Βαρέθηκε τόσες μέρες μέσα στο σπίτι, έβαλε μια πράσινη μπλούζα που αγαπούσε πολύ κι ένα μπεζ παντελόνι με μεγάλες τσέπες κι είπε να βγει καμιά βόλτα στη σκάλα. Έμενε στους πάνω–πάνω ορόφους και ήταν από τους λίγους που είχαν κλειδιά του ασανσέρ. Αυτά όμως για την επιστροφή. Τώρα ήθελε να κατέβει όσο πιο κάτω μπορούσε, σε κείνους τους ορόφους που θα συναντούσε τη ζωή που τον γοήτευε τόσο πολύ. Δεν φοβόταν ιδιαίτερα, ήξερε να περνά απαρατήρητος και να ξεγλιστρά στα κεφαλόσκαλα αν υπήρχε επείγουσα ανάγκη. Ξεκίνησε να κατεβαίνει χαρούμενος, σιγοτραγουδώντας το τραγούδι που έπαιζαν τα μεγάφωνα. Δύο ορόφους πιο κάτω, στον 1122ο, συνάντησε τον κύριο που έμενε δίπλα του ν’ ανεβαίνει με τα πόδια. Πάλι μάλλον είχε παίξει στα χαρτιά τα κλειδιά του ασανσέρ. Χαιρέτησε τον μανάβη στον 1119ο και καθυστέρησε λίγο στη έκθεση ζωγραφικής στον 1108ο. Είχε πολύ κόσμο αυτή τη φορά η Μπετίνα Νολ, αλλά εκείνου δεν του άρεσαν καθόλου τα έργα της. Της έγνεψε από μακριά για να την αποφύγει και χάθηκε τρέχοντας κάτω από τον 1100ο. Το τοπίο άλλαξε ανεπαίσθητα, το φως του φάνηκε πιο χαμηλό, μικρές φθορές εμφανίστηκαν στους τοίχους και ο κόσμος στη σκάλα έδειχνε να πυκνώνει. Μετά τον 1032ο αναγκάστηκε να πηδήξει τρία καρότσια και ν’ αποφύγει δύο μπαλιές των πιτσιρικάδων που έπαιζαν ανενόχλητοι στον 1013ο. Ευτυχώς κάτω από τον 950ο δεν υπήρχαν άλλα παιδιά κι έτσι άρχισε ν’ απολαμβάνει ξανά τη βόλτα του. Σταμάτησε για καφέ σ’ ένα πολύ συμπαθητικό μαγαζί στον 890ο. ο ιδιοκτήτης τον ήξερε και τον σέρβιρε χωρίς κουβέντα. Ένας μεσόκοπος κύριος ήρθε στη μπάρα και ζήτησε ποτό. «Καλημέρα, Δήμαρχε Πεκ, νωρίς βγήκατε σήμερα…». Ο Δήμαρχος της σκάλας, ήδη πιωμένος, έμοιαζε να θέλει κουβεντούλα: «Είστε του ορόφου, δεν σας έχω ξαναδεί…». «Ο Μάκι Τορ μένει πάνω από τον 1100ο…. αρχιτέκτονας». Άρχισε να θυμώνει με τον φλύαρο μπάρμαν... Ο Δήμαρχος χαμογέλασε πλατιά και μ’ ένα μακρόσυρτο επιφώνημα προετοιμάστηκε για τη συνέχεια. Ο Μάκι τον παράτησε σύξυλο και χάθηκε στη σκάλα. Δεν σταμάτησε για να πάρει ανάσα παρά μόνο στον 837ο, σιχαινόταν τους πολιτικούς όπως όλοι τους στους πάνω ορόφους. Μετά τον 700ο ένοιωσε να πλησιάζει στο στόχο του, κατέβαινε τη σκάλα με γρήγορη ταχύτητα, μόλις ακουμπώντας τα δάκτυλά του στη κουπαστή. Το φως ήταν λιγοστό, οι περισσότερες λάμπες έλειπαν, η ζέστη αυξανόταν και οι τοίχοι έμοιαζαν να λειώνουν γεμάτοι συνθήματα και βρισιές. Οι άνθρωποι τον κοίταζαν αγριωπά, αραχτοί στα κεφαλόσκαλα, αμίλητοι μέσα στη δυνατή μουσική που έβγαινε από τα μεγάφωνα. Πέρασε τον 586ο και την είδε. Έπινε το ποτό της σ’ ένα κακόφημο μπαρ ψαρεύοντας πελάτες. Στην άλλη γωνία η φίλη της πηδιόταν μ’ ένα ξερακιανό μεσήλικα με κοτσίδα. Της έριξε μια ματιά γεμάτη πόθο και την προσπέρασε, θα ξαναγύριζε με το παραδάκι. Έφτασε στον 551ο και σταμάτησε, πιο κάτω ήταν μόνο οι φυλακές και τα νοσοκομεία. Δεν ήθελε να μπει εκεί μέσα. Περίμενε τον Αγοραστή μαζί με τους άλλους, ρίχνοντας κλεφτές ματιές πάνω και κάτω. Σε λίγα λεπτά είχε ανταλλάξει ένα μικρό μπουκαλάκι μ’ ένα υποκίτρινο θολό υγρό που κουβαλούσε στην τσέπη του μ’ ένα πάκο χαρτονομίσματα. Οι άλλοι που αντάλλασσαν λάμπες για λίγα κέρματα, τον κοιτούσαν με ζήλεια. Οι κάτω όροφοι είχαν πάντοτε έλλειψη από φρέον και πλήρωναν όσο-όσο γι’ αυτό που έκλεβε από τα κλιματιστικά της ταράτσας. Ο Αγοραστής του έδειξε την απέχθειά του πετώντας τα λεφτά στα σκαλοπάτια. «Κάποια μέρα, μετά τον 900ο δεν θα μείνει τίποτε», ο Μάκι το είχε ξανακούσει πολλές φορές. «Και τα παιδιά;», ρώτησε μάλλον αδιάφορα. «Έχουμε αρκετά εδώ κάτω, φτάνουν». Χαμογέλασε ειρωνικά, δεν φοβόταν τις απειλές, εξάλλου αυτός είχε φτιάξει τη σκάλα. ©dch07