Αθήνα   25°C
LIFO
ΑΡΧΕΙΟ: Ιούλιος 2007
Κυρ, 29 Ιούλ 2007 01:56 μμ

ΘΕΡΙΝΟ ΣΙΝΕΜΑ

Τη σκότωσα εκεί μπροστά σε όλο τον κόσμο. Αν δεν το έκανα θα με έλεγαν δειλό. Το έβλεπα στα μάτια τους. Το περίμεναν από μένα να το κάνω, όσο κι αν τους σόκαρε. Ίσως και να το εύχονταν λίγο έτσι όπως εξελίχθηκε η βραδιά. Μπήκε αγέρωχη και όπως πάντα εκθαμβωτικά όμορφη, αγκαλιά με το νέο της φίλο, έναν στυλάτο τριαντάρη που φώναζε τα λεφτά του. Κάθισαν προκλητικά στην πρώτη σειρά για να τους βλέπουν όλοι. Βρισκόμουν λίγο πιο πίσω κι έκανε ότι δεν με είδε, λες και δεν ήταν αυτό το αγαπημένο μου σινεμά, λες και δεν ήταν εδώ που της έδειξα όλες τις αγαπημένες μου ταινίες. Έσβησαν τα φώτα και από τα ανοικτά παράθυρα των γύρω πολυκατοικιών αναδυόταν η ακίνητη αύρα των ιδρωμένων σωμάτων. Είχε ζέστη και άπνοια και οι λιγοστοί θεατές αφέθηκαν στην καθησυχαστική αγκαλιά της ταινίας. Όλοι εκτός από αυτή και το φίλο της. Άρχισαν να φιλιούνται με πάθος από το πρώτο λεπτό. Τα χέρια του χώνονταν βαθειά μέσα στη μπλούζα της και τα δικά της του τράβαγαν τα μαλλιά με πρωτόγνωρο αισθησιασμό. Μια χοντρή στην τρίτη σειρά που σκούπιζε συνέχεια τον ιδρώτα της μου έκοβε λίγο τη θέα κι έτσι μπόρεσα να συγκρατήσω το θυμό μου μέχρι το διάλειμμα. Τότε εκείνη σηκώθηκε να πάει στο μπαρ. Μου έριξε ένα ειρωνικό βλέμμα και με προσπέρασε. Θεέ μου πόσο όμορφη ήταν, η ανάμνηση του χαδιού πάνω στο σώμα της μου έφερε πόνο στις παλάμες. Σηκώθηκε κι ο φίλος της. Τους άκουγα να χαριεντίζονται δυνατά στο μπαρ κι έμεινα στη θέση μου, όσο κι αν δίψαγα αφόρητα. Σταμάτησαν στο διάδρομο ακριβώς δίπλα μου, ρουφούσαν με το καλαμάκι ο ένας την πορτοκαλάδα του άλλου κι άρχισαν να γελούν σαν κακομαθημένα σχολιαρόπαιδα, ρίχνοντάς μου κρυφές ματιές όλο περιφρόνηση. Με κορόιδευε κατάμουτρα και θα πρέπει να το κατάλαβαν όλοι γύρω γιατί ένοιωσα τον οίκτο στα μάτια τους, ακόμη και της χοντρής κυρίας που είχε επιτέλους σταματήσει να ιδρώνει. Έσβησαν τα φώτα ξανά και οι προκλητικοί εραστές έκαναν όση περισσότερη ώρα μπορούσαν για να ξανακάτσουν στη θέση τους. Τα φιλιά και τα χάδια τους συνοδεύονταν πια και από ξεδιάντροπα βογκητά ευχαρίστησης. Λίγο πριν απ’ το τέλος, είδα το σώμα της να παίρνει το χαρακτηριστικό σπασμό της ηδονής και θόλωσα. Σηκώθηκα έξαλλος απ’ τη θέση μου, έτρεξα μπροστά της, έβγαλα το σουγιά που μου είχε χαρίσει και με την πλάτη στην οθόνη την μαχαίρωσα με όλη μου τη δύναμη πολλές φορές στη καρδιά. Δεν σταμάτησε να με προκαλεί και να γελά ειρωνικά ούτε για μια στιγμή μέχρι να πεθάνει. Ο δειλός φίλος της το έσκασε τρέχοντας και το κοινό κράτησε την αναπνοή του από την ανείπωτη φρίκη. Να θυμηθώ στη βραδυνή, όταν θα τη σκοτώσω ξανά, να την αναγκάσω να σηκωθεί όρθια πριν της μπήξω το μαχαίρι για να βλέπουν και οι πίσω θέσεις.   ©dch07
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 10 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Πεμ, 26 Ιούλ 2007 12:38 πμ

ΟΙ ΠΛΑΝΗΤΕΣ

Οι δύο πλανήτες απείχαν τόσο μεταξύ τους, ώστε να μην γνωρίζει ο ένας την ύπαρξη του άλλου. Για τον πρώτο πλανήτη ήταν φυσικό. Βρισκόταν σε πρώιμη φάση ανάπτυξης, μόλις 200.000 χρόνια από την δημιουργία του. Η επιφάνειά του ήταν ακόμη σε ρευστή μορφή και οι πρώτες ενώσεις αμινοξέων σχημάτιζαν ενδιαφέρουσες αλυσίδες νουκλεϊνικών οξέων με μια πρωτόγνωρη ελευθερία συνδυασμών. Κυριαρχούσε μια διάχυτη αισιοδοξία με κόκκινα και κίτρινα χρώματα, εντυπωσιακά πυροτεχνήματα από τη σύντηξη των μετάλλων, μια θορυβώδης επιτάχυνση της ύλης προς όλες τις κατευθύνσεις που κατέληγε σε εντυπωσιακές συγκρούσεις που σχημάτιζαν νέες πιθανότητες ζωής. Τα πρώτα στερεά πετρώματα έπλεαν μέσα στους ποταμούς κινούμενης λάβας και ταξίδευαν στο πεπρωμένο τους. Ο δεύτερος πλανήτης ήταν παγωμένος πια. Τα νοήμονα όντα πάνω σ’ αυτόν μετρούσαν τουλάχιστον 2.000.000 χρόνια εξέλιξης και η τεχνολογία που είχαν αναπτύξει τους επέτρεπε να ζουν μέσα στο στρώμα του πάγου πάχους 30 μέτρων που περιέβαλε το έδαφος. Ζώντας μέσα στον πάγο είχαν καταφέρει να διπλασιάσουν το μέσο όρο ζωής τους και μάλιστα κινούνταν με ευχέρεια φτιάχνοντας μια γραμμική ακολουθία αντιγράφων. Η παγωμένη κοινωνία τους είχε απορροφηθεί από την αυτοσυντήρησή της με αναπόφευκτο τίμημα την επαφή της με τον έξω κόσμο. Τι κρίμα που αυτοί οι δύο πλανήτες συγκρούστηκαν σήμερα, τη μέρα της γιορτής σου, αγάπη μου… Κάνε μια ευχή για μας! 

©dch07

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 3 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τετ, 25 Ιούλ 2007 01:54 πμ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

Ντρεπόταν πολύ που την έτρεφε η κόρη της. Η Μαντώ, γύρω στα 55, καθηγήτρια Πανεπιστημίου στον Τομέα της Ιστορίας της Τέχνης, αρνιόταν πεισματικά σαν παιδούλα να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Αντίθετα η κόρη της, η Δάφνη, άνθιζε μέσα στο περιβάλλον της ελεύθερης αγοράς και μ’ ένα μυστήριο τρόπο είχε πάντα πολλά χρήματα και κύρος, αν και ήταν μόλις 20 χρονών. Έφερνε στη μητέρα της τρόφιμα και λεφτά δύο φορές την εβδομάδα και τα πέταγε περιφρονητικά στον πάγκο της κουζίνας. Η Μαντώ δεν ήξερε τι ακριβώς κάνει η κόρη της. Στην αρχή είχε ενθουσιαστεί όταν μετά το σχολείο της ζήτησε να σπουδάσει ηθοποιός, αργότερα η μικρή της ξεκαθάρισε ότι ο μόνος λόγος που το ήθελε ήταν ότι θα της χρησίμευε στη μόνη δουλειά που ονειρευόταν να κάνει από παιδί: σύμβουλος marketing & πωλήσεων. Από τότε που καταργήθηκαν τελείως οι μισθοί, όσοι δεν μπορούσαν να πουλήσουν τη δουλειά τους ήταν αναγκασμένοι είτε να ζουν παρασιτικά είτε να πεθάνουν. Ούτε η ζητιανιά είχε πια νόημα, κανείς δεν έδινε φράγκο σε κανέναν, έτσι δύσκολα που κερδιζόταν. Οι πολίτες όμως ήταν γενικά ευχαριστημένοι με τη νέα οικονομία γιατί οι φόροι ήταν ελάχιστοι και κανείς δεν είχε πια το αίσθημα της ζήλειας που παλιότερα ένοιωθαν οι περισσότεροι προς εκείνους που απολάμβαναν χωρίς κόπο τους παχυλούς μισθούς του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Το αίσθημα ισότητας και δικαιοσύνης είχε επιτέλους επικρατήσει έστω και μέσα απ’ αυτούς τους παράξενους δρόμους. Οι πολιτικοί και οι τηλεοπτικοί αστέρες που κάποτε ήταν παντοδύναμοι τώρα παρακαλούσαν για λίγα χρήματα δίπλα στις κάλπες ή χτυπούσαν τα κουδούνια στα σπίτια που είχαν τηλεοράσεις. Η Μαντώ ευτυχώς δεν είχε χρειαστεί να πάει στο νοσοκομείο για κάτι σοβαρό. Την τελευταία φορά, πριν κανα χρόνο, όταν τη χτύπησε ελαφρά ένα αυτοκίνητο, τρόμαξε. Οι γιατροί συνωστίζονταν στην είσοδο των επειγόντων ουρλιάζοντας την τιμή τους και την ειδικότητά τους και οι συγγενείς των ασθενών διαπραγματεύονταν με τους πιο διάσημους για τις δόσεις. Η ίδια δεν είχε πολλά λεφτά, διάλεξε μια κοπελίτσα πρωτοετή, που μάλλον έραβε πληγή για πρώτη φορά, και της άφησε ένα  άσχημο σημάδι. Στο πανεπιστήμιο τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα. Για τη Μαντώ φυσικά, γιατί οι φοιτητές διασκέδαζαν τρομερά. Στην αρχή κάθε χρονιάς οι καθηγητές άπλωναν τους πάγκους τους με την πραμάτεια τους στο περιστύλιο και οι φοιτητές διάλεγαν ποια μαθήματα θ’ αγόραζαν. Άλλους τους διάλεγαν από πλάκα, άλλους γιατί προσέφεραν και φαγητό μέσα στο μάθημα, άλλους γιατί απλά πουλούσαν το βαθμό, άλλους γιατί έφτιαχναν προϊόντα κι έτσι θα εξασφάλιζαν με τη σειρά τους κάτι να πουλήσουν. Η Μαντώ καθόταν σε μια άκρη με τα έξη βιβλία της μπροστά κοιτώντας τους πελάτες φοιτητές μ’ ένα βλοσυρό βλέμμα κι αν τολμούσε να της μιλήσει κανείς, έβγαζε όλο της το σνομπισμό. Αυτή τη χρονιά προσπαθούσε να χαμογελάσει λίγο, χωρίς αποτέλεσμα φυσικά. Κοίταξε δίπλα μια φίλη της από το θεατρολογικό που μαζί με κάθε εγγραφή μοίραζε εισιτήρια για το Φεστιβάλ Αθηνών. Ζήλεψε. Μπροστά της σταμάτησαν δύο νεαροί. Τον έναν κάπου τον ήξερε, δεν ήταν ο τύπος που είχε φέρει τη Δάφνη μια μέρα; Ίσως. Άρχισαν να φωνάζουν δυνατά: «Πες μου ρε βλάκα τι δουλειά έχουμε εδώ πέρα;». «Βρε στραβάδι, γυμνές γυναίκες υπάρχουν και σε πίνακες μεγάλων ζωγράφων όχι μόνο στα τσοντοπεριοδικά που διαβάζεις, δεν είναι έτσι κυρία μου;». «Δεν είναι το ίδιο..» ψέλλισε η Μαντώ. «Τι μου λέτε τώρα; Γυμνές δεν είναι; Βυζί, μουνί και κώλος;». ο φίλος της Δάφνης άνοιξε ένα βιβλίο της. «Κοίτα στραβάδι, η Μάγια του Γκόγια, ψέματα σου ‘λεγα; Κι έχει και αγοράκια για όλα τα γούστα…», έκλεισε πονηρά το μάτι στη Μαντώ. Οι άλλοι φοιτητές άρχισαν να μαζεύονται πάνω από τον πάγκο της και για πρώτη φορά έγραψε 45 άτομα στο μάθημα της Ιστορίας της Τέχνης. Θα της έφταναν να νοικιάσει μια αίθουσα για τις παραδόσεις και θα της έμεναν για ένα ταξίδι στην Αίγυπτο που το ονειρεύονταν χρόνια. Μακριά στο βάθος  πίσω από μια κολώνα της φάνηκε ότι είδε τη Δάφνη. Δεν χρειαζόταν να ρωτήσει, ήταν από την αρχή σίγουρη ότι όλο αυτό ήταν ένα σχέδιο της αγαπημένης της κόρης, που πάντα έδειχνε με περίεργο τρόπο ότι τη νοιάζεται.                                                                                  ©dch07

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 4 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τρι, 24 Ιούλ 2007 12:54 πμ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟΥ

Τη συνέλαβαν στο αεροδρόμιο του Λονδίνου. Περνούσε από εκεί transit με πτήση από την Αθήνα και θ’ άλλαζε αεροπλάνο για τη Νέα Υόρκη. Στον έλεγχο διαβατηρίων οι υπεύθυνοι ασφαλείας διαπίστωσαν ότι το πρόσωπο που έβλεπαν στη φωτογραφία ήταν τελείως διαφορετικό από το πρόσωπο που έβλεπαν μπροστά τους. Και η ίδια αναγκάστηκε να συμφωνήσει μαζί τους. Κοιτάχτηκε σ’ ένα καθρέπτη που της έδωσαν και με τρόμο διαπίστωσε ότι το πρόσωπό της είχε αλλάξει εντελώς. Στην αρχή έμεινε άφωνη, γρήγορα όμως αντέδρασε με θυμό απειλώντας με μηνύσεις την αεροπορική εταιρεία, το αεροδρόμιο, την αγγλική κυβέρνηση, το στρατό, οποιονδήποτε. Φώναζε ότι για την μετάλλαξή της μπορεί να έφταιγε ο αέρας μέσα στο αεροπλάνο ή ότι μετέφεραν μαζί με τους επιβάτες και ραδιενεργό υλικό ή ότι πέρασαν μέσα από στρατιωτική ζώνη ειδικών ακτινοβολιών ή ότι την επηρέασαν τα μηχανήματα ανίχνευσης ή ότι είχε κολλήσει ένα σπάνιο ιό και διερρήγνυε τα ιμάτιά της ότι ήταν το ίδιο άτομο με αυτό της φωτογραφίας του διαβατηρίου της. Η αστυνομία φυσικά δεν την πίστεψε και αφού της απήγγειλαν κατηγορίες για παράνομη είσοδο στη χώρα, την φωτογράφησαν και την οδήγησαν στη φυλακή. Στο δικαστήριο, λίγους μήνες μετά, οι μάρτυρες κατηγορίας, κυρίως οι υπάλληλοι ασφαλείας του αεροδρομίου, έμειναν άφωνοι. Το πρόσωπο που έβλεπαν μπροστά τους ήταν τελείως διαφορετικό από το πρόσωπο που συνέλαβαν στο αεροδρόμιο. Ο δικαστής ζήτησε από την αστυνομία τη νέα φωτογραφία που της έβγαλαν στη σήμανση και διαπιστώθηκε και τυπικά ότι η γυναίκα που έβλεπαν μπροστά τους δεν είχε πάλι καμία σχέση με τη γυναίκα της φωτογραφίας. Έξαλλος ο δικαστής απήγγειλε κατηγορία στον διευθυντή των φυλακών για πλημμελή φύλαξη και απόδραση εγκληματία και την ίδια αναγκάστηκε να την απαλλάξει. Αν και αφέθηκε ελεύθερη, η ελευθερία της δεν κράτησε για πολύ. Μέσα σε λίγες μέρες βγήκε διαταγή να εγκαταλείψει τη χώρα. Οι αρχές όμως, προκειμένου να την απελάσουν, ήταν υποχρεωμένες να της εκδώσουν ένα –έστω και προσωρινό- καινούργιο διαβατήριο.     ©dch07
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 3 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Δευ, 23 Ιούλ 2007 11:49 μμ

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ

Φέτος θα πήγαινε κάπου που δεν είχε ξαναπάει. Και το εννοούσε αυτό! Θα μιλούσε με ανθρώπους που δεν είχε ξανασυναντήσει, θα γευόταν φαγητά που δεν είχε ξαναδοκιμάσει, θα κολύμπαγε σε θάλασσα που δεν είχε ξαναβουτήξει, θα κοιμόταν σε κρεβάτι που δεν είχε ξαναξαπλώσει, θ’ αφηνόταν σε μυρωδιές που δεν είχε ξαναμυρίσει, θα πλάγιαζε δίπλα σε σώματα που δεν είχε ξαναγγίξει, θα μάθαινε παιχνίδια που δεν είχε ξαναπαίξει, θα περπάταγε σε δρόμους που δεν είχε ξαναδεί και θα γύρναγε πίσω σε μια ζωή που δεν είχε ξαναζήσει.
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 6 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Κυρ, 22 Ιούλ 2007 01:41 μμ

ΤΑ ΛΥΤΡΑ

Ανέβηκε γρήγορα τη σκάλα. Δεν είχε πολλή ώρα. Ο ένοικος του σπιτιού θα γύριζε από στιγμή σε στιγμή. Έσπασε τη πόρτα με τέτοια μανία που δεν κατάλαβε το γδάρσιμο στο χέρι της. Αναποδογύρισε δυο καρέκλες πριν φτάσει στο μεγάλο ξύλινο γραφείο. Που της είχαν πει; Στο συρτάρι δεξιά ή αριστερά; Έσπασε το δεξί με δυσκολία. Όπως πάντα το χέρι της πήγε στο λάθος, το αριστερό δεν ήταν καν κλειδωμένο. Βρήκε το φάκελο που της είχαν ζητήσει οι απαγωγείς. Τον άνοιξε: «Η ιστορία είναι, όχι αυτός που τη λέει, Stephen King». Σωστό, αλλά τι θα γίνει αν κλείσουνε τα στόματα; Δεν είχε χρόνο για βαθυστόχαστες σκέψεις, έτρεξε πίσω στο δρόμο ξανά και περνώντας από το μικροσκοπικό πάρκο της γειτονιάς της βούτηξε την πρώτη φράση που βρήκε μπροστά της. «Διατηρείτε το περιβάλλον καθαρό, Δήμος Αθηναίων» γραμμένη σε μια ταμπέλα δίπλα σ’ ένα σωρό από σκουπίδια, νάιλον σακούλες και χαλασμένες ηλεκτρικές συσκευές. Ένα περιπολικό της δημοτικής αστυνομίας την πήρε είδηση. Με την ψυχή στο στόμα κρύφτηκε σ’ ένα δρομάκι σκοτεινών σκέψεων. Ένας περαστικός που δεν μπόρεσε να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του στο σκοτάδι, της ψιθύρισε: «Όλα είναι μαγεία, Random» και προσπέρασε βιαστικά. Της έδωσε την εντύπωση ότι εννοούσε ακριβώς το αντίθετο αλλά δεν πρόλαβε να τον ρωτήσει. Έκανε νόημα σ’ ένα ταξί. Δεν είχε τελειώσει ακόμη, οι οδηγίες όριζαν τέσσερεις φράσεις και μόνο τότε θ’ άφηναν ελεύθερη την έμπνευσή της. Αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο από το να στηθεί μπροστά στον υπολογιστή της. Ο ταξιτζής, ένας ευγενικός μεσήλικας, κατάλαβε ότι ήταν αναστατωμένη. Προσπάθησε να την ηρεμήσει μιλώντας για τον καιρό, τη κίνηση, τα πολιτικά, την τηλεόραση, του απάντησε ευγενικά αλλά αφηρημένα, τα είχε βαρεθεί όλα αυτά. Έφτασαν, το ταξίμετρο έγραφε 3.20: «Έχετε ρέστα από πενηντάρικο;». Κατέβηκε βιαστικά να χαλάσει αλλά όπως και η ίδια, κανείς δεν κυκλοφορούσε πια με ψιλά. Ρώτησε τους καινούργιους μήπως θα ήταν πιο τυχερή: atopos, ινδόλη, rattlesnakes, sick_boy, vogon…
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 10 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Παρ, 20 Ιούλ 2007 01:44 πμ

ΟΙ ΕΜΠΡΗΣΤΕΣ

Περπάταγε προσεκτικά μέσα στη νύχτα. Τους συνεργάτες του στα διακόσια μέτρα δεν τους έβλεπε αλλά τους άκουγε καθαρά. Κρατούσε, όπως κι οι άλλοι, ένα αναμμένο τσιγάρο στο στόμα χωρίς να καίγεται. Είχαν μάθει πια. Στην αρχή νόμιζαν ότι ήταν εξωτικό χόρτο και το κατάπιναν με μια χαψιά. Κάποιοι αρρώστησαν πολύ άσχημα κι έτσι έμαθαν να τ’ αποφεύγουν. Οι πιο ικανοί όμως είχαν βρει τρόπο να πιάνουν τις γόπες ακόμη κι αν ήταν αναμμένες και να τις μεταφέρουν. Το έκαναν αυτό για να καθαρίσουν την περιοχή τους και να προστατέψουν τα μικρά που ήταν ευάλωτα στα πράγματα που φωσφόριζαν. Για τις μεγάλες σακούλες, τα σκουπίδια, τα μπάζα, τα γυαλιά και τα μεγάλα μεταλλικά αντικείμενα δεν μπορούσαν να κάνουν πολλά πράγματα, όσο δυνατοί και να ήταν. Εκείνη τη φορά όμως είχαν έναν άλλο σκοπό. Είχαν αφήσει το υπόλοιπο κοπάδι καλά κρυμμένο στη σπηλιά ενώ οι ίδιοι ήξεραν να διαφεύγουν μέσα στο δάσος. Όταν άκουσε την κραυγή του αρχηγού του άφησε κάτω το αναμμένο τσιγάρο στα ξερόχορτα και περίμενε όπως είχαν συμφωνήσει να δει την πρώτη φλόγα. Τότε, άρχισε να τρέχει προς το σημείο συνάντησης. Από τον ενθουσιασμό του δεν πρόσεξε μια συστάδα πυκνών κλαδιών και τα κέρατά του πιάστηκαν για τα καλά. Ακινητοποιημένος έβλεπε τη φωτιά να πλησιάζει και ήξερε τη μοίρα του. Δεν μετάνιωνε όμως για τίποτε, πάντοτε εξ άλλου σε τέτοιες φωτιές είχαν κάποιες απώλειες. Δεν ήταν εκδικητικοί προς τους ανθρώπους, όχι! Ήθελαν απλά να τους διώξουν από τη χώρα τους ακόμη κι αν έπρεπε να την κάψουν. ©dch07    
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 3 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Πεμ, 19 Ιούλ 2007 01:36 πμ

ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Στη μικρή μας πόλη είχαμε σπουδαία μουσική παράδοση. Δεν υπήρχε καφενείο, ταβέρνα, σπίτι ακόμη και σχολείο, γηροκομείο ή παιδικός σταθμός που να μην είχε καραόκε. Είχαμε πια επεκταθεί σ’ ένα τεράστιο ρεπερτόριο, από παλιό ελαφρύ τραγούδι, ροκ, ποπ, ντίσκο, έθνικ, λάτιν, ελληνικά έντεχνα, λαϊκά, παιδικά, R&B, σόουλ, και τελευταία είχαμε παραλάβει και πενήντα κομμάτια ελληνικό δημοτικό. Όλοι ήξεραν από τουλάχιστον τριάντα τραγούδια ο καθένας αφού κάθε ώρα της ημέρας μπορούσες να βρεις ένα μέρος να τραγουδήσεις. Δεν κάναμε ποτέ διακρίσεις στη μουσική, τραγουδάγαμε με την ίδια ευχέρεια αγγλικά, ελληνικά, ισπανικά, γαλλικά, ιταλικά και ολίγα γερμανικά. Το ενδιαφέρον είναι ότι με το καραόκε ακόμα και οι πιο παράφωνοι είχαν βελτιωθεί κάπως και τους αφήναμε να τραγουδούν πολύ αργά το βράδυ. Η αγάπη μας για τη μουσική είχε κάνει την πόλη μας διάσημη και με τον καιρό καταλάβαμε ότι μπορούσαμε αυτό μας το χάρισμα να το αναπτύξουμε ακόμα πιο πολύ και να το εκμεταλλευτούμε τουριστικά. Βάλαμε καραόκε στα λεωφορεία και στα ταξί, στο μνημείο των πεσόντων μόνο εμβατήρια, στο νεκροταφείο απαλή μουσική με αισιόδοξο στίχο, ενώ στην εκκλησία όπου ο παπάς έφερε στην αρχή κάποιες αντιρρήσεις, όταν είδε τον κόσμο που συνέρρευσε, τις πήρε πίσω. Το μικρόφωνο μας έκανε ευτυχισμένους, το play back μας ολοκλήρωνε και η βουλίτσα που αναπηδούσε πάνω στα γράμματα μας έδινε μια ζεστή σιγουριά ότι δεν θα κάναμε λάθος στο ρυθμό, ότι δεν θα ξεχνάγαμε τις λέξεις και όλα θα ήταν στη θέση τους όπως έπρεπε. Στην πόλη μας δεν είχαμε καθόλου μουσικά όργανα, ποιος τα χρειαζόταν άλλωστε, και στο μοναδικό ωδείο που είχε απομείνει είχαν εγκαταστήσει όπερα καραόκε για τους μαθητές. Δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου εγκληματικότητα και τα πάθη μεταξύ μας έμεναν πάντα σε χαμηλούς τόνους. Αν τσακωνόσουν με κάποιον του έδινες ραντεβού σ’ ένα μπαρ και έλυνες τις διαφορές σου μουσικά. Αν ήθελες να δηλώσεις τα αισθήματά σου το ίδιο, ακόμη και δουλειές κλείνονταν πάνω στο ρεφρέν. Διηγούμαι αυτή την ιστορία και συγκινούμαι. Λείπω απ’ την πόλη μου σχεδόν δέκα χρόνια αλλά η αγάπη για τη μουσική δεν μ’ έχει εγκαταλείψει ποτέ. Στα όνειρά μου μια βουλίτσα αναπηδά πάνω στις συλλαβές των αγαπημένων μου στίχων που άφησα πίσω. Κανείς όμως δεν θέλει πια να κοιμάται μαζί μου γιατί στον ύπνο μου τραγουδώ. ©dch07
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 5 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τρι, 17 Ιούλ 2007 11:50 μμ

ΤΡΕΧΟΥΜΕΝΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ

Γεννήθηκε ένα παιδί και του έδωσαν το όνομα OLIF. Ο μαιευτήρας έκανε αμέσως το τεστ DNA για την προσδόκιμη διάρκεια ζωής του: ήταν 110 χρόνια και ο Λογαριασμός Χρόνου του νέου ανθρώπου άνοιξε με αριθμό LF-000000000110, άτοκος στη δική του κατηγορία. Όταν το παιδί έγινε 12 χρονών έκανε την συνηθισμένη επέμβαση χρονόλυσης, όπως έκαναν σχεδόν όλοι άλλωστε. Ένας επιταχυντής κυττάρων που λειτουργούσε ταυτόχρονα και σαν επιβραδυντής τοποθετήθηκε στο λαιμό του, δίπλα στον θυρεοειδή αδένα και φορτώθηκε με τον προσωπικό του λογαριασμό χρόνου. Αυτό σημαίνει ότι από εκείνο το σημείο και μετά θα μπορούσε να επιλέγει ο ίδιος -με μια απλή σύσπαση των νεύρων του λαιμού και της κάτω σιαγόνας- το εύρος του μήκους κύματος της χρονικής του καμπύλης σε μια συγκεκριμένη στιγμή. Πάνω από το μηδέν, σε ταχύτητες 2, 3, 5, θα μπορούσε να επιταχύνει το μεταβολισμό του αντίστοιχα και να κινείται σαν τη μύγα ενώ κάτω από το μηδέν σε ταχύτητες -1, -4, -7 κλπ, θα μπορούσε να τον επιβραδύνει  και να κινείται αργά σαν τη χελώνα ή το φίδι. Όμως θα έπρεπε πάντα να λαμβάνει υπ’ όψιν του το συνολικό χρόνο που του αναλογούσε: 110 χρόνια στην ταχύτητα μηδέν. Αν έτρεχε πιο γρήγορα κατανάλωνε αντίστοιχα περισσότερες χρονομονάδες, αν πήγαινε πιο αργά δημιουργούσε απόθεμα. Μπορεί ν’ ακούγεται εύκολο αλλά δεν ήταν, η διαχείριση του χρονολογαριασμού απαιτούσε ακριβείς κινήσεις αλλά και σύνεση για να μην σπαταληθεί με επιπολαιότητα. Στο γυμνάσιο ο νεαρός έφηβος πια, ανεκάλυψε ότι είχε ένα ιδιαίτερο χάρισμα στον έλεγχο του χρόνου. Μπορούσε να κινείται στις διάφορες ταχύτητες με εξαιρετική αίσθηση του ρυθμού και οι αυτοσχέδιες παραστάσεις χρονοχορού που έδινε στην αυλή, με μοναδική συνοδεία ένα ξεκούρδιστο πιάνο, έμειναν θρυλικές στην βαρετή ιστορία του σχολείου. Όταν τέλειωσε τις σπουδές του ήταν ήδη ένας φτασμένος καλλιτέχνης, ένας γοητευτικός νεαρός άνδρας πολύ δημοφιλής με πολλά υποσχόμενο μέλλον, περιζήτητος στις καλύτερες πίστες της Ευρώπης. Οι παραστάσεις του -συχνά one man show- είχαν κάτι από χορό, ταχυδακτυλουργικά κόλπα, θέατρο και ριψοκίνδυνους ακροβατικούς αυτοσχεδιασμούς χρονοαιώρησης. Κάπως έτσι, σε μια τέτοια στιγμή υπερβολικής αυτοπεποίθησης ή ίσως απλώς σε μια κακιά στιγμή, ο Olif παγιδεύτηκε σε μια ασύμμετρη χρονοδίνη. Δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να γυρίσει στην ταχύτητα μηδέν κι όλες οι απελπισμένες προσπάθειες που έκανε τον οδηγούσαν σε ακόμη μεγαλύτερη σπατάλη των αποθεμάτων του. Κρίμα, γιατί στην εποχή της πιο μεγάλης του ακμής έχασε το κοινό του που φυσικά δεν μπορούσε να διασκεδάζει μ’ έναν χρονικά ανάπηρο άνθρωπο. Μετά από πολλές προσπάθειες οι γιατροί τον σταθεροποίησαν σε μια χαμηλή ταχύτητα ανάμεσα στο -3 κα -4.  Σ’ έξη μήνες είχε φτάσει ήδη τα 72 και η μόνη του ελπίδα ήταν να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του με αργό μεταβολισμό. Για να απαλλάξει απ’ το βάρος την οικογένειά του διάλεξε να μείνει στο σανατόριο των χρονοκαθυστερημένων, αλλά η αφόρητη μελαγχολία εγκαταστάθηκε εκεί μαζί του. Αν ήταν λιγότερο δειλός θα ξόδευε τ’ αποθέματα του για να τρέξει έστω και για λίγο, όμως δεν ήταν ακόμη έτοιμος να πεθάνει. Η ευκαιρία που του δόθηκε ήταν ανέλπιστη. Το Διαστημικό Πρόγραμμα Μεγάλων Διαδρομών ζήταγε εθελοντές για διαπλανητικά ταξίδια άνω των πενήντα ετών χωρίς επιστροφή. Αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να επιβραδύνει κι άλλο, αλλά δεν δίστασε καθόλου να υποβάλει την αίτηση. ©dch07
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 5 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Δευ, 16 Ιούλ 2007 11:55 μμ

ΚΑΜΕΡΕΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ

Η ετυμηγορία του Διευρωπαϊκού Δικαστηρίου ήταν τελεσίδικη. Εφόσον οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών είχαν εκ του νόμου δικαίωμα να τοποθετήσουν κάμερες παρακολούθησης σε δημόσιους χώρους, τότε και ο καθένας εκ των πολιτών θα είχε τα ίδιο δικαίωμα. Την προσφυγή είχε κάνει μια οργανωμένη ομάδα επαγγελματιών bloggers που διεκδίκησαν και κέρδισαν το δικαίωμα να τοποθετούν κάμερες παρακολούθησης σε οποιοδήποτε χώρο, εξωτερικό ή εσωτερικό αρκεί να είναι δημόσιος, να έχει δηλαδή πρόσβαση από οποιονδήποτε. Εκτός από τους επαγγελματίες κι άλλοι ελεύθεροι σκοπευτές του διαδικτύου τοποθέτησαν τις δικές τους κάμερες αν και η σχετική τεχνολογία δεν ήταν πολύ φτηνή. Ο Γιάννης είχε εγκαταστήσει δύο μικρής εμβέλειας ασύρματα συστήματα παρακολούθησης. Το ένα ήταν τοποθετημένο και σκόπευε το στενάκι του σπιτιού του και το άλλο μετέδιδε εικόνα από το εσωτερικό μιας μικρής τράπεζας στο απέναντι τετράγωνο. Το στενάκι δεν είχε ιδιαίτερη κίνηση. Ο Γιάννης χαλάρωνε τ’ απογεύματα όταν γύρναγε απ’ την δουλειά του κοιτώντας το δρόμο και τους ελάχιστους περαστικούς που πέρναγαν. Καμιά φορά είχε και λίγη περισσότερη δράση με κάποιον που έπεσε και χτύπησε ή το ασθενοφόρο που παρέλαβε τη γριούλα από δίπλα. Αισθανόταν σαν τη γιαγιά του που τη θυμόταν να κάθεται στο μπαλκόνι της και να παρατηρεί το δρόμο με τις ώρες. Όταν βαρέθηκε το δρόμο του, έστελνε το σήμα του με link σ’ ένα φίλο του στη Θεσσαλονίκη κι εκείνος του ‘στελνε πλάνο από μια γωνιά της παραλίας την ώρα της απογευματινής βόλτας. Τουλάχιστον εκεί οι άνθρωποι φορούσαν τα καλά τους. Το υλικό από την τράπεζα το έβλεπε σε play-back γιατί έλειπε τα πρωινά και συχνά μόνο σε fast-forward γιατί ήταν τις περισσότερες φορές αργό. Κατέγραψε μάλιστα και μια ληστεία τις προάλλες που τον έκανε πραγματικά να διασκεδάσει. Κατάλαβε αμέσως ποιος ήταν ο ληστής από τις φριχτές πλαστικές παντόφλες που φορούσε. Ήταν ο συνταξιούχος πυροσβέστης από το ισόγειο, αλλά δεν είχε κανένα σκοπό να τον καταδώσει. Μετά από μερικές βδομάδες σχετικής ανίας, πρόσεξε μια κοπέλα. Κάθε Τρίτη έμπαινε στην τράπεζα δώδεκα και δέκα ακριβώς, έπαιρνε 200 ευρώ από έμβασμα και έφευγε βιαστικά. Σιγά-σιγά του έγινε εμμονή, φρόντιζε μάλιστα να παίρνει άδεια τις Τρίτες για να την βλέπει ζωντανά να μπαίνει στην τράπεζα. Με τον καιρό δεν του αρκούσε ούτε αυτό. Οι φίλοι του, αν και του έκαναν άσχημη καζούρα, τον βοήθησαν να εντοπίσει την πορεία της όταν έβγαινε από την τράπεζα. Η κάμερα στο δρόμο την έδειχνε να μπαίνει σ’ ένα μικρό αυτοκίνητο, οι πολλές κάμερες στη λεωφόρο κατάφεραν να την βρουν να στρίβει τρία χιλιόμετρα πιο κάτω και –αν και δυσκολεύτηκε σ’ αυτό- μια ξέμπαρκη κάμερα των μαθητών ενός σχολείου έπιασε στην άκρη της οθόνης την είσοδο του σπιτιού της. Ο Γιάννης ξόδεψε τα τελευταία του λεφτά σε ενισχυτή σήματος κι έβαλε μια καινούργια κάμερα στο δρόμο της, χαρούμενος που θα μπορούσε πια να παρακολουθεί από κοντά το αντικείμενο του πόθου του. ©dch07
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 8 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Copyright© 2009 ΔΥΟΔΕΚΑ Α.Ε.       Ανάπτυξη εφαρμογής verve VERVE Internet & Open Source Solutions  / Διεύθυνση project FairyNetwork