«Και τώρα θα καλέσουμε στο βήμα το άξιο τέκνο του αειμνήστου εκλεκτού συμπολίτη μας, ποιητή και δημοδιδασκάλου Φιλοποίμενος Πικράδη, να απευθύνει στο φιλολογικό μας μνημόσυνο έναν χαιρετισμό. Έλα Παναγιώτη παιδί μου, ο πατήρ σου σε καμαρώνει από ψηλά!». Σκέφτηκε τον κακομοίρη τον πατέρα του στο Παγκράτι και για άλλη μια φορά έβρισε την υποχωρητικότητά του να δεχθεί να πάρει τη θέση του υιού Πικράδη που του φορτώθηκε γιατί είχε να πάει το σαββατοκύριακο στη Μύκονο. Δεν έμοιαζαν πολύ, παρά μόνο στη ηλικία και στο ύψος, αλλά έτσι κι αλλιώς κανείς δεν ήξερε στη μικρή επαρχιακή πόλη τον πραγματικό γιο του ποιητή. Ωραία, είχαν περάσει μερικά βράδια παρέα και ναι, του άρεσε πολύ, άσε που τον είχε κι ανάγκη για να μιλήσει στον Τ για τη δουλειά που άδειασε στην εφημερίδα. Ετούτη εδώ η «εξυπηρέτηση» όμως παραπήγαινε. Δεν είχε ιδέα ποιος ήταν ο Φιλοποίμην, σκέφτηκε να διαβάσει στην φιλότεχνη ομήγυρη μερικούς στίχους από μια φτηνή έκδοση του 60 που βρήκε στο επαρχιακό βιβλιοπωλείο απέναντι απ’ το ξενοδοχείο του. «Μικρή Πόλη». Ξερόβηξε. «Είσαι ακόμη άγουρη, άχαρη κι αποτρόπαια αθώα, δεν ξέρεις τα κόλπα της σαγήνης, την αμαρτωλή επιθυμία, τον πόθο της στιγμιαίας ηδονής, μόνο ζηλεύεις τις πόρνες που τραγουδούν χαρούμενα στ’ ανίερα σοκάκια της μεγαλούπολης, μικρή μου πόλη, χαριτωμένη μου παιδούλα, έλα στην αγκαλιά μου να σου μάθω τη χαρά της ζωής». Κοίταξε κλεφτά το σεβάσμιο και ατάραχο κοινό. Ο πορνόγερος ο Φιλοποίμην μάλλον τους κορόιδευε για τα καλά. Πέρασε τον «Ξανθό Άγγελο» και το «Άγουρο στήθος» και διάλεξε το «Πεφιλημένη Πατρίς», του φάνηκε πιο ασφαλές. «Η Πατρίς με καλεί κάθε μέρα. Κι εγώ ως πιστός στρατιώτης παρουσιάζομαι εμπρός της, να τη γεμίσω χάδια και φιλιά, να της χαρίσω τη φλογερή μου αγκαλιά, ακούραστος, στητός, πάντα έτοιμος για νέες ηδονικές απολαύσεις στο δρόμο του δοξασμένου ανένδοτου αγώνα». Το θερμό χειροκρότημα τον έβγαλε από την αμηχανία. Το βράδυ στο δείπνο του συλλόγου στο μεγάλο τραπέζι στην πλατεία τον έβαλαν ανάμεσα σε δύο κυρίες. «Φύγατε μικρός από την πόλη μας με τη μητέρα σας...αλήθεια πως είναι;», ρώτησε αυτή από δεξιά. Ψέλλισε κάτι μεταξύ ‘καλά’ και ‘πολλά’. «Μα δεν πέθανε πέρσι;», ατακάρισε η άλλη από αριστερά. «Η μητέρα σας… πέθανε;», επέμενε. Ευτυχώς, το κινητό τον έσωσε. Δυστυχώς, τη δουλειά την είχε πάρει ο φρέσκος γκόμενος πριν καν γυρίσουν απ’ τη Μύκονο. Του ήρθαν δάκρυα στα μάτια, όχι τόσο για την εφημερίδα αλλά γιατί ένοιωσε για άλλη μια φορά προδομένος. Δεν πρόλαβε να κλείσει, η κυρία από δεξιά άρχισε να του χαϊδεύει ξεδιάντροπα το πόδι. Το ίδιο και η άλλη από αριστερά, μόνο που αυτή άρχισε από πιο ψηλά κι έτσι δεν συναντήθηκαν τα χέρια τους. Όλες οι γυναίκες γύρω του τον κοίταζαν με λάγνο βλέμμα, φαίνεται ο «πατέρας» του είχε αφήσει σπουδαίο έργο πίσω του. Ακόμα και οι άντρες του φάνηκαν να τον κοιτούν με κάποιον καλά κρυμμένο φθόνο, εκτός από εκείνον με το σκοτεινό βλέμμα που του είχαν συστήσει σαν μακρινό του ξάδερφο. Η γυναίκα από δεξιά του ψυθίρισε στ’ αυτί «στο 301, μην κλειδώσεις…». Σηκώθηκε να φύγει, θα το ‘σκαγε απόψε έστω και με τα πόδια. Η γυναίκα του έκλεισε πονηρά το μάτι, ο άνδρας με το σκοτεινό βλέμμα θόλωσε απ’ τη ζήλια, έβγαλε περίστροφο και τον καθάρισε εκεί στη μέση της πλατείας. Το δικαστήριο αναγνώρισε πολλά ελαφρυντικά στο δολοφόνο αφού όλοι απ’ το τραπέζι πήγαν μάρτυρες υπεράσπισης. Πριν απ’ αυτό όμως έθαψαν το νεαρό Πικράδη με όλες τις προσήκουσες τιμές δίπλα στον πατέρα του, με έξοδα του δήμου κι έδωσαν μάλιστα σ’ ένα δρόμο της πόλης τ’ όνομά του, ένα αδιέξοδο στενάκι κάθετο στη λεωφόρο Φιλοποίμενος Πικράδη. ©dch07