Προχωρούσε βιαστικά για να προλάβει το λεωφορείο του. Σκούντησε άθελά του μια χοντρή μεσόκοπη κυρία που περπατούσε αργά κι αφηρημένα και πήδηξε επάνω στο τσακ. Όπως κάθε πρωί ο κόσμος ήταν πολύς και κακόθυμος. Τέσσερις στάσεις δεν είναι πολλές, έφτασε στη δουλειά του σχεδόν στην ώρα του. Ο κλητήρας στην είσοδο του μεγάρου τον κοίταξε επίμονα. Προσπέρασε βιαστικά, δεν είχε καμία όρεξη να μιλήσει πάλι για τον Ολυμπιακό. Στο ασανσέρ ανακεφαλαίωσε νοερά τις πέντε προτάσεις του για το μίτινγκ της ημέρας και θυμήθηκε ότι ξέχασε να πάρει στην τράπεζα που τον ζήτησαν προχτές. Βγήκε φουριόζος από το ασανσέρ, χαιρέτησε την αποσβολωμένη ρεσέπιονιστ, έγνεψε στον κολλητό του που έβγαλε μια κραυγή και ακούμπησε την τσάντα του στο γραφείο του. Παραξενεύτηκε από τα καινούργια πρόσωπα που έβλεπε γύρω του, πότε έκαναν προσλήψεις; Τσαντίστηκε όμως ειλικρινά όταν είδε ότι το γραφείο του και η καρέκλα του είχαν τα πράγματα μιας, όπως φάνηκε σε λίγα λεπτά, ηλίθιας ξανθιάς που δεν μπορούσε να καταλάβει ότι αυτή ήταν η δική του θέση. Ο διευθυντής του βγήκε από το γραφείο του, κάτι που δεν έκανε σχεδόν ποτέ, τον πλησίασε και του ζήτησε να τον ακολουθήσει πολύ ευγενικά. Από το μυαλό του περνούσαν διάφορα, από την απόλυση ως την προαγωγή, αυτό όμως που έμαθε ξεπερνούσε την πιο αρρωστημένη φαντασία. Ο διευθυντής, που δεν φημιζόταν για το χιούμορ του, τον ρώτησε επίμονα γιατί εμφανίστηκε έτσι ξαφνικά μετά από δύο ολόκληρα χρόνια που είχαν να τον δουν και τι ακριβώς ήθελε από αυτούς. Δύο χρόνια; Μα χτες ήταν στην δουλειά του, χτες που έκαναν την αναθεώρηση των αποτελεσμάτων για το 2005, χτες που του ζήτησε να ετοιμάσει εισήγηση για την οργάνωση της αποθήκης… Δεν του είπε τίποτε άλλο, γύρισε την οθόνη του υπολογιστή και του έδειξε την ημερομηνία στη σελίδα του χρηματιστηρίου: 23 Νοεμβρίου 2007. Κάθισε κάτω έντρομος, μέχρι κι ο διευθυντής ένοιωσε την ανάγκη να ζητήσει να του φέρουν λίγο νερό. Η αστυνομία ήρθε σχεδόν ταυτόχρονα με τη γυναίκα του που την ειδοποίησαν κι αυτή στη δουλειά της. Αν ο αστυνόμος ήταν καχύποπτος μαζί του, η γυναίκα του ήταν έξαλλη! Πώς μπορούσε να της πει ότι είχε ακόμη τη μυρωδιά της στα ρουθούνια του από χτες το βράδυ που έκαναν έρωτα με τόσο πάθος; Τώρα, μετά από δύο χρόνια, συζούσε ήδη με κάποιον άλλον, τον γείτονα που έφτιαχνε τα μουσικά όργανα στο ισόγειο. Δεν είχε καν πού να πάει, η μητέρα του είχε πεθάνει πριν από έξη μήνες και η αδελφή του πούλησε το σπίτι και μετανάστευσε στη Ρώμη. Ο αστυνόμος επέμενε να του φέρει γνωμάτευση γιατρού για το κενό μνήμης, αλλιώς θα τον κατηγορούσαν για απάτη, βλέπετε οι πιστωτικές του κάρτες είχαν όλες χτυπήσει κόκκινο. Τηλεφώνησε σ’ ένα φίλο του γιατρό, ευτυχώς αυτός ήταν στην θέση του. Ήρθε να τον πάρει με το αυτοκίνητο, σκασμένος στα γέλια. Στο δρόμο για το ιατρείο, έμαθε ότι η παρέα των παλιών συμμαθητών του είχαν ήδη κάνει μια εικονική ‘κηδεία’ με άγριο μεθύσι σ’ ένα στριπτιζάδικο στη Συγγρού. Χάρηκε που ένας τουλάχιστον ήταν πρόθυμος να τον βοηθήσει κι αφέθηκε στα χέρια του να τον εξετάσει. Ψηλαφούσε το κεφάλι του όταν φώναξε: Νάτο! Μια μικρή ουλή μέσα στα μαλλιά του που είχε ακόμη κάπαλο. Ο γιατρός ήταν βέβαιος, κενό μνήμης από χτύπημα στο κεφάλι! Καλά, και πού ήταν δύο χρόνια, γιατί τα ρούχα του ήταν καθαρά και τα ίδια με εκείνα που φορούσε τότε, γιατί η πληγή δεν είχε κλείσει, γιατί έδειχνε το ίδιο νέος ενώ οι άλλοι όπως ο παλιός συμμαθητής του είχαν αδιόρατα αλλάξει; Έπιασε το κεφάλι του και θυμήθηκε το χτύπημα. Πριν μια βδομάδα στη στάση. Τον χτύπησε η ομπρέλα μιας μικρόσωμης κυρίας που γύρισε από τον αέρα. Μια βδομάδα μόνο, ναι! Θυμόταν καθετί που είχε συμβεί αυτή τη βδομάδα, μέχρι και το αυγό που του έβαλαν κατά λάθος στο σάντουιτς τη Δευτέρα. Του μπήκε μια τρομακτική υποψία, ενώ ο φίλος του δεν φαινόταν τόσο υπομονετικός πια, βιαζόταν να γυρίσει σπίτι του. Κι αν δεν ήταν δικό του το κενό; Κι αν όλοι οι άλλοι είχαν πηδήξει σε μια στιγμή δύο χρόνια μπροστά;
©dch07