...... Πετάχτηκα ξαφνικά, την ίδια στιγμή που στ'αυτιά μου, έφτανε η φωνή μου ταραγμένη να κομματιάζει τη σιωπή της κάμαρας. «Grem!!!» Ήμουν ζαλισμένη από τον ύπνο και αλαφιασμένη, ένα προαίσθημα κακό είχε έρθει να στοιχειώσει τα όνειρά μου. Ένιωσα τον Σ. να κινείται δίπλα μου και το χέρι του να ψάχνει μέσα στο σκοτάδι το σώμα μου.
«Μωρό? Τι έπαθες? Εφιάλτης?» με ρώτησε και η φωνή του είχε αυτή τη βραχνάδα του ύπνου και την ταραχή της νύχτας.
«Ο φίλος μου ο γάτος, βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο!!!! Είδα μάτια από μούχλα μέσα σε πηγάδι, ένα ποτάμι από δηλητήριο, κλαδιά με αγριοφράουλες, σκοτάδι και υγρασία! Α! και μυρωδιά βανίλιας να πλανιέται παντού!!! Σημαδιακό όνειρο σου λέω!!!»
«Ε, με τις παρέες που κάνεις τον τελευταίο καιρό, δεν περίμενα να δεις και τίποτα καλύτερο!!! Το'ξερα πως θα έχουμε μπλεξίματα!!! Άκου μάτια από μούχλα και κλαδιά από αγριοφράουλες!!! Και τώρα, τι? Πάλι ιστορίες θα'χουμε βραδιάτικα???»
«Μωρό μου πρέπει να βοηθήσω το φίλο μου και πρέπει αυτό να γίνει τώρα! Τώρα, που είσαι δίπλα μου και η καρδιά μου έχει μέσα γλύκα και αγάπη. Τώρα, μέσα στη νύχτα, που το μυαλό είναι ανοιχτό στα όνειρα και μπορεί να ταξιδέψει ελεύθερο. Που η ψυχή διψάει να απλωθεί και το κορμί είναι ακόμη ζεστό απ'το κρεβάτι...»
Σηκώθηκα και πήγα στο μέσα δωμάτιο. Το σκοτάδι με τύλιγε αλλά δεν άναψα κανένα φως. Μόνο μέσα στο απόλυτο σκοτάδι μπορείς να ανασάνεις αληθινά. Όταν οι αισθήσεις δεν ξεγελιούνται από τ' ασήμαντα που δείχνει το φως, μπορείς να έρθεις σε επαφή με την ψυχή σου, να ακούσεις τον ψίθυρό της και να είναι αυτός η πυξίδα που σε οδηγεί. A little whisper in the dark... γιατί μέσα στο σκοτάδι γίνεται εκκωφαντικός ο θόρυβος της ψυχής και δεν μπορείς να τον αγνοήσεις. Κάθησα στο πάτωμα, όσο πιο κοντά στη γη βρίσκεσαι τόσο το καλύτερο είναι σ'αυτές τις περιπτώσεις. Βέβαια, εγώ βρισκόμουν στον τέταρτο όροφο, αλλά από τότε που οι άνθρωποι έδιωξαν τα δάση και σκέπασαν το χώμα με τσιμέντο και σίδερο, όλα εμείς τα μικρά karagiozakia που γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μέσα στα όνειρά μας, έχουμε προσαρμοστεί στη νέα κατάσταση και πολεμάμε από όπου μπορούμε. Κάθησα στο πάτωμα λοιπόν και προσπάθησα να βάλω σε τάξη τη σκέψη μου. Ή για να πω την αλήθεια, έκανα το ακριβώς αντίθετο. Άφησα τη σκέψη μου να πλανηθεί μέχρι να βρει το πηγάδι με τα μουχλιασμένα μάτια και το γάτο φίλο μου που κινδύνευε. Ήταν μεγάλο το ταξίδι που έπρεπε να κάνω μα το πείσμα είναι σύντροφος της αλήθειας, της αγάπης και της ίδιας της ζωής.
Στα μάτια μου έφτασαν εικόνες τρομερές... Είδα τα πράσινα μουχλιασμένα μάτια, το δηλητήριο που χυνόταν στις φλέβες του Etsi και ρίγος με διαπέρασε. Είδα την όμορφη Βακτριανή και το φως της με τύφλωσε και ζέστανε μέσα μου την ελπίδα. Είδα το φίλο μου πεσμένο στο χώμα και ένα μαγεμένο βέλος να φέρνει στα μάτια του τον μεγάλο ύπνο. Το τρίχωμα του ήταν βρώμικο και ταλαιπωρημένο μα πίσω από τα σφαλιστά του βλέφαρα μπορούσα να νιώσω δύναμη και θάρρος. Τα μάγια μπορεί να είχαν αιχμαλωτήσει το σώμα, μα δεν μπόρεσαν να δαμάσουν το πάθος της ψυχής, τη δίψα για το παραμύθι, τη βαθύτερη τέλος από όλες τις επιθυμίες... Να κάνουμε το αδύνατο, δυνατό. Να πολεμήσουμε διεκδικώντας τα πάντα και να νικήσουμε. Να φτάσουμε στην άκρη του ουράνιου τόξου και να βρούμε επιτέλους αυτό το γαμημένο το πουγγί με το χρυσάφι!!!
Σηκώθηκα και άνοιξα το παράθυρο. Με τα πόδια γυμνά και τα μάτια να γυαλίζουν από την υπόσχεση της μάχης, άφησα τον παγωμένο αέρα να έρθει δίπλα μου. Αυτός είχε αναλάβει να μεταφέρει στον φίλο μου τα λόγια εκείνα που έλυναν τα μάγια. Το ξόρκι για να πιάσει έπρεπε να πηγάζει από τρελή αισιοδοξία και πίστη στη μαγεία της κάθε στιγμής. Κι'όταν το λες να μη σκέφτεσαι, οι λέξεις να έρχονται μόνες τους η μια δίπλα στην άλλη. Με είχε διδάξει μια γριά μάγισσα ένα βράδυ που είχα χαθεί στην πόλη. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία. Με φωνή βραχνή και την ψυχή να τρέμει, ψιθύρισα :
Μέσα σε κόσμους μαγικούς
Στης γης την κάθε άκρη
Κίνησε η αγάπη μου
Στου σύμπαντος το χάρτη.
Να πάει σε φίλους καρδιακούς
Που πολεμούν με πάθος
Του κόσμου όλου το κακό,
Άδειας ψυχής το μαρασμό,
Του εγωισμού το λάθος.
Αρματωμένη η ψυχή
Με πείσμα, θάρρος, τρέλα
Στη μάχη τώρα θα ριχτεί
Δεν προσκυνά φοβέρα.
Να καιν τα μάτια σαν φωτιά
Και στις νεκρές ζωές σας,
Γάτου κραυγή, Θεού μιλιά,
Θα αντηχήσει στη νυχτιά,
Να κλείσουν οι πληγές σας.
Πήγαινε αγάπη μου γοργά
Με κάθε αυγής αχτίδα
Στα σφαλιστά τα βλέφαρα
Να φέρεις την ελπίδα.
Μαζί θα στείλω μια ευχή
Το θάνατο να διώξεις
Κι'όταν θα βρίσκεις το πουγγί,
Στου ουράνιου τόξου την ψυχή,
Μαγείας άγγιγμα να νιώσεις!
Όταν γύρισα στο κρεβάτι, ο Σ. μουρμούρισε σιγανά «Ήρθες? Ο φίλος σου πως είναι?»
«Σσσς... Πάρε με αγκαλιά να κοιμηθούμε. Όλα θα πάνε καλά.»