά το τηλέφωνο που έλαβε –υποτίθεται- από τον αρχηγό του κόμματος, ο Χρήστος προσφέρθηκε να τους πετάξει με τ’ αμάξι και ο Αντρέας πλακώθηκε άσχημα με την Αλεξάνδρα γιατί τράκαρε το αμάξι. Ήρθε ο λογαριασμός κι ήταν πάλι μόνοι τους, ο Καρπόζηλος ξερόβηξε. ‘Ξέρεις, πληρώνουμε κυκλικά και σήμερα μάλλον είναι η μέρα μου, αλλά δεν… το ξέχασα… Τι λέω; Πλήρωσε εσύ μιας και μπήκες πια στην παρέα και την άλλη φορά θα σας πάω για ψάρι, στου Δουράμπεη!». Είχαν έρθει κάμερες απ’ έξω. Τι διάολο, για μια κωλοληστεία; Πήγε γρήγορα να πληρώσει στο ταμείο, 134 ευρώ, ο ταμίας μουτρούνιασε με τα ψιλά, άφησε και τέσσερα πουρμπουάρ για να τον ηρεμήσει και βγήκε στο δρόμο. Μια μικρόσωμη ρεπόρτερ έστελνε το ρεπορτάζ της που μάλλον δεν θα έμπαινε στο δελτίο. «Βρισκόμαστε μόλις στις αρχές Ιανουαρίου και η 53η ληστεία της χρονιάς είναι γεγονός. Ο δράστης, μάλλον αλλοδαπός, γιατί όπως είπε το θύμα μιλούσε σπαστά ελληνικά, εξαφανίστηκε μέρα μεσημέρι μέσα στη πόλη. Η αστυνομία έχει εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψή του. Είναι θέμα ωρών, μας διαβεβαίωσε ο αστυνόμος Κώστας ….». Δεν άκουσε το επίθετο, είχε ήδη απομακρυνθεί. «Μιχάλη, το τηλέφωνό σου! Δεν μου το ‘δωσες!». Έστειλε ένα αδιευκρίνιστο νεύμα στον Καρπόζηλο που φώναζε από μακριά και άρχισε να τρέχει. ©dch08
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 4 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Δευ, 07 Ιαν 2008 10:09 μμ

ΔΕΝ ΕΜΑΘΕ ΚΑΝ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥΣ

Περιέγραψε στην αστυνομία με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα της προηγούμενης ώρας. Η κοπέλα με το μηχανάκι έπεσε πάνω στο αυτοκίνητό του χωρίς κανένα λόγο. Το επιβεβαίωνε άλλωστε και ο περιπτεράς. Είχε χτυπήσει λίγο στο πόδι, κούτσαινε, και στο δεξί της χέρι υπήρχαν αίματα. Συμπεριφερόταν από την αρχή σαν χαμένη. Ψέλλιζε ‘εγώ φταίω, εγώ φταίω’ συνεχώς και με το ζόρι κατάφερε να την πείσει να ρίξει λίγο νερό στην πληγή της. Η κοπέλα το έσκασε την ώρα που εκείνος τηλεφωνούσε στην αστυνομία, με τα πόδια! Το μηχανάκι ήταν ακόμη μπροστά στο περίπτερο στραπατσαρισμένο. Πήγε το αμάξι του στο συνεργείο και γύρισε στο γραφείο. Το ασανσέρ έμεινε ανάμεσα στον τέταρτο και τον πέμπτο. Η καλοντυμένη κυρία που ήταν μαζί του άρχιζε να χλομιάζει. Προσπάθησε να την καθησυχάσει, συνέβαινε συχνά, θα τους έβγαζαν σε λίγα λεπτά. Η αφύσικα αμίλητη κυρία άρχισε ξαφνικά να ουρλιάζει μέσα στο ακινητοποιημένο ασανσέρ, τόσο δυνατά που αναγκάστηκε να της δώσει ένα χαστούκι να συνέλθει. Σωριάστηκε στα πόδια του λιπόθυμη σαν ένα σακί από πατάτες. Αφού έφυγε το νοσοκομειακό, η πυροσβεστική του πήρε κατάθεση, θα ξανάρχονταν βέβαια ανάλογα με την εξέλιξη της υγείας της κυρίας. Πήγαν όλοι μαζί να τσιμπήσουν κάτι το απόγευμα. Οι συνάδελφοι, ας είναι καλά, προσπαθούσαν φιλότιμα να του φτιάξουν το κέφι. Είχαν ήδη ακουστεί καμιά τριανταριά παρόμοιες εμπειρίες από την ομήγυρη όταν αποφάσισε να πει ένα ανέκδοτο. Δεν ήταν από τα καλύτερά του, αλλά η στρουμπουλή σερβιτόρα που καθάριζε εκείνη τη στιγμή το τραπέζι, ξεράθηκε στα γέλια. Μόνο όταν άρχισε να μπλεδίζει το πρόσωπό της κατάλαβαν ότι πνιγόταν άσχημα. Έξη άνθρωποι την βαρούσαν στην πλάτη χωρίς αποτέλεσμα όταν κάποιος θυμήθηκε τη λαβή στο διάφραγμα. Άφησαν ένα γενναίο πουρμπουάρ και χωρίστηκαν σιωπηλοί. Πήρε ταξί για το σπίτι. Κάθισε αναπαυτικά στο πίσω κάθισμα και υποσχέθηκε στον εαυτό του ένα καλό μοναχικό μεθύσι. Ουσιαστικά ηρέμησε όταν μπήκε στο αγαπημένο, φρικτά βρώμικο κι ακατάστατο, εργένικο διαμέρισμα του. Πραγματικά, δεν του συνέβη πια τίποτε άλλο!  

©dch08

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 2 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Δευ, 07 Ιαν 2008 02:28 πμ

ΧΕΙΜΕΡΙΑ ΝΑΡΚΗ

Όταν άνοιξα τα μάτια μου είδα τον Αβούρη να μου χαμογελά σαρκαστικά. Το κωλόπαιδο! Είχε βουτήξει την πρώτη βάρδια με μιξοκλάματα στον προϊστάμενο και μ’ έριξαν εμένα ξανά στο ‘γερμανικό’ νούμερο: Δεκέμβριο-Ιανουάριο. Για την τρίτη βάρδια δεν το συζητώ, την είχαν καπαρωμένη οι παλιοί. Από τον Οκτώβριο που αρχίζει η χειμέρια νάρκη δεν κοιμούνται όλοι μαζί αλλά σταδιακά ανά οικοδομικό τετράγωνο και ανά όροφο, από πάνω προς τα κάτω με τελευταία τα μαγαζιά του ισογείου. Έτσι μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου βρίσκεις που και που κάποιον άνθρωπο να μιλήσεις ή να σου σερβίρει ένα τελευταίο ποτό. Το ίδιο και το Φλεβάρη, μετά τις 25 ξυπνούν οι πρώτοι στα νοσοκομεία και στις βάσεις του στρατού και μέχρι το τέλος Μαρτίου οι δρόμοι ξαναγίνονται αδιάβατοι από τα πολλά αυτοκίνητα και τους ανθρώπους που βγαίνουν για φαγητό. Σηκώθηκα, πλύθηκα και ξυρίστηκα με κρύο νερό, δεν ήθελα να σπαταλήσω νωρίς τα τις 180 κιλοβατώρες που μου αναλογούσαν. Δεν ξέρω γιατί κάθε χρόνο ξυρίζομαι με τόση επιμονή, αφού πιθανότατα ούτε φέτος θα δω κανέναν εκτός ίσως από το φύλακα της απέναντι πλευράς της μεγάλης λεωφόρου που έτσι κι αλλιώς είναι πολύ μακριά για να διακρίνει ότι δεν μου πάει καθόλου το μούσι. Σκατά! Αυτή η δουλειά, αν και πλήρωνε καλά, μου προκαλούσε τελικά κατάθλιψη. Και να φανταστείς, εγώ δεν ψήφισα υπέρ της χειμέριας νάρκης πριν από εννιά χρόνια, στο δημοψήφισμα. Το 77% όμως προτίμησε τη νάρκωση από την οικονομία στην ενέργεια, είπαν και κάποιοι πουλημένοι γιατροί ότι δήθεν με τον καλό ύπνο θ’ αυξηθεί αρκετά ο μέσος όρος ζωής και θα ‘ρθει μία η άλλη με την απώλεια των πέντε-‘ξη μηνών κάθε χρόνο, και να ‘μαι εδώ στο καταχείμωνο να περιπολώ στην κοιμισμένη πόλη. Το σκέφτονται, λέει, και για το καλοκαίρι, ένα μήνα μόνο για να γλυτώσουν από τα κλιματιστικά. Τουλάχιστον τότε θα μπορώ να κάνω και κανα μπάνιο. Η πρώτη βδομάδα πέρασε πιο γρήγορα απ’ ότι περίμενα. Το κρύο ήταν υποφερτό και είδα όλες τις ταινίες του καλοκαιριού. Στην περιπολία πέρασα από το σπίτι της μητέρας μου και πότισα τα λουλούδια της, έφτιαξα τη τσουλήθρα για τ’ ανίψια μου που είχε πέσει, άλλαξα τους ορούς στο νοσοκομείο και κούρεψα το γκαζόν του προεδρικού μεγάρου. Τη δεύτερη βδομάδα έβρεχε συνεχώς, το έριξα στις τσόντες μέχρι που πόνεσε όλο μου το σώμα. Μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου κρατήθηκα ως συνήθως από την περιέργειά μου. Έμπαινα στα διαμερίσματα των κοιμισμένων και ψαχούλευα τα πράγματά τους: φωτογραφίες, κρυμμένα ημερολόγια, απαγορευμένα ‘παιχνίδια’ και καταχωνιασμένα όνειρα. Πολλοί και πολλές κοιμόντουσαν γυμνοί, δεν τολμούσα όμως ν’ αγγίξω τις γκόμενες μετά το κάζο που έπαθε πρόπερσι ο Καμπόλης κι έφαγε δέκα χρόνια φυλακή. Το χειρότερο όμως είναι τα πεκινουά. Αυτά τα ηλίθια σκυλιά δεν τα πιάνει καλά η νάρκωση και συχνά ξυπνάνε στη μέση του χειμώνα κι αρχίζουν να σουλατσάρουν στους δρόμους με την απαίσια μούρη τους. Φέτος πάλι αναγκάστηκα να κυνηγήσω δυο-τρία για ευθανασία. Στις αρχές Γενάρη ξόδεψα τις περισσότερες μονάδες ενέργειας, δεν άντεχα τα βράδια χωρίς φως. Μετά τις 7 του μήνα σημείωνα τις μέρες στον τοίχο σαν φυλακισμένος. Στις 23, δεν άντεξα, πήγα σπίτι της. Την είχα γνωρίσει στο τέλος του καλοκαιριού, είχαμε περάσει πολύ λίγες μέρες μαζί και δεν ήθελα να χαλάσω με την αδιακρισία μου τη μαγεία μιας σχέσης που ξεκινά. Κοιμόταν αγκαλιά με το γάτο της τον Πάκο, μόνη της, δεν έλεγε ψέματα. Γνωριστήκαμε στο γυμναστήριο και από την αρχή ταιριάξαμε καλά. Ήταν μοναχική όπως κι εγώ, καχύποπτη με τους άλλους, κυνική όσο δεν παίρνει και ταυτόχρονα έβγαζε μια βαθειά μελαγχολία όταν τολμούσες να την πειράξεις. Περίμενα την άνοιξη με ανυπομονησία, αν και θα ‘μουν από τους τελευταίους που θα ξύπναγαν, για να πάμε παρακάτω. Της είχα υποσχεθεί ότι δεν θα έψαχνα τα πράγματά της και με πίστεψε. Μα το Θεό, δεν θα πήγαινα αν μου είχαν αφήσει λίγα μπουκάλια παραπάνω. Άνοιξα τον υπολογιστή της, στο κάτω-κάτω δεν είχε password. Στο Outlook κατάλαβα ότι αλληλογραφούσε με καμιά δεκαπενταριά ακόμη άντρες, με πολλούς απ’ αυτούς κι ερωτικά. Αυτή η δουλειά θα με φάει τελικά. Ξύπνησα τον επόμενο μια μέρα νωρίτερα, του ζήτησα να θάψει ένα ψόφιο γάτο που βρισκόταν πεταμένος στο δρόμο και πήρα τα χάπια μου, όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Ένας καλός ύπνος ήταν ό,τι χρειαζόμουν περισσότερο.

©dch08

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 2 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Copyright© 2009 ΔΥΟΔΕΚΑ Α.Ε.       Ανάπτυξη εφαρμογής verve VERVE Internet & Open Source Solutions  / Διεύθυνση project FairyNetwork