Οι ώρες στο γραφείο κάθονται στη πλάτη σου βαριές. Και ο ήλιος έξω τόσο λαμπερός, κάνει τα όνειρά σου διάφανα, όταν κοιτάς έξω από το παράθυρο, θαρρείς πως ο διπλανός σου διαβάζει τις λέξεις στο κεφάλι σου "έξω, βόλτα, γέλιο, φωνές". Καμιά φορά οι σκέψεις σου μπορεί να είναι τόσο φωναχτές ακόμα κι αν δεν ανοίγεις το στόμα σου. Και όσο κι αν προσπαθείς να πεις σοβαρές λέξεις, να κρατήσεις ρε παιδι μου μια αξιοπρεπή στάση,και να τιμήσεις το ακριβό σου κοστούμι που του ταιριάζουν αφ'υψηλου συμπεριφορές, οι σκέψεις γίνονται λέξεις και μπερδεύονται μέσα στα πόδια σου την ώρα που περπατάς για να παραδώσεις τους φακέλους. Και όταν σκοντάφτεις είναι γιατί κάποιος που πέρασε από δίπλα σου σκέφτηκε κάτι παρόμοιο.Το γραφείο μου δεν βλέπει ήλιο. Δεν βλέπει τίποτα παρά μόνο φωτογραφίες και εκτυπωμένες εικόνες από το ίντερνετ στον τοίχο, κιτρινισμένες από τα τσιγάρα χαμένες κάτω από τα ποστ ιτ. Από το παράθυρο ακούγονται φωνές και σούσουρο του δρόμου. Κοιτάζομαι με κάποιον και αναστενάζουμε. Έξω.
Ξημερώματα στο μπαλκόνι.
Έχουμε πάρει καφέ από τα Starbucks και ζεσταίνουμε τα παγωμένα δάχτυλα μας. Έχουμε τυλιχτεί με κουβέρτες και τεράστια κασκόλ και κοιτάμε τις απέναντι πολυκατοικίες. Η ορατότητα για ουρανό περιορισμένη- από κεραίες, μπουγάδες, πιάτα δορυφορικής και μπετόν.
Ξημερώνει και αχνοφαίνονται οι πρώτες ηλιαχτίδες ανάμεσα από τις οικοδομές. Τέσσερις μέρες βροχή. Σήμερα πρώτη φορά ήλιος. "Επιτέλους, κάτι που να θυμίζει άνοιξη" λέει η φίλη μου. "Είναι άνοιξη, απλά κάνει διαλείμματα" απαντάω και πίνω την τελευταία γουλιά καφέ. Από κάτω η Αλ. Σβώλου- έρχονται οι εφημερίδες.
Δυτικά, κάπου ανάμεσα στους Αμπελόκηπους και τον Εύοσμο.
Δύο πιτσιρίκια ανεβαίνουν την Φιλιππουπόλεως κουβαλώντας σακούλες με σπρέυ και σταματούν λίγο πιο πέρα από μένα. Σηκώνουν τα μανίκια τους και ξεκινούν δουλειά. Τα Χρώματα αρχίζουν να καλύπτουν τις γκρίζες γραμμές και γρήγορα εμφανίζεται το πρόσωπο μιας κοπέλας μεταξύ ισογείου και πρώτου ορόφου. Γραμμές και εικόνες στις εργατικές εστίες, ανάμεσα σε γάτες και σκουπίδια.
Σε λίγη ώρα μια ηλικιωμένη κυρία προβάλει στο μπαλκόνι και παρακολουθεί. Πού και που μπαίνει στην κουζίνα προσέχοντας να μη της καεί το φαγητό. Πάντα όμως επιστρέφει σκουπίζοντας τα χέρια της στην ποδιά. Σε κάποια στιγμή τους φωνάζει. Τα παιδιά σαστίζουν για λίγο, έτοιμα να αμυνθούν στις πρώτες βρισιές. Τότε εκείνη λέει «Ξανθιά να την κάνεις! Ταιριάζει με τις κίτρινες τέντες».
Μεσημέρι Κυριακής, Κήποι Του Πασά
Στα γρασίδια του πάρκου έχουν μαζευτεί παρέες που ξαπλώνουν πάνω σε πολύχρωμα στρώματα, και βγάζουν φαγητό, ραδιοφωνάκια και ρακέτες, μπάλες, ποδήλατα και σιντι απλωμένα. Οι περισσότεροι έχουν μισοκλείσει τα μάτια και χαμογελούν. Ζεστός καιρός και ήλιος. "Πάρκαρε μαζί μας" .
Αν είναι να υιοθετήσεις μια μόδα, τουλάχιστον να έχει μια ιδεολογία από πίσω της.
Ένας χοντρός κύριος ξαπλώνει στο χορτάρι παρέα με το σκύλο του. Μία κοπέλα ζωγραφίζει κάτω από ένα δέντρο και μια παρέα τραγουδά συνοδεία κιθάρων. Οι ποδηλάτες φεύγουν για βόλτες. Τα ζευγαράκια απομονώνονται πίσω από τους κορμούς των δέντρων. Στο ραδιόφωνο τραγούδια της δεκαετίας του 80. Και κάπως έτσι, εκείνη την ώρα μυρίζει άνοιξη. Και όταν μυρίζει άνοιξη οι άνθρωποι βγαίνουν από το κουκούλι τους.Από τα κάστρα και τα σπίτια με τα μικρά μπαλκόνια μέχρι την νέα παραλία και το Bungalow White.Από την Κρήνη μέχρι την πλατεία Αριστοτέλους. Έξω!