Ο Κροίσος - αυτός της Λυδίας της χώρας.. όχι της γυναίκας του- την είχε δει ο παληκάρης ως ο γενικός γμαω. Βασιλιάς ήταν κανείς δεν του κουνιότανε, είχε όλα τα καλά, μαζί και τον Πακτωλό ποταμό. Μιλάμε για χαρτί.. μπαλαντέρ.
Τι του έλειπε? Το αντίκρισμα της λέξης «στοχασμός».
Όταν τον επισκέφθηκε ο Σόλων -ο δικός μας-, ο Βασιλεύς άρχισε τις γκλαμουριές και τα κοκκορέματα.
-Περάστε κι από ‘δω σοφέ μου δάσκαλε. Κάντε το μπανάκι σας με τα πιο σπάνια αρωματικά, κι από φαγητό ό,τι τραβάει η όρεξή σας. Μην το ρίξετε στις ντροπές και τα τσίπικα παρακαλώ, μεγάλη προσβολή τα θεωρώ κάτι τέτοια. Τα δικά μας τα καλούδια δεν έχουν τελειωμό.
Ο σοφός ασπρογέννης που είχε πάντα αφημένο νύχι στο μικρό δαχτυλάκι του δεξιού χεριού, έξυσε το αυτί του μισοκλείνοντας και το μάτι από ευχαρίστηση, μαζί με έναν μικρό αναστεναγμό. "Παράξενο" φιλοσόφησε, η ωτοξυσία προσφέρει την ίδια ευχαρίστηση όπως κι όταν πέρδεσαι.
Φυσικά -γι' αυτό ήταν σοφός- γνώριζε πως τη σκέψη του δεν ήταν σωστό να τη γνωστοποιήσει στον Άνακτα. Κάνοντας ότι ισιώνει τον χιτώνα του, σκούπισε με κρυφή σοφία και τέχνη το κερί από το νυχάκι χωρίς να τον πάρουν χαμπάρι. Έκανε πως κοιτάζει μακριά και βρήκε μια φράση να πει, από αυτές που ήξερε - γι΄αυτό τον λέγανε σοφό- ότι κρατάνε για καιρούς και αιώνες.
-Βασιλεύ -του είπε σχεδόν ντροπαλά, καθώς ήξερε κι από θέατρο-
μηδένα προ του τέλους μακάριζε.
-Αυτά -του είπε ο Κροίσος- να τα λέτε στην αγορά στην Αθήνα. Εκεί που σας βγαίνουνε αγωνίες και υπαρξιακά για τη ζωή, τον θάνατο, την αρχή και το τέλος. Στην επόμενη που θα βρεθείς με τα καρντάσια, να τους δώσεις χαιρετίσματα πως εδώ υπάρχω Εγώ, και τα γούστα μας είναι no ending story. Εδώ είναι ο παράδεισος κι ο Όλυμπος μαζί, κι ένας είναι του Κροίσου ο σκοπός: π.΄.τσα γλέντι και χορός.
"Ρε με έναν φλώρο που έμπλεξα" σκέφτηκε ο Σόλων. "Θα σου έριχνα ρε πλουμιστέ μάπα πεντ' έξι σοφίες να σου βρίσκονται, αλλά δεν θα πιάσουν τόπο. Πάρε μονάχα μια να έχεις να πορεύεσαι γιατί βαριέμαι, κι όταν την ερμηνεύσεις πάρε με τηλέφωνο".
-Μην καλοτυχίζεις κανέναν πριν δεις το τέλος του.
-Χο χο χο ! έκανε ο Βασιλεύς.
Τσάκισε τα κοψίδια ο σοφός. Έφτασε ο κυνόδοντας στο κόκαλο. «Εδώ είμαστε, όχι όπως στη Σπάρτη που κερνάνε μαύρο ζουμί». Πριν κοιμηθεί αλλά κι όταν ξύπνησε, κάτι μαυρομάτες χειρομαλάκτριες του τέντωσαν το τομάρι, και ο Σόλων έφυγε κύριος μετά πολλών επαίνων εκατέρωθεν. Ένας σοφός γνωρίζει και το πότε πρέπει να φεύγει μεταξύ άλλων.
=====================================
Τα χρόνια πέρναγαν κι οι μουσώνες έπιπταν ράι θρου. Ένα βράδυ που το φεγγάρι δεν βγήκε, ο Άναξ έμαθε πως το βλαστάρι ο υιός του, έπαψε να δίνει σημεία ζωής. Ο μικρός είχε ξεκινήσει κάτι μπερδέματα με τους γείτονες λαούς, κι εκείνοι τον φάγανε ως πιο μαλακό κι από χορταρικό βρασμένο.
Επί πλέον δε, ο πιο τσαντισμένος από τους γείτονες ήταν ένας έτερος Βασιλεύς ο Κύρος, που το έβαλε αμέτι μουχαμέτι να αφανίσει όλη την πατριά του τσόγλανου που τον εβούρλισε. Κήρυξε τον πόλεμο κι έπιασε τον Κροίσο αιχμάλωτο.
Γίνανε κάτι ψιλο-ανακρίσεις του τύπου: «Γίνεσαι Πέρσης Κροίσο μου την τύχη σου ν' αλλάξεις?». «Γίνομαι, γίνομαι -έλεγε αυτός- αλλά στο κάπως πιο κρυφό, μην το μάθουν οι δικοί μου και με κράζουν».
-Δεν έχει τέτοια -είπε ο άλλος-. Σενιάν τον κύριο καθότι συνάδελφος Βασιλεύς και μην τον κακομεταχειριστούμε.
Το τι φλασιά έφαγε το τυπάκι την ώρα που τον πηγαίνανε στα προσανάματα, είναι άγνωστο. Η κούτρα στριφογύρισε σαν μπετονιέρα πολλάά χρόνια πίσω.
- Το βασίλειό μου για ένα κινητό. Φώναξε.
- Τώωωρα το βασίλειο Μεγάλε! -του ψιθύρισαν κάτι φουσκωτοί-. Άσε που αυτά τα κόλπα θα τα περιμένουμε σε δυόμισι χιλιάδες χρόνια.
- -Αχ Σόλων Σόλων Σόλων! Έκραξε τρις ο ξηλωμένος από γαλόνια Βασιλεύς.
Τώρα το πώς ο Κύρος που έδινε την προσοχή του στις χειρομαλάκτριες, έτυχε κι έπιασε αμυδρά την κραυγή του συναδέλφου του, δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε. Το θεώρησε πάντως σημαντικό, φώναξε ένα STOP, και ζήτησε από τον Λυδιανό να μάθει το τι εννοούσε. Όταν έμαθε όλες τις λεπτομέρειες, κατάλαβε ότι ο συνάδελφος -κόρακας κοράκου μάτι- είχε συνέλθει από τις ανοησίες, και τον έκανε προσωπικό του σύμβουλο. Και φυσικά, ο Κροίσος δεν κακοπέρασε.
===================
- Γυναίκα... Έλληνας Κροίσος, με εννέα τραύματα.
- Το όνομά σου το έβαλες?
- Φτού γμω την κατάντια μου, ταιριάζει.
- Κύριο κύριο, ήρθι του ταξί γκια να αλλάξιτε βάρδια.
===================
- Κυρίες και κύριοι, Έλληνας μπατίρης, με τρία γράμματα.
- ΕΓΩ !