LIFO
Τρι, 10 Μάρ 2009 07:27 μμ

ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ

Χρειαζόσουν τουλάχιστον 48 ώρες για να διασχίσεις την Μεγάλη Πόλη. Με αεροπλάνο ήταν βέβαια πολύ πιο λίγο, μόλις 2,5 ώρες με τα υπερσύγχρονα μιας χρήσης Ζορμπάνσκι 27. Το υπόγειο τρένο είχε καταργηθεί από καιρό για προφανείς λόγους. Με βιοδιασπώμενο ημιαυτόματο ταχυλεωφορείο και τέσσερεις εναλλασσόμενους οδηγούς γινόταν κάθε διήμερο το μοναδικό επίγειο δρομολόγιο, Έξω Πόλη προς Έσω Πόλη. Κανείς δεν είχε καταλάβει γιατί δεν γινόταν ποτέ το αντίστροφο. Η κίνηση μέσα στην πόλη ήταν συνεχώς προς μία κατεύθυνση, μονόδρομος, από τ’ ανατολικά προς στα δυτικά. Η Έσω Πόλη ήταν το τελικό σύνορο, μετά από εκεί άρχιζε ο σκοτεινός ωκεανός. Οι άνθρωποι που έφταναν σ’ εκείνα τα μέρη έμεναν εκεί για πάντα, έτσι λοιπόν το σκέφτονταν πολύ πριν ξεκινήσουν. Οι περισσότεροι αποφάσιζαν να κάνουν αυτήν τη διαδρομή προς το τέλος της ζωής τους για να δουν ολόκληρη την πόλη τους έστω για μια φορά. Η Έξω Πόλη αντίθετα επεκτεινόταν συνεχώς, δεν υπήρχε κανένα φυσικό όριο για να σταματήσει την ανθρώπινη όρεξη για φρέσκια παρθένα γη και πρώτες ύλες. Όσο για τα αεροπλάνα, το εργοστάσιο παραγωγής τους ήταν φυσικά στην Ανατολή μαζί με όλα τα άλλα εργοστάσια και τις πολυώροφες φάρμες. Ο περισσότερος ενεργός πληθυσμός ζούσε γύρω από τις μονάδες επεξεργασίας, σε μάλλον άθλιες συνθήκες που ελάχιστοι όμως είχαν την οποιαδήποτε διάθεση ν’ αμφισβητήσουν. Οι φυλακές ήταν εγκατεστημένες στα δυτικά, όπου στελνόταν με συνοπτικές διαδικασίες κάθε ύποπτος για αντικοινωνική συμπεριφορά.

Πήρε τη δουλειά του οδηγού λεωφορείου σε μια στιγμή απελπισίας. Πλήρωναν βέβαια μια παχυλότατη αμοιβή για μια ολιγόμηνη απασχόληση. Ο κάθε οδηγός που ξεκινούσε από την Ανατολή κατέβαινε μετά από το ¼ της διαδρομής στην επόμενη στάση και με πληρωμένα όλα τα έξοδα έμενε σε διαθεσιμότητα για 3 βδομάδες. Μετά ερχόταν η σειρά του να αντικαταστήσει κάποιον από τους επόμενους οδηγούς που θα έφταναν από τα ανατολικά και θα οδηγούσε μέχρι την επόμενη στάση όλο και πιο δυτικά, όλο και πιο κοντά στο τέλος της διαδρομής. Η πρώτη βάρδια του πέρασε μάλλον ευχάριστα. Νεαρά αγόρια και κορίτσια, οπαδοί της Εκκλησίας των Ανέργων μαζί με τα ηλικιωμένα μέλη της Χορωδίας των Ανθρακωρύχων που μόλις είχαν βγει στη σύνταξη, τραγουδούσαν συνέχεια σ’ όλη τη διαδρομή από την Έξω στην Ενδιάμεση Πόλη. Τους αποχαιρέτησε χωρίς ιδιαίτερη θέρμη και εγκαταστάθηκε στο καλύτερο ξενοδοχείο μιας κατά τα άλλα μουντής και επίπεδης συνοικίας, όπου δέσποζαν το τεράστιο γρανιτένιο Χρηματιστήριο και το γυάλινο Εμπορικό Κέντρο. Οι τρεις βδομάδες πέρασαν δύσκολα, δεν ήξερε κανέναν και στα μπαρ η στολή του οδηγού αποθάρρυνε κάθε πιθανότητα για κάτι περισσότερου από ένα περιστασιακό απρόσωπο πήδημα. Στην Ενδιάμεση Πόλη έκανε το περισσότερο γαμήσι της ζωής του μέχρι τότε, αλλά και η Λώρα του έλειψε περισσότερο από ποτέ. 

Στη Μεσαία Πόλη οι οδηγοί φιλοξενούνταν με όλες τις τιμές στο Δημαρχιακό Μέγαρο. Ο Δήμαρχος της Μεγάλης Πόλης, ο Ραβίνος Αλί Μαρσατζανί, κατοικούσε στο συγκρότημα του Καθεδρικού Ναού της Αγίας Συμφιλίωσης, στο μέσον της πόλης, δίπλα από τη πολύβουη στάση των λεωφορείων. Ένα πολύχρωμο ποτάμι πιστών σε αέναη κυκλική κίνηση κατέκλυζε τους δρόμους της Μεσαίας Πόλης, τους υπεράριθμους ναούς, τα μαγαζιά, τις αυλές και τις ταράτσες. Κάθε σπιθαμή ελεύθερου χώρου ήταν κατειλημμένη από ανθρώπινα πλάσματα σε μια απελπισμένη αναζήτηση ψυχικής ανακούφισης, εγκλωβισμένα για πάντα εκεί αφού δεν τολμούσαν να πάνε μπρος και δεν μπορούσαν να γυρίσουν πίσω. Ο οδηγός που θα τον αντικαθιστούσε όταν έφτασε στη Μεσαία Πόλη, ένας νεαρός δικηγόρος με πολλά χρέη στ’ ανατολικά, αρνήθηκε να ανέβει στο λεωφορείο επικαλούμενος την πρόσφατη χειροτονία του ως ιερέας τρίτης τάξης. Η εταιρεία Μεταφορών δεν έπαιζε με τα συμβόλαια παροχής υπηρεσιών, ο ίδιος ο Ραβίνος Μαρσατζανί έδωσε την εντολή να δέσουν τον απείθαρχο οδηγό πάνω στο τιμόνι και να του κόψουν το ένα πόδι. Πέρασε τις τρεις βδομάδες στην μυστική βιβλιοθήκη του Μεγάρου, στην πινακοθήκη των απόκρυφων απεικονίσεων και στο θάλαμο των απαγορευμένων ταινιών, μιας και η βεβαιότητα ότι θα έφευγε σύντομα από εκεί του εξασφάλισε πρόσβαση Α’ κατηγορίας. 

Η διαδρομή από τη Μεσαία Πόλη προς την Παράμεση Πόλη ήταν ήσυχη. Λίγοι ταξιδιώτες, καλός καιρός, ελάχιστο μποτιλιάρισμα. Έφτασαν ξημερώματα και στο πρώτο φως της ημέρας αντίκρισε μια πανέμορφη γειτονιά με χαμηλά σπίτια, πάρκα και ήρεμους ανθρώπους. Η πολύ θετική πρώτη εντύπωση εξισορροπήθηκε τις επόμενες μέρες με τον πιο απρόσμενο τρόπο. Οι άνθρωποι στην Παράμεση Πόλη δεν μιλούσαν σχεδόν καθόλου μεταξύ τους. Όλα ήταν υστερικά οργανωμένα με μια εκνευριστική έλλειψη λόγου, ακόμα και τα λιγοστά ραδιόφωνα έπαιζαν μόνο μουσική. Περπάτησε πολύ στην Παράμεση Πόλη, μόνος του. Συμφιλιώθηκε με την ιδέα του μονόδρομου, τίποτα από αυτά που άφηνε πίσω του δεν θα του έλειπαν πια, ίσως λιγάκι η αίσθηση της έντασης σ’ έναν άγριο καυγά, κάτι πολύ συνηθισμένο στην πρωτόγονη Έξω Πόλη.

Η Έσω Πόλη δεν ήταν τίποτε το παράξενο ή εξωτικό, παρά τις απίθανες φήμες που κυκλοφορούσαν στ’ ανατολικά. Ο ήλιος έδυε στον ωκεανό όταν έφτασαν, ένα θέαμα που δεν έχασε από τότε καμιά μέρα της υπόλοιπης ζωής του. 

© dch09

υγ. την ιστορία αυτή έστειλα στο διαγωνισμό διηγήματος IMAGINE YOUR FUTURE IN A CHANGING CITY .   

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 2 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τετ, 19 Μάρ 2008 09:48 μμ

ΟΝΕΙΡΟ

Ήταν τόσο έντονο το όνειρό μου που θυμόμουν όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για αρκετή ώρα μετά που είχα ξυπνήσει. Τώρα πια έχει ξεθωριάσει λίγο, όχι τόσο όμως για να μην τρέμω ότι θα επανέλθει κάποιο βράδυ στον μοναχικό μου ύπνο για να με στοιχειώσει. Βρισκόμουν σ’ ένα χώρο παράξενο με τζάμια γύρω-γύρω σαν καθρέπτες. Μεγάλα γραφεία, άδεια από χαρτιά, μολύβια ή υπολογιστές είχαν επάνω ένα αναμμένο ημισφαιρικό φωτιστικό κολλημένο στην επιφάνεια του γραφείου. Μικρόσωμοι υπάλληλοι ακούμπαγαν την παλάμη τους πάνω στο φως που τρεμόπαιζε σε κάθε ανεπαίσθητη κίνησή τους. Δεν ξέρω γιατί και πώς, αλλά μέσα στο όνειρό μου αυτοί οι άνθρωποι δούλευαν. Ένας μικρόσωμος φαλακρός νεαρός με οδήγησε στο γραφείο μου, λίγο μεγαλύτερο από τα άλλα, και υποκλίθηκε. Τον έχασα ξαφνικά από μπροστά μου κι όταν κοίταξα στο πλάι στους καθρέπτες είδα ότι και το δικό μου σώμα είχε γίνει μικρό. Έβαλα τη παλάμη μου στο φωτιστικό και άναψε αμέσως. Την ίδια στιγμή ένοιωσα όλους τους άλλους να με ρωτούν τι να κάνουν. Δεν ήξερα ή μάλλον δεν ήθελα να τους πω, προσπάθησα να τραβήξω το χέρι μου αλλά ήταν αδύνατο. Σε κάθε κίνησή μου το φως τρεμόπαιζε στέλνοντάς μου φριχτές τύψεις και αφόρητες ενοχές. Οι άλλοι γινόντουσαν ακόμα πιο επιθετικοί, πίεζαν τα φωτάκια τους απαιτώντας από μένα να απαντήσω στην ανάγκη τους για δουλειά και καθήκοντα. Κι όλα αυτά σε μια αφόρητη σιωπή. Θυμάμαι μονάχα έναν μακρινό ήχο από πόδια που πλησίαζαν όλο και πιο κοντά. Τα πόδια σταμάτησαν, πίσω από τα τζάμια-καθρέπτες είδα ξαφνικά ένα θεόρατο γίγαντα να μας κοιτά. Το ίδιο απότομα έσβησαν τα φώτα και σκοτάδι πηχτό έπεσε στα γραφεία μας. Τότε ήταν που άρχισαν οι κραυγές, ακόμα κι εγώ ούρλιαζα με όλη μου τη δύναμη. Ξύπνησα μέσα στον ιδρώτα να πνίγομαι και με το λαιμό μου να καίει φριχτά. Διόρθωσα γρήγορα τον αναπνευστήρα μου που είχε φύγει από τη θέση του και άνοιξα αρκετά το σωληνάκι του ορού που με έτρεφε. Κράτησα σφιχτά το χερούλι του κουτιού μου και περίμενα. Όπως μου είχαν πει δεν θ’ αργούσα να συνέλθω, στο κάτω-κάτω ένα όνειρο ήταν μόνο…

©dch08

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 2 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τρι, 12 Φεβ 2008 08:20 μμ

ΚΑΡΜΠΟΝ

Επαναλάμβανε με θρησκευτική ευλάβεια όλες τις καθημερινές του κινήσεις, εξ ου και το παρατσούκλι. Δεν ήταν αμόρφωτος, κάθε άλλο. Η ανάγκη του για επανάληψη του ίδιου τρόπου ζωής τον είχε οδηγήσει να σπουδάζει συνεχώς, τη μία σχολή μετά την άλλη για να μπορεί να επαναλαμβάνει την ίδια καθημερινή ρουτίνα, σταματημένη εκεί κάπου στα πρώτα φοιτητικά του χρόνια. Δεν ήταν μια απλή εμμονή, ό ίδιος επέμενε ότι ήταν μια βαθύτερη κοσμοθεωρία, που του επέτρεπε να μείνει για πάντα νέος. Και πραγματικά! Στα σαράντα του έδειχνε ακόμη εικοσιπέντε, ενώ στα πενήντα που έχασε τη μητέρα του και προσέλαβε μια οικονόμο που της έμοιαζε, δεν θα τον έκανες πάνω από τριαντατρία. Τώρα στα εξήντα του, πρωτοετής φοιτητής στους Μεταλλειολόγους μόλις έχουν γκριζάρει οι κρόταφοί του, κάτι που δεν τον δυσκόλεψε καθόλου για να τα φτιάξει ως συνήθως με μια συμφοιτήτριά του. Το σοκ όμως το έπαθε στο δεύτερο εξάμηνο, όταν ξεκίνησε το μάθημα της εδαφομηχανικής. Καθηγήτρια στην έδρα ήταν η πρώτη του κοπέλα. Άργησε να την αναγνωρίσει, μόνο εκείνο το χαρακτηριστικό σημάδι στο πηγούνι και τα πράσινα μάτια πρόδιδαν τη γυναίκα που είχε αγαπήσει στα νιάτα του. Εκείνη φυσικά ούτε λόγος! Αν και τον κοίταζε επίμονα, μάλλον θα της ήταν αδύνατο να δεχθεί ότι ήταν ο ίδιος. Στο δεύτερο μάθημα είχε φροντίσει να μάθει γι’ αυτήν. Εδώ που τα λέμε δεν ήταν δύσκολο, βοούσε ο τόπος. Εξηντάρα με τρία παιδιά, τέσσερις γάμους, πρώην γκόμενα μεγαλοεφοπλιστή που την παράτησε για μια πασίγνωστη ηθοποιό, ανακατεύτηκε με την πολιτική για ένα φεγγάρι και κόντεψε να πάει φυλακή, κάτι για ναρκωτικά είχαν ακουστεί, και μάλλον τα είχε τσουγκρίσει άσχημα με τον πρύτανη γιατί της έκοψε το ερευνητικό πρόγραμμα που δούλευε χρόνια. Στο διάλειμμα την ακολούθησε, ήθελε να ξέρει. Οι εμπειρίες είχαν χαραχτεί ανεξίτηλα στο σώμα της, τα βήματά της είχαν μιαν επιθετική βαρεμάρα. Χαμογέλαγε, αλλά τα μάτια της έδειχναν κυνισμό και δυσπιστία. Μιλούσε δεξιά κι αριστερά φωναχτά, με μια αφόρητη αυτοπεποίθηση που έκανε τους άλλους να γυρίζουν, θέλουν δεν θέλουν. Της έριξε μια τελευταία ματιά πριν γυρίσει στην τάξη του, Θεέ μου, πόσο είχε γεράσει!

 ©dch08
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 0 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τετ, 30 Ιαν 2008 11:05 μμ

Η 53η ΛΗΣΤΕΙΑ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

Τι κάνει ο ηλίθιος, δεν βλέπει το όπλο; Έδωσε μία κι έσπασε το τζάμι της βιτρίνας για να καταλάβει ο άλλος ότι μιλούσε σοβαρά. Ο Μιχάλης βιαζόταν για ένα λόγο παραπάνω, η νάιλον κάλτσα του έφερνε αφόρητη φαγούρα στο πρόσωπο. Ο φαρμακοποιός τρόμαξε πραγματικά, αλλά τα λεφτά από τις εισπράξεις τα είχε ήδη στείλει στην τράπεζα, μόνο ψιλά είχε το ταμείο. Του μέτρησε γύρω στα 130 ευρώ σε κέρματα, κατέβασε και μερικά παυσίπονα από το ράφι, κι άρχισε να μυξοκλαίει ‘μη με σκοτώσεις, τα παιδάκια μου…πάρε ό,τι θέλεις, να χαρείς’. Ο Μιχάλης βούτηξε ακόμη τρία κουτιά καρδιοτονωτικά για τη μάνα του, δύο σαμπουάν για ξηροδερμία και μπόλικες καραμέλες για το βήχα. Έτρεξε έξω στην έρημη στοά, έβγαλε την κάλτσα γρήγορα κι έκρυψε καλά το όπλο του στη μέσα τσέπη του παλτού του. Όταν πήρε τη στροφή ήταν ξανά ένας τριανταοχτάρης δικηγόρος με συντηρητικό ντύσιμο κι ένα τσούρμο χαμένες υποθέσεις. ‘Μιχάλη! Εσύ είσαι; Βρέ, τι σύμπτωση είναι αυτή; Δεν το πιστεύω! Ο Μιχάλης! Αν είναι δυνατόν!’ Στην αρχή δεν κατάλαβε ποιος ήταν ο φαλακρός με το περιποιημένο μουσάκι που φώναζε στη μέση του δρόμου, γρήγορα θυμήθηκε τη χαρακτηριστική τσιριχτή φωνή που είχε να την ακούσει από το σχολείο. Ο Καρπόζηλος δεν σταμάτησε εκεί όμως. Τον τράβηξε με το ζόρι στο απέναντι μεζεδοπωλείο όπου, κοίτα να δεις! Είχε ραντεβού με παλιούς συμμαθητές απ’ το σχολείο, μια παρέα που δεν είχαν χάσει επαφή και που χωρίς αμφιβολία θα τρελαίνονταν απ’ τη χαρά τους αν έβλεπαν έναν καινούργιο από τα παλιά. Οι αντιρρήσεις του καθόλου δεν πτόησαν τον Καρπόζηλο κι έτσι όταν οι περαστικοί άρχισαν να τους κοιτάζουν με περιέργεια, ο Μιχάλης τον ακολούθησε μέσα στο μαγαζί. Μάλλον ήταν οι πρώτοι. Έπιασαν ένα τραπέζι για οκτώ, ευτυχώς δεν θα ήταν τόσο πολλοί, έβγαλε το παλτό του και το κρέμασε προσεκτικά στον καλόγερο, όσο μπορούσε πιο κάτω από τα άλλα παλτά. Η αίθουσα ήταν μισογεμάτη αλλά μέχρι να έλθουν και οι άλλοι γέμισε ασφυκτικά. Οι άλλοι ήταν μόλις τέσσερεις και μια γκομενίτσα που ο ‘επιτυχημένος’ της παρέας έσερνε μαζί του για βοηθό. Άνδρες όλοι, ο Χρήστος, τραπεζικός με ειδίκευση στα καταναλωτικά δάνεια, ο Αντρέας, οδοντογιατρός στην Ελευσίνα και ο Χάρης (πρώην Μπάμπης) δικηγόρος κι αυτός, υποψήφιος στις τελευταίες εκλογές, και επιλαχών στη Β’ Αθηνών παρακαλώ, με το ένα πόδι στο Κοινοβούλιο! Κανείς δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στον Μιχάλη όταν έμαθαν ότι πήρε το γραφείο του πατέρα του και ασχολούταν με ασφαλιστικές αποζημιώσεις. Σε λίγα λεπτά άκουσαν τα περιπολικά. Ο σερβιτόρος τους ενημέρωσε για τη ληστεία στο απέναντι φαρμακείο, μέσα στη στοά. Μιλούσαν για πέντε χιλιάδες ευρώ και κάμποσα ακριβά ναρκωτικά, η παρέα δεν ασχολήθηκε περισσότερο. Άλλωστε όλοι ήταν απασχολημένοι ν’ ακούνε τα αεροπλανικά γαμήσια του Μπάμπη, ακόμη και η ‘βοηθός’ του που μάλλον πρωταγωνιστούσε σε πολλά από αυτά. Ένας γεράκος πλησίασε τον καλόγερο κι άρχισε να ψαχουλεύει τα παλτά όταν δυο αστυνομικοί μπήκαν μέσα στο μαγαζί. Υπέθεσε ότι έψαχναν μάρτυρες, πάντως στα τραπέζια δεν πήγαν. Ο γέρος έριξε όλα τα παλτά κάτω, μαζί με τον καλόγερο. Ο Μιχάλης άκουσε το όπλο του να χτυπάει στο πάτωμα, ή μήπως ήταν οι καραμέλες; Έτρεξε όμως γρήγορα και το μάζεψε πριν το δουν. Ο Καρπόζηλος τον πείραξε για την υστερία με το παλτό, κι έτσι βρήκε ένα καλό σημείο να την κοπανήσει. Τότε ήρθε η Αλεξάνδρα. Δεν ήξερε ότι ο κρυφός εφηβικός του έρωτας είχε παντρευτεί τον άχρωμο Αντρέα από την Ελευσίνα. Ξανακάθησε κάτω, η Αλεξάνδρα δίπλα του, του χάρισε ένα ζεστό χαμόγελο και για πρώτη φορά στη ζωή του γλύκανε από τις σχολικές αναμνήσεις του. Σε δέκα λεπτά όλα είχαν αλλάξει. Ο Μπάμπης έφυγε τρέχοντας μετά το τηλέφωνο που έλαβε –υποτίθεται- από τον αρχηγό του κόμματος, ο Χρήστος προσφέρθηκε να τους πετάξει με τ’ αμάξι και ο Αντρέας πλακώθηκε άσχημα με την Αλεξάνδρα γιατί τράκαρε το αμάξι. Ήρθε ο λογαριασμός κι ήταν πάλι μόνοι τους, ο Καρπόζηλος ξερόβηξε. ‘Ξέρεις, πληρώνουμε κυκλικά και σήμερα μάλλον είναι η μέρα μου, αλλά δεν… το ξέχασα… Τι λέω; Πλήρωσε εσύ μιας και μπήκες πια στην παρέα και την άλλη φορά θα σας πάω για ψάρι, στου Δουράμπεη!». Είχαν έρθει κάμερες απ’ έξω. Τι διάολο, για μια κωλοληστεία; Πήγε γρήγορα να πληρώσει στο ταμείο, 134 ευρώ, ο ταμίας μουτρούνιασε με τα ψιλά, άφησε και τέσσερα πουρμπουάρ για να τον ηρεμήσει και βγήκε στο δρόμο. Μια μικρόσωμη ρεπόρτερ έστελνε το ρεπορτάζ της που μάλλον δεν θα έμπαινε στο δελτίο. «Βρισκόμαστε μόλις στις αρχές Ιανουαρίου και η 53η ληστεία της χρονιάς είναι γεγονός. Ο δράστης, μάλλον αλλοδαπός, γιατί όπως είπε το θύμα μιλούσε σπαστά ελληνικά, εξαφανίστηκε μέρα μεσημέρι μέσα στη πόλη. Η αστυνομία έχει εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψή του. Είναι θέμα ωρών, μας διαβεβαίωσε ο αστυνόμος Κώστας ….». Δεν άκουσε το επίθετο, είχε ήδη απομακρυνθεί. «Μιχάλη, το τηλέφωνό σου! Δεν μου το ‘δωσες!». Έστειλε ένα αδιευκρίνιστο νεύμα στον Καρπόζηλο που φώναζε από μακριά και άρχισε να τρέχει. ©dch08
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 4 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Δευ, 07 Ιαν 2008 10:09 μμ

ΔΕΝ ΕΜΑΘΕ ΚΑΝ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥΣ

Περιέγραψε στην αστυνομία με κάθε λεπτομέρεια τα γεγονότα της προηγούμενης ώρας. Η κοπέλα με το μηχανάκι έπεσε πάνω στο αυτοκίνητό του χωρίς κανένα λόγο. Το επιβεβαίωνε άλλωστε και ο περιπτεράς. Είχε χτυπήσει λίγο στο πόδι, κούτσαινε, και στο δεξί της χέρι υπήρχαν αίματα. Συμπεριφερόταν από την αρχή σαν χαμένη. Ψέλλιζε ‘εγώ φταίω, εγώ φταίω’ συνεχώς και με το ζόρι κατάφερε να την πείσει να ρίξει λίγο νερό στην πληγή της. Η κοπέλα το έσκασε την ώρα που εκείνος τηλεφωνούσε στην αστυνομία, με τα πόδια! Το μηχανάκι ήταν ακόμη μπροστά στο περίπτερο στραπατσαρισμένο. Πήγε το αμάξι του στο συνεργείο και γύρισε στο γραφείο. Το ασανσέρ έμεινε ανάμεσα στον τέταρτο και τον πέμπτο. Η καλοντυμένη κυρία που ήταν μαζί του άρχιζε να χλομιάζει. Προσπάθησε να την καθησυχάσει, συνέβαινε συχνά, θα τους έβγαζαν σε λίγα λεπτά. Η αφύσικα αμίλητη κυρία άρχισε ξαφνικά να ουρλιάζει μέσα στο ακινητοποιημένο ασανσέρ, τόσο δυνατά που αναγκάστηκε να της δώσει ένα χαστούκι να συνέλθει. Σωριάστηκε στα πόδια του λιπόθυμη σαν ένα σακί από πατάτες. Αφού έφυγε το νοσοκομειακό, η πυροσβεστική του πήρε κατάθεση, θα ξανάρχονταν βέβαια ανάλογα με την εξέλιξη της υγείας της κυρίας. Πήγαν όλοι μαζί να τσιμπήσουν κάτι το απόγευμα. Οι συνάδελφοι, ας είναι καλά, προσπαθούσαν φιλότιμα να του φτιάξουν το κέφι. Είχαν ήδη ακουστεί καμιά τριανταριά παρόμοιες εμπειρίες από την ομήγυρη όταν αποφάσισε να πει ένα ανέκδοτο. Δεν ήταν από τα καλύτερά του, αλλά η στρουμπουλή σερβιτόρα που καθάριζε εκείνη τη στιγμή το τραπέζι, ξεράθηκε στα γέλια. Μόνο όταν άρχισε να μπλεδίζει το πρόσωπό της κατάλαβαν ότι πνιγόταν άσχημα. Έξη άνθρωποι την βαρούσαν στην πλάτη χωρίς αποτέλεσμα όταν κάποιος θυμήθηκε τη λαβή στο διάφραγμα. Άφησαν ένα γενναίο πουρμπουάρ και χωρίστηκαν σιωπηλοί. Πήρε ταξί για το σπίτι. Κάθισε αναπαυτικά στο πίσω κάθισμα και υποσχέθηκε στον εαυτό του ένα καλό μοναχικό μεθύσι. Ουσιαστικά ηρέμησε όταν μπήκε στο αγαπημένο, φρικτά βρώμικο κι ακατάστατο, εργένικο διαμέρισμα του. Πραγματικά, δεν του συνέβη πια τίποτε άλλο!  

©dch08

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 2 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Δευ, 07 Ιαν 2008 02:28 πμ

ΧΕΙΜΕΡΙΑ ΝΑΡΚΗ

Όταν άνοιξα τα μάτια μου είδα τον Αβούρη να μου χαμογελά σαρκαστικά. Το κωλόπαιδο! Είχε βουτήξει την πρώτη βάρδια με μιξοκλάματα στον προϊστάμενο και μ’ έριξαν εμένα ξανά στο ‘γερμανικό’ νούμερο: Δεκέμβριο-Ιανουάριο. Για την τρίτη βάρδια δεν το συζητώ, την είχαν καπαρωμένη οι παλιοί. Από τον Οκτώβριο που αρχίζει η χειμέρια νάρκη δεν κοιμούνται όλοι μαζί αλλά σταδιακά ανά οικοδομικό τετράγωνο και ανά όροφο, από πάνω προς τα κάτω με τελευταία τα μαγαζιά του ισογείου. Έτσι μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου βρίσκεις που και που κάποιον άνθρωπο να μιλήσεις ή να σου σερβίρει ένα τελευταίο ποτό. Το ίδιο και το Φλεβάρη, μετά τις 25 ξυπνούν οι πρώτοι στα νοσοκομεία και στις βάσεις του στρατού και μέχρι το τέλος Μαρτίου οι δρόμοι ξαναγίνονται αδιάβατοι από τα πολλά αυτοκίνητα και τους ανθρώπους που βγαίνουν για φαγητό. Σηκώθηκα, πλύθηκα και ξυρίστηκα με κρύο νερό, δεν ήθελα να σπαταλήσω νωρίς τα τις 180 κιλοβατώρες που μου αναλογούσαν. Δεν ξέρω γιατί κάθε χρόνο ξυρίζομαι με τόση επιμονή, αφού πιθανότατα ούτε φέτος θα δω κανέναν εκτός ίσως από το φύλακα της απέναντι πλευράς της μεγάλης λεωφόρου που έτσι κι αλλιώς είναι πολύ μακριά για να διακρίνει ότι δεν μου πάει καθόλου το μούσι. Σκατά! Αυτή η δουλειά, αν και πλήρωνε καλά, μου προκαλούσε τελικά κατάθλιψη. Και να φανταστείς, εγώ δεν ψήφισα υπέρ της χειμέριας νάρκης πριν από εννιά χρόνια, στο δημοψήφισμα. Το 77% όμως προτίμησε τη νάρκωση από την οικονομία στην ενέργεια, είπαν και κάποιοι πουλημένοι γιατροί ότι δήθεν με τον καλό ύπνο θ’ αυξηθεί αρκετά ο μέσος όρος ζωής και θα ‘ρθει μία η άλλη με την απώλεια των πέντε-‘ξη μηνών κάθε χρόνο, και να ‘μαι εδώ στο καταχείμωνο να περιπολώ στην κοιμισμένη πόλη. Το σκέφτονται, λέει, και για το καλοκαίρι, ένα μήνα μόνο για να γλυτώσουν από τα κλιματιστικά. Τουλάχιστον τότε θα μπορώ να κάνω και κανα μπάνιο. Η πρώτη βδομάδα πέρασε πιο γρήγορα απ’ ότι περίμενα. Το κρύο ήταν υποφερτό και είδα όλες τις ταινίες του καλοκαιριού. Στην περιπολία πέρασα από το σπίτι της μητέρας μου και πότισα τα λουλούδια της, έφτιαξα τη τσουλήθρα για τ’ ανίψια μου που είχε πέσει, άλλαξα τους ορούς στο νοσοκομείο και κούρεψα το γκαζόν του προεδρικού μεγάρου. Τη δεύτερη βδομάδα έβρεχε συνεχώς, το έριξα στις τσόντες μέχρι που πόνεσε όλο μου το σώμα. Μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου κρατήθηκα ως συνήθως από την περιέργειά μου. Έμπαινα στα διαμερίσματα των κοιμισμένων και ψαχούλευα τα πράγματά τους: φωτογραφίες, κρυμμένα ημερολόγια, απαγορευμένα ‘παιχνίδια’ και καταχωνιασμένα όνειρα. Πολλοί και πολλές κοιμόντουσαν γυμνοί, δεν τολμούσα όμως ν’ αγγίξω τις γκόμενες μετά το κάζο που έπαθε πρόπερσι ο Καμπόλης κι έφαγε δέκα χρόνια φυλακή. Το χειρότερο όμως είναι τα πεκινουά. Αυτά τα ηλίθια σκυλιά δεν τα πιάνει καλά η νάρκωση και συχνά ξυπνάνε στη μέση του χειμώνα κι αρχίζουν να σουλατσάρουν στους δρόμους με την απαίσια μούρη τους. Φέτος πάλι αναγκάστηκα να κυνηγήσω δυο-τρία για ευθανασία. Στις αρχές Γενάρη ξόδεψα τις περισσότερες μονάδες ενέργειας, δεν άντεχα τα βράδια χωρίς φως. Μετά τις 7 του μήνα σημείωνα τις μέρες στον τοίχο σαν φυλακισμένος. Στις 23, δεν άντεξα, πήγα σπίτι της. Την είχα γνωρίσει στο τέλος του καλοκαιριού, είχαμε περάσει πολύ λίγες μέρες μαζί και δεν ήθελα να χαλάσω με την αδιακρισία μου τη μαγεία μιας σχέσης που ξεκινά. Κοιμόταν αγκαλιά με το γάτο της τον Πάκο, μόνη της, δεν έλεγε ψέματα. Γνωριστήκαμε στο γυμναστήριο και από την αρχή ταιριάξαμε καλά. Ήταν μοναχική όπως κι εγώ, καχύποπτη με τους άλλους, κυνική όσο δεν παίρνει και ταυτόχρονα έβγαζε μια βαθειά μελαγχολία όταν τολμούσες να την πειράξεις. Περίμενα την άνοιξη με ανυπομονησία, αν και θα ‘μουν από τους τελευταίους που θα ξύπναγαν, για να πάμε παρακάτω. Της είχα υποσχεθεί ότι δεν θα έψαχνα τα πράγματά της και με πίστεψε. Μα το Θεό, δεν θα πήγαινα αν μου είχαν αφήσει λίγα μπουκάλια παραπάνω. Άνοιξα τον υπολογιστή της, στο κάτω-κάτω δεν είχε password. Στο Outlook κατάλαβα ότι αλληλογραφούσε με καμιά δεκαπενταριά ακόμη άντρες, με πολλούς απ’ αυτούς κι ερωτικά. Αυτή η δουλειά θα με φάει τελικά. Ξύπνησα τον επόμενο μια μέρα νωρίτερα, του ζήτησα να θάψει ένα ψόφιο γάτο που βρισκόταν πεταμένος στο δρόμο και πήρα τα χάπια μου, όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Ένας καλός ύπνος ήταν ό,τι χρειαζόμουν περισσότερο.

©dch08

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 2 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Τρι, 27 Νοέ 2007 01:02 πμ

Η ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΗ

Ήταν η δεύτερη πραγματική μετακόμιση που έκανε στη ζωή της. Η πρώτη-πρώτη δεν μετράει γιατί απλά έφυγε από το πατρικό της σπίτι πριν από περίπου 12 χρόνια. Ξανάλλαξε σπίτι για να μην αργεί στη μόνη καλή δουλειά που βρήκε μετά από καιρό και τώρα ανακάλυψε επιτέλους ένα διαμέρισμα που την δέχονταν μαζί με τον τεράστιο σκύλο που παράτησε ο πρώην φίλος της όταν έφυγε απροειδοποίητα για το Στρασβούργο. Μάζεψε τα βιβλία της σε δυο μεγάλες κούτες, τις «Μυθοπλασίες» του Μπόρχες και τα «Τρία στίγματα του Πάλμερ Έλτριτζ» του Φίλιπ Ντικ τα είχε δύο φορές άρα δεν χρειαζόταν να τα κουβαλήσει, τα έβαλε στα συρτάρια της κουζίνας μαζί με τα μαχαιροπήρουνα που είχε βρει όταν πρωτοήρθε σε αυτό το σπίτι. Τα CD και τα DVD χώρεσαν σε μία κούτα, τις βιντεοκασσέτες δεν τις ήθελε πια, αλλά δεν της έκανε καρδιά και να τις πετάξει στα σκουπίδια. Σε δύο μικρές κούτες έβαλε τα κεριά, τις κορνίζες και τα μπιχλιμπίδια που αγόραζε στα ταξίδια της, εκτός από εκείνη την ηλίθια ξυλόγλυπτη μινιατούρα ενός Κενταύρου που της χάρισε στο Πήλιο. Τα ρούχα ευτυχώς χώρεσαν στις βαλίτσες, ας ήταν καλά η μικρή της αδελφή που βούταγε τα μισά, κι όσο για τα σεντόνια και τις κουβέρτες αποφάσισε να τα χαρίσει στη γυναίκα που της καθάριζε, θα έπαιρνε καινούργια με λουλούδια, γιρλάντες και φανταχτερά χρώματα. Έντυσε με χοντρό νάιλον τα έπιπλα, την τηλεόραση, το στερεοφωνικό, τα τέσσερα αγαπημένα της λαμπατέρ και τους πίνακες. Όχι όλους, δεν είχε σκοπό να μεταφέρει γι’  άλλη μια φορά το κακοσχεδιασμένο πορτρέτο της Μόνα Λίζα που έκανε στο Δημοτικό και η μητέρα της επέμενε να της το φορτώσει, πολυτελώς κορνιζαρισμένο. Είχε έρθει η ώρα να «πεθάνει» μαζί με την αντιπαθητική της δήθεν αθωότητα. Τελευταία τα πιάτα και τα σκεύη της κουζίνας, όχι ότι είχε πολλά, μαγείρευε ελάχιστα άλλωστε, αλλά  της άρεσε που έδειχναν χρησιμοποιημένα. Η μοκέτα θα έμενε στο σπίτι, οι κουρτίνες είχαν τρυπήσει έτσι κι αλλιώς, ο ηλεκτρολόγος θα ερχόταν σε λίγο για να ξεσυνδέσει την κουζίνα, το πλυντήριο το κατάφερε μόνη της. Ο σκύλος γρύλιζε απειλητικά στο νάιλον του καναπέ όταν θυμήθηκε το κρυφό συρτάρι της ντουλάπας. Το παλιό της διαβατήριο, το έκοψε κομμάτια στα σκουπίδια, το εκλογικό της βιβλιάριο που δεν χρησιμοποιούνταν πια -αυτό το φύλαξε- και μια ξεχασμένη παλιά τηλεκάρτα των 1000 δραχμών, την πέταξε στην ντουλάπα, μπορεί ο επόμενος να ήταν συλλέκτης, ποιος ξέρει;  Στο καινούργιο της σπίτι την πήγε με τ’ αμάξι ο φίλος της αδελφής της, ήταν ο μόνος που τα πήγαινε σχετικά καλά με το σκύλο. Τα πράγματα της είχαν ήδη φτάσει με το φορτηγό, άνοιξε με το καινούργιο της κλειδί κι ένοιωσε αυτή την αδιόρατη μελαγχολία της απουσίας. Βρήκε μερικά πλαστικά τάπερ στα ντουλάπια της κουζίνας κι έβαλε φαί και νερό στο σκύλο, άναψε έναν τσαλακωμένο παιδικό ανεμόμυλο-πορτατίφ που βρήκε στη βεράντα, πήρε να ξεφυλλίσει δυο-τρία από το σωρό με τα παλιά περιοδικά τα πεταμένα στην κρεβατοκάμαρα κι έπεσε πάνω στο νάιλον του καναπέ με το παλτό της. Ήταν πολύ κουρασμένη, θα ξεκινούσε να ξεπακετάρει το πρωί.

©dch07

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 4 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Δευ, 26 Νοέ 2007 12:28 πμ

ΤΟ ΚΕΝΟ

Προχωρούσε βιαστικά για να προλάβει το λεωφορείο του. Σκούντησε άθελά του μια χοντρή μεσόκοπη κυρία που περπατούσε αργά κι αφηρημένα και πήδηξε επάνω στο τσακ. Όπως κάθε πρωί ο κόσμος ήταν πολύς και κακόθυμος. Τέσσερις στάσεις δεν είναι πολλές, έφτασε στη δουλειά του σχεδόν στην ώρα του. Ο κλητήρας στην είσοδο του μεγάρου τον κοίταξε επίμονα. Προσπέρασε βιαστικά, δεν είχε καμία όρεξη να μιλήσει πάλι για τον Ολυμπιακό. Στο ασανσέρ ανακεφαλαίωσε νοερά τις πέντε προτάσεις του για το μίτινγκ της ημέρας και θυμήθηκε ότι ξέχασε να πάρει στην τράπεζα που τον ζήτησαν προχτές. Βγήκε φουριόζος από το ασανσέρ, χαιρέτησε την αποσβολωμένη ρεσέπιονιστ, έγνεψε στον κολλητό του που έβγαλε μια κραυγή και ακούμπησε την τσάντα του στο γραφείο του. Παραξενεύτηκε από τα καινούργια πρόσωπα που έβλεπε γύρω του, πότε έκαναν προσλήψεις; Τσαντίστηκε όμως ειλικρινά όταν είδε ότι το γραφείο του και η καρέκλα του είχαν τα πράγματα μιας, όπως φάνηκε σε λίγα λεπτά, ηλίθιας ξανθιάς που δεν μπορούσε να καταλάβει ότι αυτή ήταν η δική του θέση. Ο διευθυντής του βγήκε από το γραφείο του, κάτι που δεν έκανε σχεδόν ποτέ, τον πλησίασε και του ζήτησε να τον ακολουθήσει πολύ ευγενικά. Από το μυαλό του περνούσαν διάφορα, από την απόλυση ως την προαγωγή, αυτό όμως που έμαθε ξεπερνούσε την πιο αρρωστημένη  φαντασία. Ο διευθυντής, που δεν φημιζόταν για το χιούμορ του, τον ρώτησε επίμονα γιατί εμφανίστηκε έτσι ξαφνικά μετά από δύο ολόκληρα χρόνια που είχαν να τον δουν και τι ακριβώς ήθελε από αυτούς. Δύο χρόνια; Μα χτες ήταν στην δουλειά του, χτες που έκαναν την αναθεώρηση των αποτελεσμάτων για το 2005, χτες που του ζήτησε να ετοιμάσει εισήγηση για την οργάνωση της αποθήκης… Δεν του είπε τίποτε άλλο, γύρισε την οθόνη του υπολογιστή και του έδειξε την ημερομηνία στη σελίδα του χρηματιστηρίου: 23 Νοεμβρίου 2007. Κάθισε κάτω έντρομος, μέχρι κι ο διευθυντής ένοιωσε την ανάγκη να ζητήσει να του φέρουν λίγο νερό. Η αστυνομία ήρθε σχεδόν ταυτόχρονα με τη γυναίκα του που την ειδοποίησαν κι αυτή στη δουλειά της. Αν ο αστυνόμος ήταν καχύποπτος μαζί του, η γυναίκα του ήταν έξαλλη! Πώς μπορούσε να της πει ότι είχε ακόμη τη μυρωδιά της στα ρουθούνια του από χτες το βράδυ που έκαναν έρωτα με τόσο πάθος; Τώρα, μετά από δύο χρόνια, συζούσε ήδη με κάποιον άλλον, τον γείτονα που έφτιαχνε τα μουσικά όργανα στο ισόγειο. Δεν είχε καν πού να πάει, η μητέρα του είχε πεθάνει πριν από έξη μήνες και η αδελφή του πούλησε το σπίτι και μετανάστευσε στη Ρώμη. Ο αστυνόμος επέμενε να του φέρει γνωμάτευση γιατρού για το κενό μνήμης, αλλιώς θα τον κατηγορούσαν για απάτη, βλέπετε οι πιστωτικές του κάρτες είχαν όλες χτυπήσει κόκκινο. Τηλεφώνησε σ’ ένα φίλο του γιατρό, ευτυχώς αυτός ήταν στην θέση του. Ήρθε να τον πάρει με το αυτοκίνητο, σκασμένος στα γέλια. Στο δρόμο για το ιατρείο, έμαθε ότι η παρέα των παλιών συμμαθητών του είχαν ήδη κάνει μια εικονική ‘κηδεία’ με άγριο μεθύσι σ’ ένα στριπτιζάδικο στη Συγγρού. Χάρηκε που ένας τουλάχιστον ήταν πρόθυμος να τον βοηθήσει κι αφέθηκε στα χέρια του να τον εξετάσει. Ψηλαφούσε το κεφάλι του όταν φώναξε: Νάτο! Μια μικρή ουλή μέσα στα μαλλιά του που είχε ακόμη κάπαλο. Ο γιατρός ήταν βέβαιος, κενό μνήμης από χτύπημα στο κεφάλι! Καλά, και πού ήταν δύο χρόνια, γιατί τα ρούχα του ήταν καθαρά και τα ίδια με εκείνα που φορούσε τότε, γιατί η πληγή δεν είχε κλείσει, γιατί έδειχνε το ίδιο νέος ενώ οι άλλοι όπως ο παλιός συμμαθητής του είχαν αδιόρατα αλλάξει; Έπιασε το κεφάλι του και θυμήθηκε το χτύπημα. Πριν μια βδομάδα στη στάση. Τον χτύπησε η ομπρέλα μιας μικρόσωμης κυρίας που γύρισε από τον αέρα. Μια βδομάδα μόνο, ναι! Θυμόταν καθετί που είχε συμβεί αυτή τη βδομάδα, μέχρι και το αυγό που του έβαλαν κατά λάθος στο σάντουιτς τη Δευτέρα. Του μπήκε μια τρομακτική υποψία, ενώ ο φίλος του δεν φαινόταν τόσο υπομονετικός πια, βιαζόταν να γυρίσει σπίτι του. Κι αν δεν ήταν δικό του το κενό; Κι αν όλοι οι άλλοι είχαν πηδήξει σε μια στιγμή δύο χρόνια μπροστά;

©dch07

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 4 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Παρ, 12 Οκτ 2007 02:14 πμ

Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ

Πολιορκούσαμε το κάστρο που είχε κλειστεί μέσα του ο αχρείος βασιλιάς μας, προσπαθώντας να γλυτώσει την τιμωρία για τις κατάπτυστες ελεεινές του πράξεις. Όχι μόνο ηττήθηκε από τους βάρβαρους εχθρούς μας αλλά έσφαξε μόνος του τον ανθό των αξιωματικών μας για να γλυτώσει το καταραμένο του κεφάλι. Εμείς οι Άρχοντες των Επαρχιών δεν είχαμε άλλη λύση. Δώδεκα χρόνια τώρα προσπαθούμε να πάρουμε το αίμα μας πίσω για τα γενναία παλικάρια, τα δικά μας παιδιά, που θυσίασε ο δειλός πανούργος βασιλιάς. Οι βάρβαροι εχθροί μας δεν υπάρχουν πια, τους αφάνισε όλους η πανούκλα. Εμάς εδώ έξω από το κάστρο κι αυτούς από εκεί μέσα τους προδότες, δεν μας πλησίασε η αρρώστια, έτσι όπως είμαστε χωμένοι κάθε μέρα μέσα στη φωτιά της μάχης, πεθαίνουμε πιο γρήγορα απ’ το μίσος μας ο ένας για τον άλλο. Εκείνος ο γαλαζοαίματος γλοιώδης δαίμονας μάζεψε γύρω του τους απόκληρους, τους πεινασμένους, τους κλέφτες, τους απείθαρχους κολίγους, τους εξαθλιωμένους στρατιώτες, όσους δεν είχαν στον ήλιο μοίρα, τους έντυσε, τους ταΐσε και τους έδωσε σπίτια μες το πανέμορφο μας κάστρο που ήταν το στολίδι της άλλοτε δοξασμένης χώρας μας. Αυτοί οι άνθρωποι πολεμάνε με λύσσα, λες κι αυτή η αδελφοκτόνα μάχη είναι ότι καλύτερο τους έχει συμβεί. Υπόσχονται στον ατιμασμένο, μιαρό ηγεμόνα πίστη και αφοσίωση μέχρι θανάτου, γιατί είναι ο μόνος που τους φρόντισε -λένε- σαν στοργικός πατέρας. Κι εμείς όμως δεν πάμε πίσω σε ορμή. Είμαστε οι Άρχοντες των Επαρχιών και δεν τελειώνουμε ποτέ, για κάθε έναν από μας που χάνεται, έρχονται δύο στη θέση του. Εμείς έχουμε τη γη, εμείς έχουμε τα ζώα, εμείς δουλεύουμε το σίδερο, εμείς σκαλίζουμε το ξύλο, εμείς χτίζουμε, εμείς κουβαλάμε την πραμάτεια μας στα πέρατα της γης, εμείς θα του κόψουμε το κεφάλι για να λυτρωθούμε από την κατάρα των θεών που θα πέσει πάνω μας αν δεν εκδικηθούμε τους νεκρούς μας όπως πρέπει.

Τα καλά νέα ήρθαν μαζί με τα πρώτα σημάδια της κόπωσης στο στράτευμά μας κι έτσι δεν χρειάστηκε να οπισθοχωρήσουμε ούτε ένα βήμα παραπίσω. Ο Άρχοντας του Βορρά έφερε ένα νέο όπλο που του πούλησαν Νορβηγοί έμποροι που το έφεραν με τη σειρά τους από τη χώρα που φυσάει πολύ. Δέκα πιθάρια γεμάτα υγρό θάνατο, μια ουσία που κόλλαγε τόσο δυνατά αν την ακουμπούσες που ούτε δέκα βουβάλια δεν μπορούσαν να σε ξεκολλήσουν. Ο Άρχοντας του Βορρά μας είπε ένα σωρό ιστορίες γι’ αυτήν την παράξενη ουσία, αλλά μόνο όταν είδαμε τα πέντε κομμένα του δάχτυλα, τον πιστέψαμε. Γεμίσαμε τους καταπέλτες με πήλινα τσουκάλια και στείλαμε χωρίς οίκτο την υγρή συμφορά μέσα στα τείχη. Σε λίγα λεπτά άλλαξαν όλα. Βλέπαμε τους άλλοτε γενναίους αγροίκους αντιπάλους μας να σκούζουν κολλημένοι πάνω στα τείχη. Μπήκαμε στο κάστρο χωρίς να μας εμποδίσει κανένας, όσοι δεν ήταν κολλημένοι, είχαν φύγει τρέχοντας για να διαδώσουν άθελά τους τη τρομακτική μας δύναμη παντού. Βρήκαμε τον ανίκανο βασιλιά με κολλημένο το δεξί του χέρι στο αγαπημένο του άλογο, σκοτωμένο απ’ τον ίδιο όταν αφήνιασε το άμοιρο. Του κόψαμε το χέρι για να μας οδηγήσει στον κρυμμένο θησαυρό του στέμματος κι εκείνος ο μπαγαπόντης άρχισε να διαπραγματεύεται μέχρι που τον κλείσαμε αηδιασμένοι στα μπουντρούμια του κάστρου. Σε τριάντα μέρες, όταν πια τα όρνια είχαν φάει τα κουφάρια και των τελευταίων κολλημένων στρατιωτών του βασιλιά δεν είχαμε ακόμη συμφωνήσει για το διάδοχό του. Κάθε Άρχοντας ήθελε το στέμμα για λογαριασμό της φαμίλιας του, αλλά κανένας δεν είχε αρκετή δύναμη για να το κερδίσει στο πεδίο της μάχης. Δώσαμε ξανά το στέμμα στον νικημένο βασιλιά με αντάλλαγμα τα διαμάντια του θρόνου που αυτά τουλάχιστον μπορούσαμε να τα μοιράσουμε μεταξύ μας. Κι έτσι καλά όπως τελειώσαν όλα, φεύγοντας για τις επαρχίες μας, χαρίσαμε το όμορφο κάστρο -όπως τα έθιμα της χώρας μας προστάζουν- στον κουλό μας βασιλιά.

©dch07

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 4 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Πεμ, 04 Οκτ 2007 12:38 πμ

Η ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΩΝ ΞΕΚΟΥΡΔΙΣΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ

Ήταν πρωτοποριακός μαέστρος, κανείς δεν το αμφισβητούσε αυτό στην εικοσάχρονη πορεία του στον κόσμο της συμφωνικής μουσικής. Η τελευταία του προσπάθεια να ταράξει τα νερά σ’ ένα αφόρητα ανιαρό τοπίο, βρήκε ένθερμους θαυμαστές στο χώρο του καλλιτεχνικού τύπου και της μουσικοκριτικής. Σ’ όλες του τις συνεντεύξεις εκείνο τον καιρό υποστήριζε με πάθος την νέα του Ορχήστρα των Ξεκούρδιστων Οργάνων μ’ ένα αφοπλιστικό επιχείρημα. Η μουσική –έλεγε- δεν είναι παρά ο ήχος των ψυχών. Και οι ψυχές δεν είναι ποτέ κουρδισμένες σε προκαθορισμένα μέτρα. Διαμορφώνονται ελεύθερα από τις τυχαίες συσπάσεις των σπλάχνων, από την ακατάστατη ροή του αίματος, από τα φευγαλέα αγγίγματα του σώματος και από τις απροσδόκητες διαδρομές του νου. Η ‘αληθινή’ μουσική –προσέθετε μονότονα- δεν παράγεται από κουρδισμένα στρατιωτάκια που υποτάσσονται στο φασισμό του ωραίου, αλλά από ανεξάρτητες νότες που διαλέγουν με αναίδεια ν’ ακούγονται μαζί. Το κοινό συνέρρεε σε κάθε συναυλία που έδινε, σε κάθε πόλη που τον καλούσαν και παρακολουθούσε με πάθος τις παράφωνες συγχορδίες, τα ανατριχιαστικά γδαρσίματα στις ψηλές νότες και τις ενοχλητικές αντηχήσεις που υπέσκαπταν τη συνέχεια της μελωδίας. Οι σνομπ βιρτουόζοι των οργάνων, αναγκάστηκαν επιτέλους να ελέγξουν τα καπρίτσια τους και οι λυρικοί τραγουδιστές πήραν μια βαθειά ανάσα ανεμελιάς. Η επίδραση της νέας μουσικής φόρμας ήταν τόσο μεγάλη που ακόμα και έθνικ συγκροτήματα ή τζαζ μουσικά κουιντέτα άρχιζαν να παραμελούν το κούρδισμα των οργάνων, δίνοντας σταδιακά αυτή την επιτηδευμένη αγριάδα στους αυτοσχεδιασμούς τους. Η δισκογραφία αγκάλιασε το νέο αυτό τρόπο ερμηνείας και πολλές επανεκτελέσεις κλασσικών έργων κυκλοφόρησαν με την χαμηλότερη τιμή από ποτέ. Πήγα σε μια τέτοια συναυλία, όντας ίσως από τους τελευταίους που αντιστάθηκαν στη μόδα της ανεπιτήδευτης μουσικής. Από την αρχή, το κοινό έδειχνε με κάθε τρόπο τον ενθουσιασμό του για τα φάλτσα που είχαν πάρει πια ένα χαρακτήρα αντίστασης στο κατεστημένο και συμβόλιζαν τη νέα ηθική στην τέχνη, την επανάσταση κόντρα στην δικτατορία της αρμονίας. Πυροβόλησα τον μαέστρο στο κεφάλι μέσα σ’ ένα κρεσσέντο κακοφωνίας και χειροκροτημάτων. Σήμερα στη φυλακή, μετανιώνω ειλικρινά γι’ αυτήν την ειδεχθή μου πράξη. Μετανιώνω ακόμη περισσότερο γιατί διαλύθηκε η Ορχήστρα των Ξεκούρδιστων Οργάνων και φοβάμαι πως η ιστορία της μουσικής δεν θα μου το συγχωρήσει ποτέ.

©dch07

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 5 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Copyright© 2009 ΔΥΟΔΕΚΑ Α.Ε.       Ανάπτυξη εφαρμογής verve VERVE Internet & Open Source Solutions  / Διεύθυνση project FairyNetwork