Αθήνα   26°C
LIFO
ΑΡΧΕΙΟ: Μάρτιος 2008
Σαβ, 29 Μάρ 2008 01:39 πμ

DOCRIMENTARY

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ


Ένας φόνος μπαρόκ:

« ‘Σκέφτομαι, άρα υπάρχω' είχε πει κάποιος διάσημος. Τα δέντρα του κήπου μου υπάρχουν αλλά δε νομίζω ότι σκέφτονται, οπότε αυτό αποδεικνύει ότι ο κύριος Ρενάτο δεν είχε εντελώς σώας τας φρένας, κάτι που, βεβαίως, μπορεί να ισχύει και ως προς πολλούς άλλους· όπως, π.χ. τον πεθερό μου, ο οποίος υπάρχει μεν, αλλά δεν σκέφτεται, ή τον εκδότη μου, ο οποίος ναι μεν σκέφτεται , αλλά δεν υπάρχει. Ακόμα κι αν αναποδογυρίσουμε τον συλλογισμό, πάλι παρουσιάζει κενά. Ούτε υπάρχω επειδή σκέφτομαι, ούτε σκέφτομαι επειδή υπάρχω. Το ότι σκέφτομαι είναι σίγουρο. Το ότι υπάρχω, μύθος, δεν υπάρχω· επιζώ. Ζουν (ό,τι κι αν εννοούμε με τη λέξη ‘ζω') μόνο αυτοί που δεν σκέφτονται. Όσοι σκέφτονται - και μάλιστα πολύ - δεν ζουν. Έχετε δει μεγαλύτερη αδικία; Αρκεί να σκεφτεί κανείς κι έχει αυτοκτονήσει. Όχι, κύριε Καρτέσιε; Ζω, άρα δεν σκέφτομαι· αν σκεφτόμουν, δεν θα ζούσα. Μέχρι και ποιηματάκια μπορεί κανείς να φτιάξει: ‘Αφού σκέφτομαι, δεν ζω, μα κι αν ζούσα, τρα-λα-λό...΄ και τα λοιπά και τα λοιπά. Αν, προκειμένου να ζήσουμε, είναι ανάγκη να σκεφτόμαστε, την έχουμε πολύ άσχημα. Εν πάσει περιπτώσει αν πειστήκατε ότι έτσι έχουν τα πράγματα, είμαι αθώος, τελείως αθώος, αφού ούτε σκέφτομαι, ούτε θέλω να σκέφτομαι. Αφού, λοιπόν, δεν σκέφτομαι, δεν υπάρχω, κι αφού δεν υπάρχω, πώς μπορώ να είμαι υπεύθυνος γι' αυτόν το θάνατο;»

ένας φόνος...καλοκαιρινός:

«πάνω απ' όλα να σκοτώσεις το Θεό, να ανοίξεις χώρο ξεπαστρεύοντας τον πλησίον σου, ώσπου ο κόσμος να μείνει σαν την παλάμη του χεριού. Με συνέλαβαν επ' αυτοφώρω στο γήπεδο: χιλιάδες στοιβαγμένοι ηλίθιοι! Κι εγώ με το πολυβόλο μου θέριζα, θέριζα, θέριζα....Τι κρίμα που δεν με άφησαν να τελειώσω!»

κι ένας φόνος...σκέτος:

«Τον σκότωσα γιατί είχα πιει όσο ακριβώς χρειαζόταν για να το κάνω».

 

Δυο αυτοχειρίες:

«Μ' έστειλε στο διάολο· πάω.»

«Ο χαμένος αυτοκτονεί για να κερδίσει: η ακριβής έννοια του ‘κερδίζω με τον κόπο των χεριών μου'»

 

Και δυο γαστροφονικά:

«Οι γλουτοί είναι καλύτεροι στην αφή παρά στη γεύση, πιο σκληροί στο μάσημα παρά στο πασπάτεμα»

«Ένα μυρμήγκι μισούσε ένα λιοντάρι. Του πήρε δέκα χιλιάδες χρόνια, αλλά, τελικά το κατασπάραξε ολόκληρο, χωρίς το λιοντάρι να καταλάβει το παραμικρό»

 

...είναι αυτά που επέλεξα τυχαία από τους εκατό περίπου «παραδειγματικούς φόνους» του Max Aub, που εκδόθηκαν για πρώτη φορά το 1956, στην πόλη του Μεξικού.

Την ίδια πάνω-κάτω εποχή, ο κολλητός του, Λουίς Μπονιουέλ, γυρίζει την ταινία «El Rio y la Muerte» - όπου υπάρχει μια σειρά από αδικαιολόγητους φόνους - με θέμα το πόσο εύκολα μπορεί κανείς να σκοτώσει τον διπλανό του. Επειδή τα περιστατικά που διηγείται η ταινία είναι αυθεντικά, επιτρέπουν μια ματιά πάνω στα μεξικανικά ήθη. Οπως υπογραμμίζει ο Ισπανός σκηνοθέτης, στο Μεξικό μπορεί να σκοτώσει κανείς για ένα λοξοκοίταγμα, λόγω αυξημένης ευαισθησίας, ή εξαιτίας της επιθυμίας του να διαπράξει φόνο. Δείξε μου τον φίλο σου...!

Αλλά τι να περιμένει κανείς από έναν Ισπανό, γεννημένο στο Παρίσι μεγαλωμένο με τον ισπανικό εμφύλιο; Καρδιά βαθιά αριστερά, αλλά ιδιοσυγκρασία βαθιά αναρχική και «κακές» συναναστροφές με Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Σαλβαντόρ Νταλί που τον βρίσκουν στην καλύτερη περίπτωση να παραγγέλνει την «Γκερνίκα» από τον άλλο φίλο του, τον Πάμπλο Πικάσο, και στην χειρότερη να συλλαμβάνεται, κατηγορούμενος ως κομμουνιστής! Δραπετεύει και καταφεύγει στο Μεξικό κι εκεί άρχισαν τα...φονικά: λογοτεχνία, θέατρο, κινηματογραφος!

Ο Max διατείνεται πως πρόκειται για ωμές, συγκεχυμένες ή απερίφραστες απολογίες φονιάδων, από πρώτο χέρι και τονίζει στον πρόλογο πως «αντίθετα με ό,τι θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, μόνο δύο απολογίες ανήκουν σε παλαβούς». Στην πραγματικότητα, είναι ο ίδιος υπεύθυνος για τους φόνους που ονειρεύτηκε ότι είχε διαπράξει σ' όλη του τη ζωή! Αν μη τι άλλο, τα έγραψε και ξεθύμανε!


Max Aub, "Παραδειγματικοί Φόνοι", Εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Αχχιλέας Κυριακίδης

Διαβάζεται και ανάποδα και ανακατεμένα!

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 11 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ POSTS ΓΙΑ: ΒΙΒΛΙΟ   ΧΙΟΥΜΟΡ  
 
Τρι, 25 Μάρ 2008 12:19 πμ

ΚΑΡΣΙ

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ


Κάποτε έκανα μια ερώτηση για το «απαγορευμένο» ρεμπέτικο...
Για απάντηση πήρα μια κατεύθυνση:
«Μην το κοιτάς μονόπαντα»
Στάθηκα απέναντι, λοιπόν, για ν' «ακούσω»
Και να τι μου «είπε» :


Minore Tou Teke de...


Το ρεμπέτικο είναι μελωδία, λόγος, χορός χωρίς ξέσπασμα, καμία νευρικότητα
ο ρυθμός είναι «φλατ» δεν ξεφεύγει για να τονίσει κάτι πιο έντονα
κι οι φωνές το ίδιο μονοκόμματες, σαν ασυγκίνητες
σαν να προσέχουν να μην προκαλέσουν, να μην ξεχωρίσουν
Δεν σου φωνάζει, δεν σε καλεί
Όλα δίνονται λιτά, καθαρά, απέριττα
μα με τόση εσωτερική δύναμη!
Κι αυτό είναι που συγκλονίζει!
Δεν σε έχει ανάγκη να το ανακαλύψεις
Εσύ πρέπει να ανοίξεις για να δεχτείς αυτή τη ζωτικότητα, αυτή την ψυχικότητα
Αν το χάσεις, κακό του κεφαλιού σου - Αυτό δεν περιμένει!
Είναι «λεύτερο πουλί»
Ο δρόμος του είναι «ρε» !

Το ρεμπέτικο τραγούδι
τα χωράει όλα μέσα.
Και δεν του ταιριάζουν ρετσέτες
διάφορων μουσικολόγων, ρεµπετολόγων
και άλλων τινών αλουβρέχηδων πλιατσικολόγων.
Το 'πανε λούµπεν και διάφορα άλλα τέτοια.
Δεξιόφρονες και αριστερόφρονες το εκυνήγησαν.
Αλλά αυτοί που το 'φκιασαν και το 'ζησαν
ήσαν λεύτεροι και ακαπέλωτοι.
Ή φορούσαν την εδικιά τους τραγιάσκα.
Είναι τούτα τα ασµάτια,
στους ορίζοντες μέσα της υψηλής ποιήσεως,
της καρδιάς που κτυπά
το βάσανο και το μεράκι.
Δεν είναι περιθωριακά,
µήτε κεντρομόλα.
Λεύτερα πουλιά είναι.
Στα γυρίσματα στης μοίρας του ανθρώπου πετάνε.
Φτερακίζουν. Πλαταγίζουν ασίγαστα.
Μοιρολογούνε. Κελαηδούνε την νταλµίρα και την φυλακή.
Τον έρωτα και το θάνατο.
Τη μάνα . Τα σύµπαντα.
Πρωτοπλάστης τούτων των αισθημάτων,
των ανθρώπων αυτής της μοίρας,
Μάρκος ο Συριανός.
(Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιώργου Χριστοφιλάκη Μύθος ρεμπέτικος- Μάρκος Βαμβακάρης)*

Photobucket


....ή Φράγκος, ή απλά Μεγάλος!
Και «Μάγκας» :

«Ήμουνα μάγκας μια φορά με φλέβα αριστοκράτη,
τώρα θα γίνω δάσκαλος σαν τον σοφό Σωκράτη,
τώρα θα γίνω δάσκαλος σαν το σοφό Σωκράτη,
ήμουνα μάγκας μια φορά με φλέβα αριστοκράτη.
Ο Πάρις θα γινόμουνα να κλεβα την Ελένη,
Ν'άφηνα τον Μενέλαο με την καρδιά καμένη,
Ν'άφηνα τον Μενέλαο με την καρδιά καμένη,
ο Πάρις θα γινόμουνα να κλεβα την Ελένη.
Ηθελα να 'μουν Ηρακλής, οταν σε πρωτοείδα,
να σου ‘κοβα την κεφάλη σαν τη Λερναία Υδρα,
να σου ‘κοβα την κεφάλη σαν τη Λερναία Υδρα,
ήθελα να 'μουν Ηρακλής, οταν σε πρωτοείδα.
Τι άλλο θέλεις να γινώ για να με αγαπήσεις,
εσύ με το κεφάλι σου το Ξέρξη θα ζητήσεις,
εσύ με το κεφάλι σου το Ξέρξη θα ζητήσεις,
τι άλλο θέλεις να γινώ για να με αγαπήσεις..»

Στο ρεμπέτικο υπάρχει η ζωή με την πλατιά έννοια:


02 ΟΤΑΝ ΜΠΟΥΚΑΡΩ Σ...


Μια σάλα να πει κανείς. Ανοιγε μια πόρτα κι από ένα άλλο διαμέρισμα ερχότανε κάποιος με μία καρύδα, αυτές τις ινδιάνικες. Με το καλάμι της να πούμε, αργιλές, από πάνω ο λουλάς, τουμπεκί μέσα (ο καπνός, τα φύλλα), το χασίσι και σ` το` φερνε και σ` το σερβίριζε.
Εχει έναν ταμπή. Ταμπής, όπως είναι στους καφέδες. Αυτός έφτιαχνε τους αργιλέδες. Έπαιρνε το καρύδι, το άναβε... Ξέρεις, τη φλούδα του καρυδιού, την κάνανε φωτιές. Την έβαζε απάνω κι ερχότανε κοντά σου και σου `λεγε "ορίστε κύριε, τράβα". Έβαζες στο στόμα σου τον αργιλέ... Άλλοι είχανε, που ήτανε πιο ντερβισάδες να πούμε, "χάντρα". Πως είναι οι αργιλέδες οι σπιτίσιοι, που έχουνε μπροστά ένα κοκαλάκι... Το βγάζουνε απ` την τσέπη και το βάζουνε άλλος για το στόμα του, άλλος έτσι. Πατ, το έβαζε μπροστά λοιπόν και τράβαγε. Την ώρα που τελείωνε έπαιρνε τη "χάντρα". Αν ήθελε έπαιρνε μακροβούτι, να αδειάσει τον αργιλέ. Να μην μείνει τίποτα.
(Από συνέντευξη του Δημήτρη Γκόγκου «Μπαγιαντέρα»)*



Duo_magkes_mes_sti...
 

Photobucket


Oι δημιουργοί των παραπάνω «απαγορευμένων» λίγο πριν ή λίγο μετά υμνούν τον έρωτα, όπως εδώ ο Βαμβακάρης με την Στέλλα Χασκίλ:



%97_ΧΑΣΑΠΙΚΗ_ΑΓΟΡΑ...


Τα ερωτικά του σφάζουν µε το µπαµπάκι.
Τίθενται στες κορφές της δηµοτικής ποιήσεως,
αλλά κατεβαίνουν και στες σκοτεινές σπηλιές
του πάθους, εκείθεν όπου το µερακλίκι
διαφεντεύει τα σύµπαντα.*



Koyrasmeno_vima.mp...

%A1ΙΞΕ_ΤΣΙΓΓΑΝΑ_ΤΑ...
   

δεν απομονώνεται ο πόνος του χαμού, από την καθημερινότητα:

εποχή βασανισμένη, προβλήματα μετέωρα, αλλά και διασκέδαση
περνάνε από χαρτάκια, κουτιά τσιγάρων, παλιά τετράδια
και γίνονται «στιχάκια» και «τραγουδάκια» , όπως τα έλεγε ο Μάρκος

PhotobucketPhotobucketPhotobucketPhotobucket


συνθέτης, στιχουργός κι εκτελεστής σε μια οντότητα
ή μια σε τρεις
όπως έσμιξε το κρουστό, το πνευστό και το έγχορδο:

Εφίλιωσε το τούµπανο και το κλαρίνο
µε το µπουζούκι.
Σοφά δεµένα
µέσα στον ασκό της παράδοσης.
Οµιλώ µόνον προς ανατολάς
και προς νότια,
γιατί εκεί κρατιέται το µακάµι
και η µουσική είναι αιώνων πέρασµα
και λάκτισµα ψυχής.
Ούσα η Μεσόγειος µεσοστρατίς
σ' Ανατολή και .ύση,
υπέστη φθοράς εκ .ύσεως
κι από Βορρά.*


ο Παναγιώτης Τούντας με το μαντολίνο του και ύφος σκωπτικό για τη «μοντερνιά» :


«Στου Λινάρδου τη ταβέρνα βλέπεις πρόσωπα μοντέρνα.
Πάνε όλοι,ένας κι ένας,οι αστέρες της ταβέρνας.
Εκεί πάει ο Παπαρούνας,ο Βαρέλας κι ο Γουρούνας.
Πάει ο Σκόρδας ο τεμπέλης και ο Θρούμπας ο Τσιγγέλης.

Πάει κι η κυρά Αγγέλω με το μαύρο της το βέλο.
Και η μερακλού η Φώτω που μεθάει με το πρώτο.
Εκεί πάει κι η Σταμάτα,που μεθά και σπάει πιάτα.
Πάει κι η κυρά Πιπίνα,για να πιεί καμιά ρετσίνα.

Εκεί πάει ο Νταμιτζάνας,Μαϊντανός και Μελιτζάνας.
Πάει ο Ρέγγας κι ο Μπαρδάκος, Νεροχύτης και Ταμπάκος.
Εκεί πάει ο Χατζημπάμιας, ο Γαρδούμπας και ο Λάμιας.
Πάει κι ο Χατζηραπάνης, Παστουρμάς και Μπεχλιβάνης.

Σ'ένα τέτοιο ραβαϊσι ποιός μπορεί να μη μεθύσει.
Άλλος πίνει και πληρώνει κι'άλλος ζούλα την καρφώνει.
Βρε Λινάρδο ταβερνιάρη, γράφτα κάτ' απ' το σφουγγάρι»

Ο Στελλάκης Περπινιάδης και η Άννα Παγανά τραγουδούν τα οικογενειακά τους:

«Σ: Για την απονιά σου Άννα ντερντισάκι θα γενώ
Το μαυράκι θα φουμάρω τον καημό μου να ξεχνώ
Α: Βρε ντερμπαντη και τσαχπίνη ζούλα μου την κοπανάς
Σα τρακάρεις κάποιαν άλλη ίδια πίστη αμολάς

Σ: Όρκο στον λουλά σου κάνω άλληνε δεν αγαπώ
Άννα μου καλέ μου στο είπα θέλεις να στο ξαναπώ
Α: Βρε ντερμπάντη με τουμπάρεις και δική σου θα γινώ
με του όρκους που μου κάνεις αρχινώ να σε θωλω

Σ: Κούκλα μου θα σε φωνάζω ταίρι μου σα θα γενείς
θα πονώ θα αναστενάζω κούκλα μου όταν πονείς
Α: Με κατάφερες ντερντίση να με κάνεις ταίρι σου
το λουλά να σου φουντώνω να περνάς το ντέρτι σου»

«Λεύτερα πουλιά»
Πετούν
Μπορείς να ταυτιστείς ή να τα προσπεράσεις
Αν θες να τα βρεις,
συχνάζουν στους παρακάτω «δρόμους» («μακάμ»):

Hicaz: που είναι το όνομα μιας περιοχής στα παράλια της Ερυθράς θάλασσας, που διετέλεσε υπό τουρκική κατοχή.
Kiirdi: που είναι το όνομα της γης των Κούρδων.
Nihavent, Nisabyrek, Nikriz: που είναι ονόματα από διάφορες αχτές.
Irak: από το όνομα της χώρας του Ιράκ.
Ispahan: από το όνομα της αρχαίας περσικής πρωτεύουσας.
Sabah; που σημαίνει πρωινό.
Ussak: που σημαίνει εραστές.
Hisar. που σημαίνει φρούριο, κάστρο.
Huseyni: που σημαίνει καλός νέος.
Rast: που σημαίνει σωστός, δίκαιος.
Niyaz: που σημαίνει ικεσία, παράκληση.
Beyali ή Bayati: από το όνομα της φυλής των Bayat.*

Καλά ταξίδια!


δώρο
για μια βαλίτσα που βγήκε πρώτη, για πρώτη φορά, σ' ένα αεροδρόμιο, πριν ένα χρόνο, σαν σήμερα (ήταν ορόσημο και για άλλες πρώτες φορές) και για τις βαλίτσες που ακολουθούν, μέχρι να σωθεί το μέτρημα, ή να τελειώσουν οι αριθμοί, ή να ξεμείνω από βαλίτσες!


*www. rempetika.com

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 13 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ POSTS ΓΙΑ: ΜΟΥΣΙΚΗ  
 
Παρ, 21 Μάρ 2008 02:28 μμ

ΠΙΝΓΚ-ΠΟΝΓΚ

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Γυαλιά ηλίου κάτω από την ομπρέλα
Παγωμένος καφές να καίει τα δάκτυλα
ταξίδι για νησί



Αγόρια με κοντομάνικα τρέχουν
και κορίτσια ψωνίζουν μαγιό
στη βροχή


το παγωτό φταίει για το βήχα ή ο βήχας για το παγωτό;


με τρεις ευχές
ο Μάρτιος λύνεται
και πετάει κάπου εξωτικά για καλοκαίρι
θα μαυρίσει από τον ήλιο
κι όταν γυρίσει θα λέει ότι είναι ο Αύγουστος!

 

 

 

 

Half moon, night time sky,
Seven stars, heaven's eyes.
Seven songs on seven seas
Just to bring all your sweet love home to me.

Hey, you fill me like the mountains,
Yeah, yeah, yeah, yeah,
You fill me like the sea, lord,
Not coming past but still at last
Your love brings life to me,
Your love brings life to me, hey!

Rings of cloud and arms aflame,
Wings rise up to call your name.
Sun rolls high, lord, it burns the ground
Just to tell about the first good man i found.

Yeah, you fill me like the mountains,
Yeah, yeah, yeah, yeah,
You fill me like the sea, lord,
Not coming past but still at last
Your love brings life to me,
Your love brings life to me.
Oh oh oh oh oh oh yeah!

Half moon on night time sky,
Seven stars, heaven's eyes.
Seven songs on seven seas
Just to bring all your sweet love home to me.

Hey baby, you fill me like the mountains,
Yeah, yeah, yeah, yeah,
You fill me like the sea, lord,
Not coming past honey still at last
Lord, you fill me like the mountains,
Yeah, yeah, yeah, yeah,
You fill me like the sea, lord,
Not coming past but still at last

Hey, you fill me like the mountains,
Yeah, yeah, yeah, yeah,
You fill me like the sea, oh lord,
You're not coming past, honey, still at last
Your love brings life to me,
Your love brings life to me,
Your love... la la la la la, la

Won't you bring life to me
I said you're gonna ride around
When i'm on a little home babe,
Bring it on home, you bring it on home,
Bring it on home, bring it on home,
I said your love brings life to me, yeah.

 

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 4 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Κυρ, 16 Μάρ 2008 01:30 πμ

ΠΕΟΔΕΙΚΤΕΣ ΣΕ ΚΡΙΣΗ

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Κάθε κοινωνία παράγει τα δικά της, ξεχωριστά απροσάρμοστα στοιχεία, αλλά οι σύγχρονες κοινωνικές δομές μας φαίνεται να παράγουν σημαντικούς αριθμούς ατόμων με «ανισορροπίες ιεραρχίας». Δηλαδή, άτομα έχουν όλα τα κοινωνικά προσόντα που χρειάζονται για να βελτιώσουν την κοινωνική τους θέση, αλλά στερούνται των προσόντων που οδηγούν στην αυθεντική δέσμευση. Τα καταφέρνουν καλά στις κάθετες σχέσεις, με τους μέντορες και τα αφεντικά τους, αλλά δεν τα πάνε καλά στις οριζόντιες σχέσεις, με τους φίλους τους και τους εραστές.

Ίσως μεγαλώνουν σε σπίτια με έντονα ήθη επιτυχίας και ταΐζονται από την «Κατορθω-μηχανή» που μετατρέπει τα πιτσιρίκια σε αποσιολόγους, υποψήφιους για το «Πρωτάθλημα Ταχύτατης Αναρρίχησης».

Περνάνε την παιδική τους ηλικία μεταξύ ιδιαίτερων για όμποε, προπονήσεων για ποδόσφαιρο και μαραθώνιας μελέτης. Οι εξετάσεις από τους γονείς-δασκάλους ανάγονται σε τελετή στο «Fame Story» όπου όλοι μαζεύονται για να λατρέψουν την εκκολαπτόμενη επιτυχία. Στο λύκειο, είναι τα «φυτά» που κάνουν συλλογή από «εικοσάρια» και αναπτύσσουν εκείνη την επίστρωση αλαζονείας που καλύπτει όλους αυτούς που γνωρίζουν ότι μακροχρόνια θα είναι πιο επιτυχημένοι από τις «κούκλες» και τους «μάγκες» που τώρα βγαίνουν «ραντεβουδάκια».

Μετά, εισέρχονται σε χώρους όπως η δικηγορία, η ιατρική, η πολιτική, όπου η ταυτότητα ενός ανθρώπου ορίζεται από την θέση της καριέρας του. Αναπτύσσουν τα «ειδικά προσόντα» που απαιτούνται για να σκαρφαλώσουν την γλοιώδη σκάλα: την ικανότητα να προσποιούνται οικειότητα, να θυμούνται τα μικρά ονόματα, να αποδίδουν σεβασμό, την προθυμία να στέκονται πολύ κοντά σε άλλους ανθρώπους, όταν μιλούν και να τους αγγίζουν με αρρενοπρέπεια.

Και φυσικά, τα άτομα αυτά είναι επιτυχημένα και απολαμβάνουν την επιτυχία τους. Όταν κληρονομούν την «μεγαλοπρέπεια» , η παρουσία τους κυριαρχεί μέσα σε κάθε αίθουσα κι εκείνοι μοιράζονται με χάρη τη συντροφιά τους με αυτούς που πεθαίνουν για να τους συναντήσουν. Είναι μανούλες στο να αγορεύουν με τις ώρες για την παγκόσμια επανάσταση που οφείλεται στην τεχνολογική αλλαγή, την περιβαλλοντική εξαθλίωση και την θεμελιώδη παρακμή των ηθικών αρχών.

Αντιμετωπίζουν τους συνομιλητές τους όπως οι Ναζί τους Πολωνούς. Η κατάρριψη της αρχικής αντίστασης και η μετέπειτα επίθεση συσσωρευμένου ναρκισσισμού καταντά υπερβολική.

Αλλά, μετά, ξαφνικά κάποιος τους παίζει ένα κοσμικό παιχνίδι.

Συνειδητοποιούν στην μέση ηλικία τους ότι το «μεγαλείο» τους δεν είναι αρκετό κι ότι είναι μόνοι. Η κοινότοπη προσωπική τους ζωή γίνεται ακόμα πιο οδυνηρή από την ευθυμία της δημόσιας επιτυχίας τους. Αν είχαν γνωρίσει όρια στο δημόσιο βίο, ίσως να ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν την καθημερινότητα του πάθους της μέσης ηλικίας, Αλλά, ασφαλώς και δεν έχουν γνωρίσει.

Κι έτσι επέρχεται η κρίση. Ίσως αυτοί οι «πρωτοκλασάτοι» άντρες να μην πετάγονται τη νύχτα μέσα στον ύπνο τους, μιζεριάζοντας επειδή «κανείς δεν τους γνωρίζει πραγματικά». οι ηγέτες μοιάζουν να έχουν απεριόριστη ικανότητα για αυτο-λύπηση.

Αναζητούν να επουλώσουν την πληγή. Μπορεί να συχνάζουν με πόρνες γιατί οι συναλλακτικές σχέσεις είναι κάτι που κατανοούν βαθύτερα. Ή μπορεί απλά να συμπεριφέρνονται σαν ηλίθιοι.

Δεν ξέρω αν έχετε δει επιτυχημένο πολιτικό ή μεγιστάνα των επιχειρήσεων να γίνεται τύφλα στο μεθύσι και να την πέφτει σε γκόμενα. Σαν να προσπαθεί ελέφαντας να δώσει γαλλικό φιλί. Δεσποτικό σαλιάρισμα, απελπισμένος πόθος. Δεν υπάρχει αυο-έλεγχος, ούτε αξιοπρέπεια.

Αυτοί οι «πρωτοκλασάτοι» άντρες δεν έχουν «εκπαιδευτεί» σε κανονικές σχέσεις. Από την αχρηστία, η ευαισθησία τους έχει μείνει σε προσχολικά επίπεδα.

Γι' αυτό κι όταν αποφασίζουν ότι τελικά έχουν ψυχή κι ότι ήρθε η ώρα να τη δείξουν, τότε, ας πούμε απλά ότι υπογράφουν την καταδίκη τους.

Είναι δεδομένο ότι θα ακολουθήσει μια απελπισμένη εξαπόλυση οικειότητας, μια λυπηρή απόπειρα δέσμευσης.

Ίσως να την «έβγαζαν καθαρή» αν κάπου, εκεί στην ανοδική πορεία είχαν αποκτήσει αληθινούς φίλους, ανθρώπους, δηλαδή, με τους οποίους θα τους έδενε η παντελής ανικανότητα να πάρει ο ένας τον άλλον στα σοβαρά. Ίσως να ήταν πιο προετοιμασμένοι για αυτό που θα συνέβαινε αν συνέτασσαν την αναζήτηση της αθανασίας τους με την χαρά της οικιακής γελιοποίησης.

Όμως, είναι εντελώς απροετοίμαστοι. Κι έτσι, στην μέση ενός υπέροχου και διασκεδαστικού πάρτυ, μια αιθέρια ύπαρξη βρίσκει μια γλώσσα μέσα στο αυτί της...!


το παραπανω αποτελεί junk μετάφραση του: "The rank-link imbalances", του David Brooks.


Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 11 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ POSTS ΓΙΑ: ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ   ΚΟΙΝΩΝΙΑ  
 
Σαβ, 08 Μάρ 2008 08:51 μμ

ΦΥΛΛΑ ΑΝΟΙΚΤΑ

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

 


ΑΤΣΙΓΓΑΝΑ_-_Μπάτης...
 

Είναι από τις στιγμές που σαν πιτσιρίκι λατρεύεις
σαν έφηβη βαριέσαι
σαν ενήλικη, εργαζόμενη - συχνά και μητέρα - δεν έχεις χρόνο να αφιερώσεις
αλλά η παράδοση είναι πάντα εδώ - τη μυρίζεις, τη γεύεσαι και τη δαγκώνεις
και μετά την αφήνεις να περνάει
πού χρόνος για τέτοια τώρα!
Να, όμως που κάποια στιγμή σταματάς
θες αυτή η πλούσια, αλμυρή αίσθηση να κρατήσει παραπάνω από όσο κάνει να φτάσει το κομμάτι της ονειρεμένης (σπανακοτυρό/λαχανό/κοτό)πίτας της γιαγιάς από το πιάτο στον ουρανίσκο, να έχεις ολοκληρωμένη συμμετοχή στη δημιουργία...
κι αυτή τη φορά τα παρακάλια της νόνας θα πιάσουν τόπο:
«θα πεθάνω και μετά πώς θα τα κάνεις; Έλα να σε μάθω να ανοίγεις φύλλο!» 
ευτυχώς υπάρχουν κι άλλες τρεις τρελές γειτόνισσες που νιώθουν και θέλουν το ίδιο
Κι έτσι η συγκυρία απλά συμβαίνει
Η χαρά της νόνας, μερακλούς αρχοντο-μαγείρισσας, δεν περιγράφεται
Κι οι τρελές γειτόνισσες με τις...παραδοσιακές ανησυχίες έχουν ξαμοληθεί από το πρωί προς αναζήτηση του κατάλληλου πλάστη!
λεπτός, μακρύς χρειάζεται εδώ
στην ανάγκη, πιάστε τα σκουπόξυλα...

Ο πάγκος αδειάζει κι αλευρώνεται
η κουζίνα γεμίζει φωνές κι άρωμα συντροφικής δημιουργίας, με ολίγον από καφέ και τσιγάρο
Η νόνα αφοσιωμένη αρχίζει να αναμιγνύει τα συστατικά τελετουργικά
Οι επίδοξες μαθήτριες παρακολουθούν με δέος μην τυχόν και ξεφύγει κανένα «μυστικό»:
αυτό «για να μην σκάσει», εκείνο για να μη «μαυρίσει»,
το ένα «όσο πάει», το άλλο για «να πιει»
τρέχουν να καταγράψουν το νέο λεξιλόγιο και να ποσοτικοποιήσουν την εμπειρία
«δηλαδή, πόσο είναι το όσο-πάει;»
Οι κινήσεις της γιαγιάς μυσταγωγικές
Οι παλάμες της ζυμώνουν κα πλάθουν δυνατά, μετά χειρίζονται τον πλάστη επιδέξια, σίγουρα, δυναμικά
Το στόμα της ακολουθεί την κίνηση του ζυμαριού: σφίγγει και χαλαρώνει, εναλλάξ...
Και το φύλλο ανοίγει, τεντώνει, λεπταίνει κι αναδιπλώνεται με απαλά, σύντομα φλαπ-φλαπ
Μετά το «demo» βάζει τις μαθήτριες στην σειρά μπροστά από το ζυμάρι τους
«δεν μπορώ, αγχώθηκα, θα κάνω πρώτα ένα τσιγάρο...!»
Δάκτυλα αδέξια, διστακτικά, σαν να φοβούνται το ζυμάρι
χρειάζονται το διπλάσιο χρόνο για να αποδώσουν την συρόμενη περιστροφή ακριβείας του φύλλου πάνω στον πάγκο, κατά ενενήντα μοίρες, όπως παρατήρησε η μαθηματικός της παρέας
«δεν το σηκώνεις, μόνο το σέρνεις με τον πλάστη για να το γυρίσεις»
Σβέλτα, αλλά απαλά και χαριτωμένα, φλαπ-φλαπ αέρινα
Κι όμως, τέσσερα ζευγάρια μάτια το χαζεύουν σαν το δυσκολότερο πείραμα πυρηνικής φυσικής!
Τα φλαπ δεν είναι ίδια, λιγότερο ανάλαφρα, πιο αραιά
Τέσσερα φύλλα κάτω, τρία φύλλα πάνω
Τα κάτω μεγαλύτερα για να αναδιπλώνουν οι άκρες προς τα πάνω
Τα άλλα ίσα-ίσα να εφάπτονται στο σκεύος.... - καλά!
λεπτά, σαν μεμβράνες

καλύτερα τρύπια ή σκισμένα παρά χοντρά
Τώρα ξεχειλίζει ζεστασιά
Από τα γέλια, τα αλευρώματα, τα ψευτο-κυνηγητά με τον πλάστη και το μυρωδάτο ψήσιμο
Αυτήν την παιδικότητα πάλι τη λατρεύεις
αυτήν την εφηβεία δεν τη βαριέσαι
και τώρα που είσαι τριάντα, σαράντα, πενήντα, εβδομήντα μπορείς να βρεις και χρόνο
Ο καφές κρύωσε
Η παρέα επιβραβεύεται για την προσπάθεια από το καμάρι της νόνας
για το αποτέλεσμα από τα λαίμαργα μουγκρίσματα των λοιπών γειτόνων
Ε, εντάξει, βοηθάνε κι οι ρακές...!

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 5 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Κυρ, 02 Μάρ 2008 11:44 μμ

ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

 

 

 

Ο Zigmunt Bauman (Ζίγκμουντ Μπάουμαν) για την κοινότητα:

«...Οι κοινότητες είναι αξιωματικά θεμελιωμένες. Το νόημα της ¨αληθινής¨ τους ύπαρξης είναι ότι πολλοί άνθρωποι, ομόφωνα, δέχονται αυτό το αξίωμα. Το κάλεσμα να δώσουμε ¨στην κοινότητα στην οποία ανήκουμε¨ την πρωταρχική κι αμέριστη υπακοή μας, η απαίτηση να θεωρήσουμε τους εαυτούς μας πρώτα μέλη της κοινότητας κι έπειτα όλα τα άλλα, είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο η κοινότητα γίνεται ¨πραγματικότητα¨, που διαιρεί την ευρύτερη κοινωνία σε μικρότερους περιχαρακωμένους χώρους που αντιμετωπίζουν ο ένας τον άλλον καχύποπτα και κρατούν τις αποστάσεις αναμεταξύ τους. Κι επειδή αυτές οι κοινότητες [...] δεν έχουν γερές βάσεις να στηριχτούν, εκτός από την ατομική νομιμοφροσύνη, απαιτούν μια ασυνήθιστα έντονη συναισθηματική αφοσίωση κι ακραίες κραυγαλέες δηλώσεις νομιμοφροσύνης και οσφραίνονται στα απρόθυμα, χλιαρά και αναποφάσιστα περιθώριά τους πιο θανάσιμους κινδύνους.


...η κοινότητα αυτοδιαφημίζεται σαν ευχάριστο σπίτι μέσα σε μια εχθρική κι επικίνδυνη πόλη. Γοητεύει τους προσήλυτους με την υπόσχεση της απελευθέρωσης από το φόβο, με την υπόσχεση της οικιακής ηρεμίας [...] Η κοινότητα δεν μπορεί να παράσχει τίποτε άλλο πέρα από την πλήρη και στρατευμένη αφοσίωση στον σκοπό. Οι αυτοδιοριζόμενοι φρουροί της καιροφυλαχτούν μέρα-νύχτα, αναζητούν αληθινούς ή δήθεν προδότες, αποστάτες, ή απλώς εκείνους που ακολουθούν με μισή καρδιά και είναι αναποφάσιστοι. Η ανεξαρτησία αποδοκιμάζεται, η διαφωνία καταπνίγεται και η ανυπακοή καταδιώκεται. Η πίεση να κρατηθεί το ποίμνιο μέσα στην στάνη είναι αδυσώπητη. Η επιθυμία της ζεστασιάς που χαρίζει η ένταξη έχει για τίμημα την σκλαβιά.


Το συνολικό αποτέλεσμα όλων αυτών είναι άλλη μια εκδήλωση της τάσης, που μας είναι πια οικεία, να εκριζώνεται η ηθική ευθύνη του ατόμου. Η κοινότητα τώρα, ή μάλλον οι αυτοδιοριζόμενοι φύλακες της αγνότητάς της, είναι αυτή που χαράσσει τα όρια των ηθικών ευθυνών, χωρίζει το καλό από το κακό, και ευτυχώς ή δυστυχώς, υπαγορεύει το ορισμό της ηθικής συμπεριφοράς [...]


Η αλήθεια είναι ότι σε αντιδιαστολή με τον απρόσωπο κόσμο των ιδιωτών, το αξίωμα της κοινότητας ούτε ενισχύει την ηθική αδιαφορία, ούτε την υπομένει πιο εύκολα. Αλλά ούτε αυτή καλλιεργεί ηθικά υποκείμενα. Αντικαθιστά τα βάσανα της ηθικής ευθύνης με τη βεβαιότητα της πειθαρχίας και της υποταγής. Και δεν υπάρχει καμιά εγγύηση ότι τα πειθαρχημένα υποκείμενα είναι ηθικά. Εξάλλου, τα πειθήνια υποκείμενα εύκολα μπορούν να χρησιμοποιηθούν - όπως και γίνεται - στην υπηρεσία της βάναυσης, ανόητης απανθρωπιάς που κυριαρχεί στους ατέλειωτους (και ανέλπιδες) διακοινοτικούς πολέμους φθοράς και στις συνοριακές αψιμαχίες.


[...] η γραφειοκρατία κι οι επιχειρήσεις ποτέ δεν φημίζονται ως μνημεία ήθους και σχολεία ηθικής. Αλλά δεν μπορούμε να περιμένουμε πολλά ούτε από τους φορείς που προορίζονται να θεραπεύσουν τη βλάβη στην σπονδυλική στήλη της ηθικής των υποκειμένων. [...] περισσότερο από δυο αιώνες μετά την υπόσχεση του Διαφωτισμού ότι θα θεσμοθετήσει μια ηθική κι ανθρώπινη κοινωνία, η ατομική συνείδηση και το αίσθημα ευθύνης του καθενός μας αποτελούν τα μοναδικά εφόδια που μας απέμειναν για να παλέψουμε να κάνουμε τη ζωή πιο ηθική απ' ό, τι είναι. Κι όμως θεωρούμε το εφόδιο αυτό κενό και πνιγηρό.»

 

Από το «Και πάλι μόνοι: η ηθική μετά τη βεβαιότητα», μετάφραση Ρίκας Μπενβενιστε - Κώστα Χατζηκυριάκου , Εκδόσεις Έρασμος.

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 9 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ POSTS ΓΙΑ: ΚΟΙΝΩΝΙΑ  
 
Κυρ, 02 Μάρ 2008 12:51 πμ

ΤΡΙΚΥΜΙΑ

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

 

Full fadom five thy Father lies
Of his bones are Corall made
Those are pearls that were his eyes
Nothing of him that doth fade
But doth suffer a Sea-change
Into something rich and strange
Sea-Nimphs hourly ring his knell
Harke, now, I heare them ding-dong bell


 

"The Tempest" Song of Ariell (1610-1)
W. Shakespeare

Πέντε οργιές βαθιά κείται ο πατέρας
Τα κόκαλά του έγιναν κοράλλια
Τούτα που ήταν τα μάτια του, είναι μαργαριτάρια
Τίποτα το δικό του που να' χει φθαρεί
Παρά μια της θάλασσας αλλαγή έχει υποστεί
Σε κάτι το αλλόκοτο κι ακριβό
Σειρήνες με την ώρα την καμπάνα πένθιμα χτυπούν
Να, τώρα δα ακούω της καμπάνας το ντινγκ-ντονγκ

 


μτφ. Χ. Οικονομίδου

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 12 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Copyright© 2009 ΔΥΟΔΕΚΑ Α.Ε.       Ανάπτυξη εφαρμογής verve VERVE Internet & Open Source Solutions  / Διεύθυνση project FairyNetwork