Ήλθε πάλι η προσφιλής
στην ύπαρξή μου αυτή ώρα,
η ώρα που η φιλάγρυπνη μνήμη μου
περνάει την εφηβεία της, πριν
αμμόκοκκος στην παραλία της λήθης καταλήξει.
Θύμησες έφερε από τον ξεριζωμό,
που έζησε όταν
από το καραβάνι των χρωμάτων και των παραισθήσεων
απομακρύνθηκε για να γνωρίσει τη δική σου μνήμη.
Τα απαραίτητα πήραν.
Κιβώτια συσκευασμένης ωριμότητας
-μην σπάσει πρόσεχες, την είχες για
επίσημες περιπτώσεις-
νότες, διέσεις, καμβάδες κενούς,
να διηγούνται το δικό τους ψέμα.
τρεις εβδομάδες κράτησαν οι προμήθειες,
μαθεύτηκε η αλήθεια.
ασθενής η μνήμη, από ατύχημα παλιό,
και έτσι επιρρεπής στο ψέμα.
Η ξένη μνήμη έφυγε, για λίγο είχε πει,
- μα έτσι είναι τα ταξίδια
προς εύρεση δικαιολογίας-
και η δική μου,
να περνά την δική της γαλάζια περίοδο
συνθέτοντας στίχους, θλίψη και ερωτήσεις.
Η εφηβεία τελείωσε πια.
και αναπολεί συχνά εκείνο το ταξίδι.
και κάθε βράδυ θυμάμαι εκείνο το καραβάνι
και αναρωτιέμαι για εκείνους τους ηθοποιούς,
ποιοι να ήταν εκείνοι οι περιπλανώμενοι,
πιο εφήμεροι κι από εμάς.
που προσγειώνονταν στο εφήμερο χαλί του σύμπαντος,
που ύφαιναν στο θέατρό τους.