Τι κάνει ο ηλίθιος, δεν βλέπει το όπλο; Έδωσε μία κι έσπασε το τζάμι της βιτρίνας για να καταλάβει ο άλλος ότι μιλούσε σοβαρά. Ο Μιχάλης βιαζόταν για ένα λόγο παραπάνω, η νάιλον κάλτσα του έφερνε αφόρητη φαγούρα στο πρόσωπο. Ο φαρμακοποιός τρόμαξε πραγματικά, αλλά τα λεφτά από τις εισπράξεις τα είχε ήδη στείλει στην τράπεζα, μόνο ψιλά είχε το ταμείο. Του μέτρησε γύρω στα 130 ευρώ σε κέρματα, κατέβασε και μερικά παυσίπονα από το ράφι, κι άρχισε να μυξοκλαίει ‘μη με σκοτώσεις, τα παιδάκια μου…πάρε ό,τι θέλεις, να χαρείς’. Ο Μιχάλης βούτηξε ακόμη τρία κουτιά καρδιοτονωτικά για τη μάνα του, δύο σαμπουάν για ξηροδερμία και μπόλικες καραμέλες για το βήχα. Έτρεξε έξω στην έρημη στοά, έβγαλε την κάλτσα γρήγορα κι έκρυψε καλά το όπλο του στη μέσα τσέπη του παλτού του. Όταν πήρε τη στροφή ήταν ξανά ένας τριανταοχτάρης δικηγόρος με συντηρητικό ντύσιμο κι ένα τσούρμο χαμένες υποθέσεις. ‘Μιχάλη! Εσύ είσαι; Βρέ, τι σύμπτωση είναι αυτή; Δεν το πιστεύω! Ο Μιχάλης! Αν είναι δυνατόν!’ Στην αρχή δεν κατάλαβε ποιος ήταν ο φαλακρός με το περιποιημένο μουσάκι που φώναζε στη μέση του δρόμου, γρήγορα θυμήθηκε τη χαρακτηριστική τσιριχτή φωνή που είχε να την ακούσει από το σχολείο. Ο Καρπόζηλος δεν σταμάτησε εκεί όμως. Τον τράβηξε με το ζόρι στο απέναντι μεζεδοπωλείο όπου, κοίτα να δεις! Είχε ραντεβού με παλιούς συμμαθητές απ’ το σχολείο, μια παρέα που δεν είχαν χάσει επαφή και που χωρίς αμφιβολία θα τρελαίνονταν απ’ τη χαρά τους αν έβλεπαν έναν καινούργιο από τα παλιά. Οι αντιρρήσεις του καθόλου δεν πτόησαν τον Καρπόζηλο κι έτσι όταν οι περαστικοί άρχισαν να τους κοιτάζουν με περιέργεια, ο Μιχάλης τον ακολούθησε μέσα στο μαγαζί. Μάλλον ήταν οι πρώτοι. Έπιασαν ένα τραπέζι για οκτώ, ευτυχώς δεν θα ήταν τόσο πολλοί, έβγαλε το παλτό του και το κρέμασε προσεκτικά στον καλόγερο, όσο μπορούσε πιο κάτω από τα άλλα παλτά. Η αίθουσα ήταν μισογεμάτη αλλά μέχρι να έλθουν και οι άλλοι γέμισε ασφυκτικά. Οι άλλοι ήταν μόλις τέσσερεις και μια γκομενίτσα που ο ‘επιτυχημένος’ της παρέας έσερνε μαζί του για βοηθό. Άνδρες όλοι, ο Χρήστος, τραπεζικός με ειδίκευση στα καταναλωτικά δάνεια, ο Αντρέας, οδοντογιατρός στην Ελευσίνα και ο Χάρης (πρώην Μπάμπης) δικηγόρος κι αυτός, υποψήφιος στις τελευταίες εκλογές, και επιλαχών στη Β’ Αθηνών παρακαλώ, με το ένα πόδι στο Κοινοβούλιο! Κανείς δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στον Μιχάλη όταν έμαθαν ότι πήρε το γραφείο του πατέρα του και ασχολούταν με ασφαλιστικές αποζημιώσεις. Σε λίγα λεπτά άκουσαν τα περιπολικά. Ο σερβιτόρος τους ενημέρωσε για τη ληστεία στο απέναντι φαρμακείο, μέσα στη στοά. Μιλούσαν για πέντε χιλιάδες ευρώ και κάμποσα ακριβά ναρκωτικά, η παρέα δεν ασχολήθηκε περισσότερο. Άλλωστε όλοι ήταν απασχολημένοι ν’ ακούνε τα αεροπλανικά γαμήσια του Μπάμπη, ακόμη και η ‘βοηθός’ του που μάλλον πρωταγωνιστούσε σε πολλά από αυτά. Ένας γεράκος πλησίασε τον καλόγερο κι άρχισε να ψαχουλεύει τα παλτά όταν δυο αστυνομικοί μπήκαν μέσα στο μαγαζί. Υπέθεσε ότι έψαχναν μάρτυρες, πάντως στα τραπέζια δεν πήγαν. Ο γέρος έριξε όλα τα παλτά κάτω, μαζί με τον καλόγερο. Ο Μιχάλης άκουσε το όπλο του να χτυπάει στο πάτωμα, ή μήπως ήταν οι καραμέλες; Έτρεξε όμως γρήγορα και το μάζεψε πριν το δουν. Ο Καρπόζηλος τον πείραξε για την υστερία με το παλτό, κι έτσι βρήκε ένα καλό σημείο να την κοπανήσει. Τότε ήρθε η Αλεξάνδρα. Δεν ήξερε ότι ο κρυφός εφηβικός του έρωτας είχε παντρευτεί τον άχρωμο Αντρέα από την Ελευσίνα. Ξανακάθησε κάτω, η Αλεξάνδρα δίπλα του, του χάρισε ένα ζεστό χαμόγελο και για πρώτη φορά στη ζωή του γλύκανε από τις σχολικές αναμνήσεις του. Σε δέκα λεπτά όλα είχαν αλλάξει. Ο Μπάμπης έφυγε τρέχοντας μετά το τηλέφωνο που έλαβε –υποτίθεται- από τον αρχηγό του κόμματος, ο Χρήστος προσφέρθηκε να τους πετάξει με τ’ αμάξι και ο Αντρέας πλακώθηκε άσχημα με την Αλεξάνδρα γιατί τράκαρε το αμάξι. Ήρθε ο λογαριασμός κι ήταν πάλι μόνοι τους, ο Καρπόζηλος ξερόβηξε. ‘Ξέρεις, πληρώνουμε κυκλικά και σήμερα μάλλον είναι η μέρα μου, αλλά δεν… το ξέχασα… Τι λέω; Πλήρωσε εσύ μιας και μπήκες πια στην παρέα και την άλλη φορά θα σας πάω για ψάρι, στου Δουράμπεη!». Είχαν έρθει κάμερες απ’ έξω. Τι διάολο, για μια κωλοληστεία; Πήγε γρήγορα να πληρώσει στο ταμείο, 134 ευρώ, ο ταμίας μουτρούνιασε με τα ψιλά, άφησε και τέσσερα πουρμπουάρ για να τον ηρεμήσει και βγήκε στο δρόμο. Μια μικρόσωμη ρεπόρτερ έστελνε το ρεπορτάζ της που μάλλον δεν θα έμπαινε στο δελτίο. «Βρισκόμαστε μόλις στις αρχές Ιανουαρίου και η 53η ληστεία της χρονιάς είναι γεγονός. Ο δράστης, μάλλον αλλοδαπός, γιατί όπως είπε το θύμα μιλούσε σπαστά ελληνικά, εξαφανίστηκε μέρα μεσημέρι μέσα στη πόλη. Η αστυνομία έχει εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψή του. Είναι θέμα ωρών, μας διαβεβαίωσε ο αστυνόμος Κώστας ….». Δεν άκουσε το επίθετο, είχε ήδη απομακρυνθεί. «Μιχάλη, το τηλέφωνό σου! Δεν μου το ‘δωσες!». Έστειλε ένα αδιευκρίνιστο νεύμα στον Καρπόζηλο που φώναζε από μακριά και άρχισε να τρέχει. ©dch08