Αθήνα   25°C
LIFO
ΑΡΧΕΙΟ: Αύγουστος 2007
Παρ, 24 Αύγ 2007 12:39 πμ

Η ΓΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ

Προτιμούσε τις ταινίες που είχαν γλυκιά γεύση. Κι αυτό την έφερνε σε σύγκρουση με το σύντροφό της που επέμενε να τρώνε μαζί τις αλμυρές. Ενώ ο κινηματογράφος ξεπέρασε την πολλοστή κρίση του για άλλη μια φορά με επιτυχία, μια άλλη κρίση εγκαταστάθηκε στη σχέση τους. Τα στούντιο της ILM ήταν τα πρώτα που έβγαλαν τις ταινίες σε φαγώσιμη μορφή και σύντομα ακολούθησαν κι οι άλλες εταιρείες με ανταγωνιστικές γεύσεις. Στην ουσία ο κινηματογράφος ήταν ένας εντελώς άγευστος ημιδιαφανής πολτός που του προσέθεταν αρώματα και χρωστικές για να ευχαριστήσουν το κοινό. Κυκλοφορούσαν οι ταινίες σε βαζάκια του 1/3 έως 1/2 του λίτρου και μπορούσες είτε να τις φας σκέτες, είτε να τις αλείψεις σε ψωμί, φρυγανιά ή ακόμη και σ’ ένα ειδικό παραλληλόγραμμο μπισκότο σε ανάμνηση του φιλμ. Μετά από είκοσι λεπτά από την τελευταία κουταλιά ξεκινούσε η επήρεια του κινηματογραφικού ζελέ και ζούσες ζωντανά όλη την ταινία σαν να ήσουν εκεί, δίπλα από τους ηθοποιούς. Πιο ακριβά και πιο δυσεύρετα ήταν τα βαζάκια με συγκεκριμένους ρόλους που σου επέτρεπαν να ζήσεις μια συγκλονιστική εμπειρία σαν ‘Λώρενς της Αραβίας’ ή σαν Ρικ στην ‘Καζαμπλάνκα’ ή ακόμη σαν πρωταγωνίστρια στο ‘Μωρό της Ρόζμαρι’. Οι καινούργιες ταινίες έκαναν μια γρήγορη βόλτα στις αίθουσες, σε μια βδομάδα έβγαιναν σε DVD και πολύ σύντομα ανέβαιναν στα ράφια των σουπερμάρκετ για κατανάλωση. Πήγαινε πάντα μαζί της για ψώνια κι αυτό το εύρισκε πολύ τρυφερό. Ποτέ δεν έφτιαχναν κατάλογο από το σπίτι. Αυτοσχεδίαζαν τις επόμενες μέρες εκεί μπροστά στα φαγητά και τα ποτά. Αύριο θα φτιάξουμε μακαρόνια με τόνο, θα πιούμε λευκό κρασί Σαντορίνης και θα μοιραστούμε μια τούρτα με το ‘Playtime’ του Tati… Κάπου εκεί χάλαγε τα όνειρο. Έτρωγαν τη τούρτα για το χατίρι της και καρφωτά μια τυρόπιτα με τους ‘Ασυγχώρητους’. Το στομάχι της είχε γίνει χάλια, ξερνούσε ταινίες σχεδόν κάθε πρωί κι εκείνος την κοίταζε με μια έκφραση που της φάνηκε ότι έμοιαζε μ’ αηδία. Σταμάτησαν να τρώνε μαζί, να ψωνίζουν μαζί, να κάνουν σχέδια για την επόμενη μέρα… Το καταλάβαιναν και οι δυό ότι δεν πήγαινε άλλο. Αποχαιρετίστηκαν φιλικά με μια γλυκόξινη ‘Λίστα του Σίντλερ’.            ©dch07
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 5 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Πεμ, 23 Αύγ 2007 02:54 πμ

Ο ΨΙΘΥΡΟΣ

Ίσα που τον άκουσε τον ψίθυρο μέσα στη φασαρία του κόσμου που τον επευφημούσε. «Θα χάσεις…». Προφανώς κάποιος από τους αντιπάλους του κατάφερε να παρεισφρύσει στις γραμμές τους. Δεν το ανέφερε καν στους άνδρες της ασφάλειάς του. Την επόμενη φορά άκουσε τον ψίθυρο λίγο πριν αρχίσει μια προγραμματισμένη συνέντευξη τύπου. «Θα χάσεις…», οι λέξεις πέρασαν ανεπαίσθητα μέσα από τα μεγάφωνα της ηχητικής εγκατάστασης. Πάλι δεν έκανε καμία φασαρία, μπορεί στο κάτω-κάτω να μιλούσαν οι τεχνικοί μεταξύ τους. «Θα χάσεις…», ο ψίθυρος, αν και σιγανός, έσκισε τη σιωπή ένα βράδυ που καθόταν να ηρεμήσει στη βεράντα του σπιτιού του.  Ένοιωσε την ανάγκη να κάνει κάτι γι’ αυτήν την κακόγουστη φάρσα. Φώναξε τη φρουρά του και ζήτησε να ψάξουν εξονυχιστικά όλη την περιοχή. Έπιασαν στην άλλη γωνία έναν κακόμοιρο μετανάστη που προσπαθούσε να βρει τίποτε χρήσιμο στα σκουπίδια. Δεν ήξερε γρι ελληνικά κι έτσι τη γλίτωσε προσωρινά.  Ξεκίνησε ευδιάθετος για τη μεγάλη περιοδεία, οι δημοσκοπήσεις πάλι τον έφερναν μπροστά. Του άρεσαν τα μεγάλα ξενοδοχεία με τα πλούσια πρωινά και οι βόλτες θριάμβου ανάμεσα στον κόσμο. «Θα χάσεις…», ο ψίθυρος τον ξύπνησε στο κάθισμα του αεροπλάνου. Ανακάθισε λουσμένος στον ιδρώτα και κοίταξε γύρω του. Όλοι οι έμπιστοι συνεργάτες του, του έστειλαν ένα χαμόγελο γλυκιάς υποταγής. Σιγουρεύτηκε πια ότι υπήρχε κάποιος προδότης ανάμεσά τους. Θα τον έβρισκε σίγουρα, τι διάολο, δεν ήταν τυχαία ο αρχηγός. «Θα χάσεις…» του φάνηκε ότι ψέλλισε ο άρρωστος ναυτικός στο νοσοκομείο των απομάχων που επισκέφτηκε όπως έκανε κάθε φορά πριν τις εκλογές. Αλλά πάλι δεν ήταν σίγουρος, μπορεί και να είπε «θαλάσσης…». Δεν τον έδιναν στο τηλέφωνο παρά μόνο αν ήταν ένα σπουδαίο πρόσωπο στην άλλη άκρη της γραμμής. Ο νεαρός βοηθός μπορεί και να μην ήξερε καλά τις φωνές, πάντως υπέθεσε ότι ήταν ο πρεσβευτής των ΗΠΑ. Πήγε με αέρα στο τηλέφωνο, σίγουρος για τη στήριξη που θα του έδινε η υπερδύναμη. «Θα χάσεις…». Δεν πήγαινε άλλο! Διέταξε αμέσως ανακρίσεις. Ο νεαρός βοηθός απολύθηκε φυσικά, όσο για τον πρεσβευτή, διαπίστωσαν ότι έλειπε διακοπές στη Χαβάη. Άκουγε τον ψίθυρο όλο και πιο συχνά. «Θα χάσεις…», «Θα χάσεις…», «Θα χάσεις…», «Θα χάσεις…», «Θα χάσεις…». Μέσα σε μια εβδομάδα είχε διώξει έναν-έναν όλους τους συνεργάτες του. Ο τελευταίος που απολύθηκε ήταν ο παιδικός του φίλος που ήταν μαζί του από την αρχή. Έφυγε με πίκρα και δάκρυα στα μάτια. Πριν περάσει τη πόρτα του φώναξε από το βάθος της αίθουσας με οργή «ΘΑ ΧΑΣΕΙΣ!». Ώστε  αυτός ήταν ο ένοχος; Επιτέλους, γλύτωσε! Δεν ξανάκουσε ποτέ ξανά αυτές τις δύο λέξεις, προχωρούσε με αυτοπεποίθηση προς τη νίκη, πιο σίγουρος από ποτέ. Όταν άρχισε ο κόσμος στους δρόμους να ψιθυρίζει «Θα χάσει…», οι καινούργιοι του συνεργάτες, άπειροι και λίγο φοβισμένοι, δεν τόλμησαν ποτέ να του το μεταφέρουν.                                                                              ©dch07
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 12 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τετ, 22 Αύγ 2007 03:09 πμ

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Η παράσταση συνεχιζόταν κανονικά ενώ έξω γινόταν χαμός. Η εισβολή των Ζούλαξ στην πόλη είχε αρχίσει νωρίτερα απ’ ότι περίμεναν αλλά ευτυχώς αυτοί οι άξεστοι πολεμιστές είχαν μανία με το θέατρο. Οι αίθουσες είχαν για πρώτη φορά γεμίσει ασφυκτικά από κόσμο που ήλπιζε έτσι να σώσει το τομάρι του. Οι Ζούλαξ λάτρευαν το θεό Μέγα Ηθοποιό που τον παρίσταναν με τη μορφή μιας ψιλόλιγνης φιγούρας αδιευκρίνιστου φύλου σε στάση δραματικής ερμηνείας. Οι ηθοποιοί ήταν γι’ αυτούς δυσεύρετοι και τους θεωρούσαν ιερά πρόσωπα, όπως πάνω-κάτω είναι οι αγελάδες για τους Ινδούς. Δεν διέκοπταν ποτέ παραστάσεις για να μην προκαλέσουν τη θεϊκή μήνιν, παρακολουθούσαν με δέος ακόμη και τους κλόουν στο τσίρκο. Οι θίασοι της πόλης είχαν επιλέξει πολύωρα έργα όπως η Ορέστεια του Αισχύλου ή ο Άμλετ του Σαίξπηρ, ακόμη και κάποια βουκολικά δράματα που ήταν παντελώς ξεχασμένα. Όταν τέλειωνε μια παράσταση το κοινό έτρεχε στα κρυφά από θέατρο σε θέατρο με χιλιάδες προφυλάξεις κάτω απ’ τη μύτη των ανυπόμονων για αίμα Ζούλαξ που περιπολούσαν στους άδειους δρόμους. Κάπως έτσι πέρασε η πρώτη βδομάδα της κατοχής και μπαίνοντας στη δεύτερη δυσκόλεψαν τα πράγματα. Οι ηθοποιοί ήταν κατάκοποι πια κι έτσι το κοινό που είχε πια μάθει τους ρόλους απ’ έξω άρχισε να τους αντικαθιστά έναν-έναν στη σκηνή. Οι παραστάσεις μετατράπηκαν σ’ ένα απίστευτο τρελοκομείο όπου κοινό, ηθοποιοί και έργα μπερδεύονταν μεταξύ τους φτιάχνοντας ένα θεατρικό παραλήρημα που οδήγησε τους Ζούλαξ σ’ ένα συνεχή θρησκευτικό παροξυσμό και μια ιερή κατάνυξη τους κατέλαβε σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορέσουν να οργανώσουν αποτελεσματικά την κατοχή τους. Πριν περάσει ένας μήνας αναγκάστηκαν ν’ αποσυρθούν στα χωριά τους σε απόλυτη πνευματική ανάταση και εσωτερική γαλήνη. Οι άνθρωποι της πόλης όμως δεν έβαλαν μυαλό. Αν και χρωστούσαν τόσο πολλά στον Μέγα Ηθοποιό ποτέ δεν τον αναγνώρισαν σαν θεό τους. Ακόμη και σήμερα γιορτάζουν την επέτειο της σωτηρίας της πόλης τους απ’ τους Ζούλαξ με περιφορά του αγάλματος του Αυστηρού Κριτή.             ©dch07
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 2 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Παρ, 17 Αύγ 2007 02:26 μμ

Η ΣΤΕΛΛΑ

Γνώρισα τη Στέλλα στη κηδεία του παππού μου όταν ήμουν έξη ετών, μια γριά ξερακιανή μακρινή θεία με διαπεραστική φωνή κι ένα θανατερό χιούμορ. Είχε έρθει να συλλυπηθεί υποτίθεται, αλλά σύντομα άρχισε να λέει πονηρές ιστορίες για την παραξενιά του παππού που γούσταρε αγοράκια και ξημεροβραδιάζονταν «ο καψερός» έξω απ’ τα στρατόπεδα με τη λιμουζίνα του. Η γιαγιά κόντευε να λιποθυμήσει, οι άλλοι συγγενείς είχαν αναψοκοκκινίσει προσπαθώντας να κρύψουν τα γέλια τους και θάψαμε τον παππού με συνοπτικές διαδικασίες. Ξαναείδα τη Στέλλα μετά από δέκα χρόνια στη κηδεία της γιαγιάς μου. Αυτή τη φορά διάλεξε εμένα για κοινό. Άρχισε να μου λέει πώς ξεπαρθενεύτηκε η γιαγιά μου από εκείνη τη παλιά θρυλική ομάδα βόλεϊ της περιοχής και πώς, λόγω της ιδιαιτερότητας του παππού, δεν υπήρχε αρσενικό που να μην είχε πάρει απ’ όσους είχαν έρθει εκείνη τη μέρα να την ξεπροβοδήσουν. Αυτό το τελευταίο το είπε δυνατά για ν’ ακούσουν κι οι άλλοι. Η κηδεία τινάχτηκε στον αέρα από τις συζύγους των γέρων συγγενών και φίλων που μάθαιναν, έστω και καθυστερημένα, τις ανομολόγητες απιστίες των ανδρών τους. Θάψαμε τη γιαγιά μόνοι μας, οι γονείς μου κι εγώ με τη Στέλλα να σκούζει με μαύρο δάκρυ. Πέρασαν άλλα είκοσι χρόνια και τρελάθηκα όταν είδα τη Στέλλα στη κηδεία του πατέρα μου. Θα πρέπει να ήταν 110 ετών, δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ήταν ακόμα ζωντανή. Η μητέρα μου προσπάθησε να τη διώξει αλλά οι άλλοι συγγενείς την απέτρεψαν γιατί δεν ήταν σωστό. Όλα κυλούσαν ομαλά μέχρι τη στιγμή που αρχίσαμε να περπατάμε πίσω από το φέρετρο πηγαίνοντας στον τάφο. Η Στέλλα έκλαιγε γοερά λίγο περισσότερο απ’ το συνηθισμένο, φωνάζοντας «Αγαπημένο μου μωρό σ’ έχασα, με το τριχωτό σου στέρνο, την όμορφη κοιλίτσα σου, το υπέροχο κωλαράκι σου… ωιμέ, πως θα ζήσω χωρίς…» και συνέχισε με κάποια άλλα απόκρυφα χαρακτηριστικά που δεν μπορώ να σας μεταφέρω εδώ. Αυτή τη φορά οι συγγενείς και οι φίλοι δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν τα γέλια τους, ούτε καν ο παπάς. Ο πατέρας μου θάφτηκε μέσα σε μια γενική θυμηδία, σαν να είχαμε πάει σ’ επιθεώρηση κι όλοι έδειχναν ευχαριστημένοι, εκτός βέβαια από τη μητέρα μου που δεν ξαναμίλησε από εκείνη την ημέρα. Φρόντισα την αμίλητη μητέρα μου για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια κι όταν ήρθε η ώρα της κανόνισα μια αμίλητη κηδεία γι’ αυτή, έτσι όπως νόμιζα ότι θα την ευχαριστούσε. Η σκελετωμένη υπεραιωνόβια Στέλλα που εμφανίστηκε περπατώντας με δυσκολία, σχεδόν διπλωμένη στα δύο από το βάρος των χρόνων της με ανησύχησε στην αρχή, αλλά επιτέλους τι θα μπορούσε να κάνει; Δεν άκουγε και δεν έβλεπε σχεδόν τίποτα, η στεντόρεια φωνή της είχε καταλήξει ένας αχνός ψίθυρος που μόλις ακουγόταν, σαν φωνή από το υπερπέραν. Κάθισε δίπλα μου, γιατί με τα χρόνια ήταν η πιο κοντινή συγγενής που μου είχε απομείνει. Με χάιδεψε  τρυφερά στο κεφάλι και τότε μου την αμόλησε! «Την φρόντισες καλά, έστω κι αν δεν ήταν η πραγματική σου μητέρα. Ο Θεός να σ’ έχει καλά παιδί μου..». Στα  εξήντα δύο μου έμαθα τ' άσχημα νέα. Άρχισα τις χημειοθεραπείες με πεσμένο ηθικό, σχεδόν παραιτημένη από κάθε προσπάθεια να παλέψω την αρρώστια μου. Ώσπου έμαθα το θάνατο της Στέλλας. Την είχαν βρει όρθια στο σπίτι της, πεθαμένη τρεις μέρες κι ακουμπισμένη σ’ ένα συρτάρι της ντουλάπας. Πήγα στην κηδεία της για να σιγουρευτώ ότι την έθαψαν. Δεν ήξερα κανέναν από τους συγκεντρωμένους αλλά μ’ εντυπωσίασε η καταπληκτική ομοιότητα που είχαν όλοι με τη συγχωρεμένη. Ας είναι, τίποτε δεν μπορούσε να μου στερήσει αυτήν την τρελή χαρά που ένοιωθα γιατί θα ζούσα λίγο περισσότερο απ' τη Στέλλα, άσε που γλύτωσα στο τσακ και κανείς δεν θα ‘βγαζε τα δικά μου άπλυτα στη φόρα.                      ©dch07
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 5 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Δευ, 13 Αύγ 2007 12:54 πμ

ΜΙΑ ΚΑΚΗ ΨΑΡΙΑ

Δούλευε ως επισκευάστρια ψαριών. Την πολύτιμη άδεια ασκήσεως επαγγέλματος την είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της και τον ευγνωμονούσε για αυτό. Ζούσε με τα τρία παιδιά της στις πηγές του ποταμού, σ’ ένα πανέμορφο σπιτάκι  κι έβγαζε αρκετά ώστε να μπορεί να ζει άνετα μακριά από την Αθηνολαμία. Από τότε που εξέλειπαν τα ψάρια στον πλανήτη, η ανθρώπινη εφευρετικότητα δεν κάθισε ήσυχη. Μέσα σε λίγα χρόνια είχαν παράγει ένα συνθετικό και ιδιαίτερα ανθεκτικό είδος ψαριού που κυκλοφορούσε με μπαταρίες αλατιού και μεγάλωνε μέσα στις θάλασσες απορροφώντας πλαγκτόν. Τα συνθετικά ψάρια όταν γέμιζαν ήταν προγραμματισμένα να παραδίδουν το πλαγκτόν σε συγκεκριμένα παραλιακά εργοστάσια που το επεξεργάζονταν με τη σειρά τους, παράγοντας μια πρώτης τάξεως ενεργειακή πηγή, μεγάλης απόδοσης και φιλική στο περιβάλλον. Σε κάθε παραλαβή ένα 10% των ψαριών χρειαζόταν επισκευή, άσε που της έφερναν κι εκείνα τα μισογεμάτα που μάζευαν οι αμετανόητοι ερασιτέχνες ψαράδες που δεν μπορούσαν ν’ αποκοπούν από το ηλίθιο χόμπι τους. Εκείνη επισκεύαζε το μηχανισμό ανοιγοκλεισίματος του στόματος που συνήθως χάλαγε κι άλλαζε τις μπαταρίες αν είχαν τρυπηθεί από αγκίστρια. Η δουλειά της απαιτούσε μεγάλη ακρίβεια και σταθερό χέρι μιας και γινόταν λαπαροσκοπικά με μικροσκόπιο ακριβείας. Μετά τα έριχνε πάλι στο γλυκό νερό που τους έκανε καλό για λίγες μέρες πριν ξαναμπούν στη θάλασσα. Με τα χρόνια είχε αποκτήσει τη φήμη του άφθαστου τεχνίτη και της έφερναν κι όλες τις δύσκολες περιπτώσεις που χρέωνε πιο ακριβά. Τα συνθετικά ψάρια αν και είχαν ένα μαλακό περίβλημα δεν τρώγονταν φυσικά, όχι γιατί είχαν τίποτε βλαβερό, αλλά ήταν τελείως άνοστα και οι μπαταρίες αλατιού έκαναν κακό στα νεφρά. Η ζωή της πήγαινε πολύ καλά το τελευταίο διάστημα. Τα παιδιά μεγάλωναν μια χαρά και ήδη ο εξάχρονος γιος της είχε δείξει ενδιαφέρον για το οικογενειακό επάγγελμα. Γνώρισε μάλιστα κι έναν εκπαιδευτή βατράχων που άνοιξε το εργαστήριό του εκεί κοντά. Τα πήγαιναν καλά κι ετοιμάζονταν να παντρευτούν την επόμενη άνοιξη. Αρνήθηκε ν’ ανησυχήσει όταν βρήκε το πρώτο αληθινό ψάρι. Το κατάλαβε από την απαίσια μυρωδιά του, τόσο φριχτή που δυσκολεύτηκε να τη σκεπάσει στη μύτη των παιδιών και του συντρόφου της. Συνέβαινε καμιά φορά, είχε ακούσει κι ένα φίλο του πατέρα της να μιλά για αυτούς τους μοναχικούς κολυμβητές. Μετά από τρεις παραλαβές ανησύχησε πραγματικά. Όλο και περισσότερα αληθινά ψόφια ψάρια βρώμαγαν ανάμεσα στα καθαρά, πανέμορφα συνθετικά ψαράκια της. Στη συνέλευση του συλλόγου των επισκευαστών κατάλαβε ότι πραγματικά κάτι δεν πήγαινε καλά. Κανείς δεν μίλησε, αλλά έβλεπε το σκοτεινό βλέμμα των συναδέλφων της και τη βαριά ατμόσφαιρα που είχε απλωθεί στον κλάδο. Το ίδιο βράδυ δεν άντεξε άλλο, μίλησε στο σύντροφό της. Τη φίλησε γλυκά και την καθησύχασε. Θα το αντιμετώπιζαν μαζί, και στο κάτω-κάτω νέα ήταν, θα μπορούσε να ξανα-ειδικευθεί στις μέλισσες.                    ©dch07 
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 10 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Σαβ, 11 Αύγ 2007 02:39 πμ

ΤΑ ΔΙΟΔΙΑ

Πίστευε ότι έκανε το πιο ιδιαίτερο επάγγελμα στον κόσμο. Συναντούσε και σχεδόν αγγιζόταν με χιλιάδες ανθρώπους κάθε μέρα που μετά από μερικά δευτερόλεπτα τον ξέχναγαν. Το ίδιο κι εκείνος. Χιλιάδες συνδυασμοί χαρακτηριστικών, ηλικιών και διαθέσεων περνούσαν από δίπλα του, του άπλωναν το χέρι με χρήματα, εκείνος τα έπαιρνε, τους έδινε πίσω την απόδειξη. Πίστευε ότι υπήρχε κάποιος βαθύτερος λόγος που ήταν εκεί. Με τον καιρό, σχεδόν δεκαπέντε χρόνια έκανε αυτή τη δουλειά, είχε καταλάβει ότι η απόδειξη που τους έδινε δεν ήταν ένα απλό χαρτί αλλά ένα μαγικό φυλακτό που προστάτευε τους ταξιδιώτες. Θύμωνε πραγματικά όταν μερικοί δεν την έπαιρναν ή την πέταγαν κάτω. Συνέδεε κάθε σοβαρό τροχαίο της Εθνικής που άκουγε με αυτούς που δεν κρατούσαν το μαγικό χαρτάκι. Αν έπρεπε να πάρουν ρέστα, τους τα δίπλωνε μέσα στην απόδειξη κι έτσι την έβαζαν σίγουρα μέσα στ’ αμάξι. Αν του έδιναν το αντίτιμο των διοδίων ακριβώς, άπλωνε το χέρι του τόσο πολύ που σχεδόν το έβαζε μέσα στη μούρη του άλλου. Έστω κι έτσι όμως μερικοί του ξέφευγαν. Είτε έφευγαν βιαστικά με τις ανυπόμονες αμαξάρες τους, είτε το πέταγαν κάτω για να μην λερώσουν το περιποιημένο σαλονάκι τους. Αυτό το χαρτί της απόδειξης του έγινε έμμονη ιδέα. Όταν δεν είχε πολλή κίνηση διάβαζε τις αποδείξεις και ήταν σίγουρος ότι τα νούμερα που τυπώνονταν επάνω δεν ήταν τυχαία. Έγραφαν τη μοίρα του των επιβατών του κάθε αυτοκινήτου που περνούσε τις πύλες του κόσμου του και σιγά-σιγά το έβλεπε τόσο καθαρά που απορούσε πώς δεν το καταλάβαιναν κι οι ίδιοι. Αυτό το ζευγάρι θα χωρίσει, αυτός ο νεαρός θα χάσει τη δουλειά του, αντίθετα ο άλλος με το φορτηγάκι θα κερδίσει το λαχείο. Οι τέσσερεις κοπελιές που πάνε για μπάνιο θα μισήσουν η μία την άλλη, αυτός ο ηλικιωμένος περνά για τελευταία φορά, ο ηλίθιος με τη Ferrari θα σκοτωθεί, αυτοί οι δύο θα βαρεθούν μέχρι θανάτου, να και μια σαραντάρα που θα παντρευτεί στα γεράματα. Όταν είχε έξοδο του σαββατοκύριακου υπέφερε πολύ. Όλη αυτή η επίγνωση για το μέλλον όλων αυτών των ανθρώπων τον ζάλιζε και τον απορύθμιζε τόσο πολύ που αργούσε κι άρχιζαν τα κορναρίσματα. Τον μετέθεσαν στη μεταμεσονύκτια βάρδια και η αποστολή του πήρε έναν ακόμη πιο σκοτεινό χαρακτήρα. Τώρα πια είχε χρόνο ανάμεσα στ’ αμάξια ν’ αλλάζει τις αποδείξεις. Τις συμφορές τις έδινε στους μεγαλύτερους, τη μοναξιά στους πλούσιους, τον έρωτα στους άσχημους, την ανία στους πολυάσχολους και την επιτυχία στους μπερδεμένους. Όταν ήρθε η ώρα να πάρει σύνταξη προσπάθησε να μιλήσει στους νεότερους συναδέλφους του. Δεν ήταν εύκολο, μόνο μια νεαρή εκπαιδευόμενη κοπέλα που θα προσλαμβάνονταν με σύμβαση έδειξε να τον καταλαβαίνει. Ετοιμαζόταν να της αποκαλύψει τα μυστικά του, όταν την άκουσε να τον κοροϊδεύει στους άλλους σαν ανισόρροπο. Την άλλη μέρα όταν πέρασε απ’ το πόστο του με το αυτοκίνητό της δεν της έδωσε απόδειξη.                  ©dch07
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 5 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Παρ, 10 Αύγ 2007 12:23 πμ

ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ

Ζωϊάδης Απόστολος του Σταύρου, ιατρός μαιευτήρ-γυναικολόγος, Ελπίδος 1, ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, τηλ 2309566136 

Ζωϊάδης Γεώργιος του Σταύρου, αρχιτέκτων, Ονείρων 23, ΠΟΛΥΓΩΝΟ, τηλ 2613660965 

Ζωϊάδης Δημήτριος του Σταύρου, μάγειρος, Αφθονίας 38, ΜΟΣΧΑΤΟ,τηλ 2565669531 

Ζωϊάδης Ιωάννης του Σταύρου, συγγραφέας, Αντιστάσεως 52,  ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ, τηλ 2836610956 

Ζωϊάδης Πέτρος του Σταύρου, εργολάβος κηδειών, Αναπαύσεως 75,  ΨΥΧΙΚΟ, τηλ 2916665309 

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 5 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Πεμ, 09 Αύγ 2007 12:54 πμ

ΟΙ ΠΡΟΦΟΡΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Οι Οικολόγοι-Εναλλακτικοί που κυβερνούσαν ήδη τριάμισι χρόνια ήταν πολύ συνεπείς με τις αρχές τους και πολύ αυστηροί στο να αποτρέψουν την κάθε πιθανότητα να προκληθεί φθορά στο περιβάλλον. Μέσα σ’ όλα τα σπουδαία φιλο-περιβαλλοντικά μέτρα που είχαν λάβει ήταν ν’ απαγορέψουν τελείως το χαρτί. Όσον αφορά στις καθημερινές συναλλαγές ή τα σχολεία τα πράγματα βολεύτηκαν μια χαρά. Στις τράπεζες και τ’ άλλα μαγαζιά οι αποδείξεις τυπώνονταν σε φλούδες, στο δημόσιο οι αιτήσεις γίνονταν με μαγνητοφωνημένα μηνύματα, οι λογαριασμοί γράφονταν πάνω στους τοίχους των σπιτιών, οι φωτογραφίες εμφανίζονταν σε ρούχα, οι εφημερίδες και τα περιοδικά ζωγραφίζονταν πάνω σε κεραμικά βάζα, τα παιδιά διάβαζαν και έγραφαν στην άμμο. Ένα μεγάλο πρόβλημα όμως είχε αρχίσει να φαίνεται στον ορίζοντα. Πλησίαζε η συνταγματική προθεσμία για εκλογές και η κυβέρνηση δεν είχε λύσει ακόμη το πρόβλημα της ψήφου. Ούτε κουβέντα βέβαια για χάρτινα ψηφοδέλτια και φακέλους, η χώρα ήταν στα πρόθυρα μιας μεγάλης πολιτικής κρίσης, πολλοί μιλούσαν για πραξικόπημα των αντιδραστικών χαρτογιακάδων. Τίποτε όμως δεν είναι άλυτο στο χώρο της οικολογίας. Το Υπουργείο Εσωτερικών Ηθών παρήγγειλε στο Βατικανό τόσα εξομολογητήρια από ανακυκλωμένο πλαστικό όσα και τα εκλογικά τμήματα. Τα έξη μέλη των εφορευτικών επιτροπών έμπαιναν μοιρασμένα στα δύο χωρίσματα δεξιά και αριστερά ενώ ο ψηφοφόρος στο μεσαίο. Του διάβαζαν λοιπόν τα κόμματα και τους υποψήφιους από δεξιά, ο πολίτης διάλεγε κι εκφωνούσε τον εκλεκτό του που απομνημόνευαν οι άλλοι με τη σειρά τους από αριστερά. Κάθε εικοσιένα ψήφους, για να μην χάσουν το λογαριασμό από μνήμης, χάραζαν το μέχρι τότε αποτέλεσμα μέσα στη κάλπη και συνέχιζαν έτσι μέχρι να τελειώσει η ουρά. Οι κωφάλαλοι ψήφισαν με νοήματα κι όλα τελικά πήγαν καλά στη πρώτη προφορική ψηφοφορία. Όπως ήταν μάλιστα αναμενόμενο από τις δημοσκοπήσεις η κυβέρνηση κέρδισε μια δεύτερη θητεία, έστω κι αν έχασε λίγο από το ποσοστό της. Τώρα περιμένουμε όλοι με ανυπομονησία την κατάργηση του τρεχούμενου νερού που μας υποσχέθηκαν.         ©dch07
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 4 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τετ, 08 Αύγ 2007 12:53 πμ

Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

Η αστυνομία τον ξύπνησε μέσα στον μεσημεριανό του ύπνο. Μπούκαραν σπίτι του με θράσος, σίγουροι ότι έπιασαν λαβράκι. Είχαν δεχθεί μ’ ένα ανώνυμο τηλεφώνημα την καταγγελία ότι σκότωσε και τεμάχισε τη γυναίκα του και μάλιστα πέταξε στα σκουπίδια τα κομμάτια της. Τους διαβεβαίωσε με οργή ότι η γυναίκα του έλειπε στη μάνα της στο χωριό, θα ήταν μάλιστα ακόμη στο δρόμο γιατί έφυγε μόλις εκείνο το πρωί. Το αίμα που βρέθηκε στο μπάνιο, τους έκανε ακόμη πιο άγριους. Αν επέμενε στην ιστορία του θα την είχε άσχημα. Έπεσαν και μερικές ψιλές και τον οδήγησαν στο τμήμα, μαζί με τα πειστήρια: δείγμα από το αίμα, ένα σπασμένο πορτατίφ, μια σχισμένη γυναικεία μπλούζα κι’ ένα φρεσκοπλυμένο κουζινομάχαιρο. Κάτι η καλοκαιρινή διάθεση για δράματα, κάτι η έλλειψη ειδήσεων, το βράδυ το θέμα του αιμοσταγούς δολοφόνου έπαιζε σε όλα τα δελτία. Την άλλη μέρα η γυναίκα του γύρισε έντρομη πίσω απ’ το χωριό και τον έβγαλε από τη φυλακή. Την κατσάδιασε κανονικά που δεν είχε πάρει τηλέφωνο τόσες ώρες και γύρισε σπίτι του χωρίς να κάνει άλλη φασαρία. Μετά από δυο μήνες ξανάρθε η αστυνομία λίγο μετά τα μεσάνυκτα. Ένα ανώνυμο τηλεφώνημα κατήγγειλε ότι είχε πνίξει τη γυναίκα του και την είχε πετάξει στη θάλασσα. Αυτή τη φορά θύμωσε για τα καλά. Η γυναίκα του είχε φύγει πριν από λίγες ώρες μετά από ένα συνηθισμένο συζυγικό καβγαδάκι. Ήταν σίγουρος ότι θα γύριζε σύντομα μετανιωμένη, όπως το έκανε πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις. Οι αστυνομικοί εκείνο το βράδυ ήταν πιο ευγενικοί, όμως το νερό στη μπανιέρα, το διπλωμένο βρεγμένο χαλί και το γυναικείο παπούτσι στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του δεν τους άφηναν πολλά περιθώρια. Στο τμήμα οι τηλεοπτικοί που την πάτησαν την προηγούμενη φορά, έκαναν πίσω. Τσίμπησαν οι εφημερίδες την είδηση και την άλλη μέρα η φωτογραφία του γάμου τους ήταν στην πρώτη σελίδα με τη λεζάντα «υγρός θάνατος». Αυτή τη φορά η γυναίκα του άργησε λίγο να εμφανιστεί. Μετά από τρεις μέρες, όταν ήρθε να τον πάρει, της άστραψε ένα δυνατό χαστούκι εκεί μπροστά σε όλους. Ο αστυνομικός διευθυντής όχι μόνο επιδοκίμασε σιωπηλά την βίαιη ενέργειά του αλλά και ζήτησε ταπεινά συγγνώμη εκ μέρους της πολιτείας. Θα έκαναν ότι περνούσε από το χέρι τους για να συλλάβουν τον ανώνυμο φαρσέρ και να τον οδηγήσουν στη δικαιοσύνη. Δεν άκουγε τίποτε, απείλησε ότι θα κάνει μηνύσεις, ότι θα πάει στο ευρωπαϊκό δικαστήριο…, είδαν κι έπαθαν να τον ηρεμήσουν. Όμως τελικά τα κατάφεραν! Την επόμενη βδομάδα συνέλαβαν τον συνταξιούχο λυκειάρχη Πετρουπουλέα που κατήγγειλε επώνυμα ότι τον είδε να πυροβολεί τη γυναίκα του και να τη θάβει στο γειτονικό παρκάκι.    ©dch07
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 8 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τρι, 07 Αύγ 2007 02:23 πμ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΙΣ ΡΙΖΕΣ

«Και τώρα θα καλέσουμε στο βήμα το άξιο τέκνο του αειμνήστου εκλεκτού συμπολίτη μας, ποιητή και δημοδιδασκάλου Φιλοποίμενος Πικράδη, να απευθύνει στο φιλολογικό μας μνημόσυνο έναν χαιρετισμό. Έλα Παναγιώτη παιδί μου, ο πατήρ σου σε καμαρώνει από ψηλά!». Σκέφτηκε τον κακομοίρη τον πατέρα του στο Παγκράτι και για άλλη μια φορά έβρισε την υποχωρητικότητά του να δεχθεί να πάρει τη θέση του υιού Πικράδη που του φορτώθηκε γιατί είχε να πάει το σαββατοκύριακο στη Μύκονο. Δεν έμοιαζαν πολύ, παρά μόνο στη ηλικία και στο ύψος, αλλά έτσι κι αλλιώς κανείς δεν ήξερε στη μικρή επαρχιακή πόλη τον πραγματικό γιο του ποιητή. Ωραία, είχαν περάσει μερικά βράδια παρέα και ναι, του άρεσε πολύ, άσε που τον είχε κι ανάγκη για να μιλήσει στον Τ για τη δουλειά που άδειασε στην εφημερίδα. Ετούτη εδώ η «εξυπηρέτηση» όμως παραπήγαινε. Δεν είχε ιδέα ποιος ήταν ο Φιλοποίμην, σκέφτηκε να διαβάσει στην φιλότεχνη ομήγυρη μερικούς στίχους από μια φτηνή έκδοση του 60 που βρήκε στο επαρχιακό βιβλιοπωλείο απέναντι απ’ το ξενοδοχείο του. «Μικρή Πόλη». Ξερόβηξε. «Είσαι ακόμη άγουρη, άχαρη κι αποτρόπαια αθώα, δεν ξέρεις τα κόλπα της σαγήνης, την αμαρτωλή επιθυμία, τον πόθο της στιγμιαίας ηδονής, μόνο ζηλεύεις τις πόρνες που τραγουδούν χαρούμενα στ’ ανίερα σοκάκια της μεγαλούπολης, μικρή μου πόλη, χαριτωμένη μου παιδούλα, έλα στην αγκαλιά μου να σου μάθω τη χαρά της ζωής». Κοίταξε κλεφτά το σεβάσμιο και ατάραχο κοινό. Ο πορνόγερος ο Φιλοποίμην μάλλον τους κορόιδευε για τα καλά. Πέρασε τον «Ξανθό Άγγελο» και το «Άγουρο στήθος» και διάλεξε το «Πεφιλημένη Πατρίς», του φάνηκε πιο ασφαλές. «Η Πατρίς με καλεί κάθε μέρα. Κι εγώ ως πιστός στρατιώτης παρουσιάζομαι εμπρός της, να τη γεμίσω χάδια και φιλιά, να της χαρίσω τη φλογερή μου αγκαλιά, ακούραστος, στητός, πάντα έτοιμος για νέες ηδονικές απολαύσεις στο δρόμο του δοξασμένου ανένδοτου αγώνα». Το θερμό χειροκρότημα τον έβγαλε από την αμηχανία. Το βράδυ στο δείπνο του συλλόγου στο μεγάλο τραπέζι στην πλατεία τον έβαλαν ανάμεσα σε δύο κυρίες. «Φύγατε μικρός από την πόλη μας με τη μητέρα σας...αλήθεια πως είναι;», ρώτησε αυτή από δεξιά. Ψέλλισε κάτι μεταξύ ‘καλά’ και ‘πολλά’. «Μα δεν πέθανε πέρσι;», ατακάρισε η άλλη από αριστερά. «Η μητέρα σας… πέθανε;», επέμενε. Ευτυχώς, το κινητό τον έσωσε. Δυστυχώς, τη δουλειά την είχε πάρει ο φρέσκος γκόμενος πριν καν γυρίσουν απ’ τη Μύκονο. Του ήρθαν δάκρυα στα μάτια, όχι τόσο για την εφημερίδα αλλά γιατί ένοιωσε για άλλη μια φορά προδομένος. Δεν πρόλαβε να κλείσει, η κυρία από δεξιά άρχισε να του χαϊδεύει ξεδιάντροπα το πόδι. Το ίδιο και η άλλη από αριστερά, μόνο που αυτή άρχισε από πιο ψηλά κι έτσι δεν συναντήθηκαν τα χέρια τους. Όλες οι γυναίκες γύρω του τον κοίταζαν με λάγνο βλέμμα, φαίνεται ο «πατέρας» του είχε αφήσει σπουδαίο έργο πίσω του. Ακόμα και οι άντρες του φάνηκαν να τον κοιτούν με κάποιον καλά κρυμμένο φθόνο, εκτός από εκείνον με το σκοτεινό βλέμμα που του είχαν συστήσει σαν μακρινό του ξάδερφο. Η γυναίκα από δεξιά του ψυθίρισε στ’ αυτί «στο 301, μην κλειδώσεις…». Σηκώθηκε να φύγει, θα το ‘σκαγε απόψε έστω και με τα πόδια. Η γυναίκα του έκλεισε πονηρά το μάτι, ο άνδρας με το σκοτεινό βλέμμα θόλωσε απ’ τη ζήλια, έβγαλε περίστροφο και τον καθάρισε εκεί στη μέση της πλατείας. Το δικαστήριο αναγνώρισε πολλά ελαφρυντικά στο δολοφόνο αφού όλοι απ’ το τραπέζι πήγαν μάρτυρες υπεράσπισης. Πριν απ’ αυτό όμως έθαψαν το νεαρό Πικράδη με όλες τις προσήκουσες τιμές δίπλα στον πατέρα του, με έξοδα του δήμου κι έδωσαν μάλιστα σ’ ένα δρόμο της πόλης τ’ όνομά του, ένα αδιέξοδο στενάκι κάθετο στη λεωφόρο Φιλοποίμενος Πικράδη.                ©dch07
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 3 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Copyright© 2009 ΔΥΟΔΕΚΑ Α.Ε.       Ανάπτυξη εφαρμογής verve VERVE Internet & Open Source Solutions  / Διεύθυνση project FairyNetwork