LIFO
ΑΡΧΕΙΟ: Νοέμβριος 2007
Τρι, 27 Νοέ 2007 01:02 πμ

Η ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ

Ήταν η δεύτερη πραγματική μετακόμιση που έκανε στη ζωή της. Η πρώτη-πρώτη δεν μετράει γιατί απλά έφυγε από το πατρικό της σπίτι πριν από περίπου 12 χρόνια. Ξανάλλαξε σπίτι για να μην αργεί στη μόνη καλή δουλειά που βρήκε μετά από καιρό και τώρα ανακάλυψε επιτέλους ένα διαμέρισμα που την δέχονταν μαζί με τον τεράστιο σκύλο που παράτησε ο πρώην φίλος της όταν έφυγε απροειδοποίητα για το Στρασβούργο. Μάζεψε τα βιβλία της σε δυο μεγάλες κούτες, τις «Μυθοπλασίες» του Μπόρχες και τα «Τρία στίγματα του Πάλμερ Έλτριτζ» του Φίλιπ Ντικ τα είχε δύο φορές άρα δεν χρειαζόταν να τα κουβαλήσει, τα έβαλε στα συρτάρια της κουζίνας μαζί με τα μαχαιροπήρουνα που είχε βρει όταν πρωτοήρθε σε αυτό το σπίτι. Τα CD και τα DVD χώρεσαν σε μία κούτα, τις βιντεοκασσέτες δεν τις ήθελε πια, αλλά δεν της έκανε καρδιά και να τις πετάξει στα σκουπίδια. Σε δύο μικρές κούτες έβαλε τα κεριά, τις κορνίζες και τα μπιχλιμπίδια που αγόραζε στα ταξίδια της, εκτός από εκείνη την ηλίθια ξυλόγλυπτη μινιατούρα ενός Κενταύρου που της χάρισε στο Πήλιο. Τα ρούχα ευτυχώς χώρεσαν στις βαλίτσες, ας ήταν καλά η μικρή της αδελφή που βούταγε τα μισά, κι όσο για τα σεντόνια και τις κουβέρτες αποφάσισε να τα χαρίσει στη γυναίκα που της καθάριζε, θα έπαιρνε καινούργια με λουλούδια, γιρλάντες και φανταχτερά χρώματα. Έντυσε με χοντρό νάιλον τα έπιπλα, την τηλεόραση, το στερεοφωνικό, τα τέσσερα αγαπημένα της λαμπατέρ και τους πίνακες. Όχι όλους, δεν είχε σκοπό να μεταφέρει γι’  άλλη μια φορά το κακοσχεδιασμένο πορτρέτο της Μόνα Λίζα που έκανε στο Δημοτικό και η μητέρα της επέμενε να της το φορτώσει, πολυτελώς κορνιζαρισμένο. Είχε έρθει η ώρα να «πεθάνει» μαζί με την αντιπαθητική της δήθεν αθωότητα. Τελευταία τα πιάτα και τα σκεύη της κουζίνας, όχι ότι είχε πολλά, μαγείρευε ελάχιστα άλλωστε, αλλά  της άρεσε που έδειχναν χρησιμοποιημένα. Η μοκέτα θα έμενε στο σπίτι, οι κουρτίνες είχαν τρυπήσει έτσι κι αλλιώς, ο ηλεκτρολόγος θα ερχόταν σε λίγο για να ξεσυνδέσει την κουζίνα, το πλυντήριο το κατάφερε μόνη της. Ο σκύλος γρύλιζε απειλητικά στο νάιλον του καναπέ όταν θυμήθηκε το κρυφό συρτάρι της ντουλάπας. Το παλιό της διαβατήριο, το έκοψε κομμάτια στα σκουπίδια, το εκλογικό της βιβλιάριο που δεν χρησιμοποιούνταν πια -αυτό το φύλαξε- και μια ξεχασμένη παλιά τηλεκάρτα των 1000 δραχμών, την πέταξε στην ντουλάπα, μπορεί ο επόμενος να ήταν συλλέκτης, ποιος ξέρει;  Στο καινούργιο της σπίτι την πήγε με τ’ αμάξι ο φίλος της αδελφής της, ήταν ο μόνος που τα πήγαινε σχετικά καλά με το σκύλο. Τα πράγματα της είχαν ήδη φτάσει με το φορτηγό, άνοιξε με το καινούργιο της κλειδί κι ένοιωσε αυτή την αδιόρατη μελαγχολία της απουσίας. Βρήκε μερικά πλαστικά τάπερ στα ντουλάπια της κουζίνας κι έβαλε φαί και νερό στο σκύλο, άναψε έναν τσαλακωμένο παιδικό ανεμόμυλο-πορτατίφ που βρήκε στη βεράντα, πήρε να ξεφυλλίσει δυο-τρία από το σωρό με τα παλιά περιοδικά τα πεταμένα στην κρεβατοκάμαρα κι έπεσε πάνω στο νάιλον του καναπέ με το παλτό της. Ήταν πολύ κουρασμένη, θα ξεκινούσε να ξεπακετάρει το πρωί.

©dch07

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 4 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Δευ, 26 Νοέ 2007 12:28 πμ

ΤΟ ΚΕΝΟ

Προχωρούσε βιαστικά για να προλάβει το λεωφορείο του. Σκούντησε άθελά του μια χοντρή μεσόκοπη κυρία που περπατούσε αργά κι αφηρημένα και πήδηξε επάνω στο τσακ. Όπως κάθε πρωί ο κόσμος ήταν πολύς και κακόθυμος. Τέσσερις στάσεις δεν είναι πολλές, έφτασε στη δουλειά του σχεδόν στην ώρα του. Ο κλητήρας στην είσοδο του μεγάρου τον κοίταξε επίμονα. Προσπέρασε βιαστικά, δεν είχε καμία όρεξη να μιλήσει πάλι για τον Ολυμπιακό. Στο ασανσέρ ανακεφαλαίωσε νοερά τις πέντε προτάσεις του για το μίτινγκ της ημέρας και θυμήθηκε ότι ξέχασε να πάρει στην τράπεζα που τον ζήτησαν προχτές. Βγήκε φουριόζος από το ασανσέρ, χαιρέτησε την αποσβολωμένη ρεσέπιονιστ, έγνεψε στον κολλητό του που έβγαλε μια κραυγή και ακούμπησε την τσάντα του στο γραφείο του. Παραξενεύτηκε από τα καινούργια πρόσωπα που έβλεπε γύρω του, πότε έκαναν προσλήψεις; Τσαντίστηκε όμως ειλικρινά όταν είδε ότι το γραφείο του και η καρέκλα του είχαν τα πράγματα μιας, όπως φάνηκε σε λίγα λεπτά, ηλίθιας ξανθιάς που δεν μπορούσε να καταλάβει ότι αυτή ήταν η δική του θέση. Ο διευθυντής του βγήκε από το γραφείο του, κάτι που δεν έκανε σχεδόν ποτέ, τον πλησίασε και του ζήτησε να τον ακολουθήσει πολύ ευγενικά. Από το μυαλό του περνούσαν διάφορα, από την απόλυση ως την προαγωγή, αυτό όμως που έμαθε ξεπερνούσε την πιο αρρωστημένη  φαντασία. Ο διευθυντής, που δεν φημιζόταν για το χιούμορ του, τον ρώτησε επίμονα γιατί εμφανίστηκε έτσι ξαφνικά μετά από δύο ολόκληρα χρόνια που είχαν να τον δουν και τι ακριβώς ήθελε από αυτούς. Δύο χρόνια; Μα χτες ήταν στην δουλειά του, χτες που έκαναν την αναθεώρηση των αποτελεσμάτων για το 2005, χτες που του ζήτησε να ετοιμάσει εισήγηση για την οργάνωση της αποθήκης… Δεν του είπε τίποτε άλλο, γύρισε την οθόνη του υπολογιστή και του έδειξε την ημερομηνία στη σελίδα του χρηματιστηρίου: 23 Νοεμβρίου 2007. Κάθισε κάτω έντρομος, μέχρι κι ο διευθυντής ένοιωσε την ανάγκη να ζητήσει να του φέρουν λίγο νερό. Η αστυνομία ήρθε σχεδόν ταυτόχρονα με τη γυναίκα του που την ειδοποίησαν κι αυτή στη δουλειά της. Αν ο αστυνόμος ήταν καχύποπτος μαζί του, η γυναίκα του ήταν έξαλλη! Πώς μπορούσε να της πει ότι είχε ακόμη τη μυρωδιά της στα ρουθούνια του από χτες το βράδυ που έκαναν έρωτα με τόσο πάθος; Τώρα, μετά από δύο χρόνια, συζούσε ήδη με κάποιον άλλον, τον γείτονα που έφτιαχνε τα μουσικά όργανα στο ισόγειο. Δεν είχε καν πού να πάει, η μητέρα του είχε πεθάνει πριν από έξη μήνες και η αδελφή του πούλησε το σπίτι και μετανάστευσε στη Ρώμη. Ο αστυνόμος επέμενε να του φέρει γνωμάτευση γιατρού για το κενό μνήμης, αλλιώς θα τον κατηγορούσαν για απάτη, βλέπετε οι πιστωτικές του κάρτες είχαν όλες χτυπήσει κόκκινο. Τηλεφώνησε σ’ ένα φίλο του γιατρό, ευτυχώς αυτός ήταν στην θέση του. Ήρθε να τον πάρει με το αυτοκίνητο, σκασμένος στα γέλια. Στο δρόμο για το ιατρείο, έμαθε ότι η παρέα των παλιών συμμαθητών του είχαν ήδη κάνει μια εικονική ‘κηδεία’ με άγριο μεθύσι σ’ ένα στριπτιζάδικο στη Συγγρού. Χάρηκε που ένας τουλάχιστον ήταν πρόθυμος να τον βοηθήσει κι αφέθηκε στα χέρια του να τον εξετάσει. Ψηλαφούσε το κεφάλι του όταν φώναξε: Νάτο! Μια μικρή ουλή μέσα στα μαλλιά του που είχε ακόμη κάπαλο. Ο γιατρός ήταν βέβαιος, κενό μνήμης από χτύπημα στο κεφάλι! Καλά, και πού ήταν δύο χρόνια, γιατί τα ρούχα του ήταν καθαρά και τα ίδια με εκείνα που φορούσε τότε, γιατί η πληγή δεν είχε κλείσει, γιατί έδειχνε το ίδιο νέος ενώ οι άλλοι όπως ο παλιός συμμαθητής του είχαν αδιόρατα αλλάξει; Έπιασε το κεφάλι του και θυμήθηκε το χτύπημα. Πριν μια βδομάδα στη στάση. Τον χτύπησε η ομπρέλα μιας μικρόσωμης κυρίας που γύρισε από τον αέρα. Μια βδομάδα μόνο, ναι! Θυμόταν καθετί που είχε συμβεί αυτή τη βδομάδα, μέχρι και το αυγό που του έβαλαν κατά λάθος στο σάντουιτς τη Δευτέρα. Του μπήκε μια τρομακτική υποψία, ενώ ο φίλος του δεν φαινόταν τόσο υπομονετικός πια, βιαζόταν να γυρίσει σπίτι του. Κι αν δεν ήταν δικό του το κενό; Κι αν όλοι οι άλλοι είχαν πηδήξει σε μια στιγμή δύο χρόνια μπροστά;

©dch07

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 4 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Copyright© 2009 ΔΥΟΔΕΚΑ Α.Ε.       Ανάπτυξη εφαρμογής verve VERVE Internet & Open Source Solutions  / Διεύθυνση project FairyNetwork