Δεν είναι δύσκολο να γραφτεί ένα άρθρο, ένα μεγάλο ρεπορτάζ ή έστω ένα αφιέρωμα στα πεπραγμένα του Ντόναλντ Τραμπ για τον έναν χρόνο του στην Προεδρία των ΗΠΑ: οι λαβές άπειρες, οι γκάφες πολλές, τα ρατσιστικά ξεσπάσματα και τα ατυχή περιστατικά γεμίζουν εδώ και μήνες το διαδίκτυο και ο ίδιος ο Αμερικανός Πρόεδρος δεν αφήνει το Twitter σε ησυχία.

 

Εύκολα συγκεντρώνεται υλικό για τον βίο και την πολιτεία του, εύκολα υπογράφει κανείς από το πιο πειστικό έως το πιο εξωφρενικό κείμενο που να έχει ως πρωταγωνιστή τον εκκεντρικό μεγιστάνα που βρέθηκε από τη μία στιγμή στην άλλη Πλανητάρχης. 

 

Ένα βιβλίο, όμως; Και μάλιστα ένα βιβλίο που φλερτάρει με την κλειδαρότρυπα του Λευκού Οίκου πώς και κυρίως ποιος μπορεί να το γράψει, χωρίς έστω και λίγο να χαρακτηριστεί λιβελλογράφος, κάποιος που πατάει στο θυμικό του αναγνώστη για να πουλήσει αντίτυπα;

 

Διότι η επιτυχία της πρώτης (μπορεί και της 100ής) έκδοσης να είναι δεδομένη, αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο συγγραφέας του "Φωτιά και Οργή" δεν έχει να αντιμετωπίσει τους δικούς του επαγγελματικούς δαίμονες. Ότι αρκεί το μούδιασμα του αναγνωστικού κοινού που διαβάζει τους χειρότερους τρόμους του να επιβεβαιώνονται για να χρίσει τον δημοσιογράφο σε αξιόπιστο λειτουργό της ιδιότητάς του και όχι σε κάποιον που επιχείρησε να επωφεληθεί από τα οφθαλμοφανή ελαττώματα του Τραμπ. 

 

Μπορεί κανείς να θυμηθεί την χολερική κριτική συναδέλφων του που συνηθίζουν να λένε ότι είναι ο άνθρωπος που μπορεί να γράψει τα πάντα, για το απολύτως... τίποτα. 

 

Ποιος είναι ο Μάικλ Γουλφ; Για την ακρίβεια ποιος ήταν πριν το όνομα του κάνει τον γύρο του πλανήτη, λόγω του βιβλίου που φέρνει στο φως όσα φοβούνταν οι Αμερικανοί και που δίνει φωνή στους ψιθύρους; Είναι τελικά κάποιος που μπορεί να υπερασπιστεί την επαγγελματική του αξιοπιστία όταν η "φωτιά" κοπάσει;

 

H επιτυχία της πρώτης (μπορεί και της 100ής) έκδοσης να είναι δεδομένη, αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο συγγραφέας του "Φωτιά και Οργή" δεν έχει να αντιμετωπίσει τους δικούς του επαγγελματικούς δαίμονες. Φωτο: Neil P. Mockford/Getty Images
H επιτυχία της πρώτης (μπορεί και της 100ής) έκδοσης να είναι δεδομένη, αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο συγγραφέας του "Φωτιά και Οργή" δεν έχει να αντιμετωπίσει τους δικούς του επαγγελματικούς δαίμονες. Φωτο: Neil P. Mockford/Getty Images

 

Γέννημα θρέμμα του Νιου Τζέρσι, γιος ενός έμπειρου διαφημιστή και μιας καλής ρεπόρτερ, ο Γουλφ σπούδασε στο Κολούμπια και στο Βασάρ, δύο από τα πιο σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα -ειδικά σε ό,τι αφορά τις σπουδές επικοινωνίας- για να εργαστεί, ξεκινώντας από τα χαμηλά, σε μερικά από τα σημαντικότερα ΜΜΕ των ΗΠΑ: από τους New York Times μέχρι το USA Today, το Hollywood Reporter και το GQ, ο Γουλφ έχει να παρουσιάσει μια εντυπωσιακή δημοσιογραφική διαδρομή. 

 

Ειδικεύεται σε πορτρέτα σημαντικών φυσιογνωμιών της πολιτικής και των media, έχει γράψει άλλα 7 βιβλία, έχει βραβευθεί δύο φορές με το Εθνικό Βραβείο Εντύπων και με άλλα δημοσιογραφικά βραβεία, είναι ο συγγραφέας της πιο πλήρους -μέχρι στιγμής- βιογραφίας του μεγιστάνα των media, Ρούπερτ Μέρντοχ. Έχει δημιουργήσει δικά του μικρότερα ενημερωτικά μέσα και εταιρείες διαχείρισης κρίσεων και εικόνας, γνωρίζει καλά τη στρατηγική της επικοινωνίας και τις αδυναμίες των προσώπων της αμερικανικής κεντρικής πολιτικής και mediaκής σκηνής. 

 

Μέχρι εδώ τα καλά της περίπτωσής του. Γιατί, αν κάποιος θέλει να προσάψει κάτι όχι στην αξιοπιστία, αλλά στη θεματολογία ή στις γνωριμίες του, μπορεί να θυμηθεί ότι από καιρού εις καιρόν ο Γουλφ έχει φιγουράρει στην περίφημη "σελίδα 6" της New York Post, εκεί που παρατίθενται όλο το gossip των ΗΠΑ.

 

Μπορεί επίσης να του καταλογίσει κανείς ότι δημιούργησε στενές επαφές με τους "πλούσιους και διάσημους" τη ζωή των οποίων παρουσίαζε μέσα από τη μόνιμη στήλη του στο περιοδικό "New York" και υπό τον τίτλο "This Media Life", όπως και το ότι δεν είναι καθόλου αγαπητός στους δημοσιογραφικούς κύκλους. 

 

Μπορεί επίσης να θυμηθεί την χολερική κριτική συναδέλφων του που συνηθίζουν να λένε ότι είναι ο άνθρωπος που μπορεί να γράψει τα πάντα, για το απολύτως... τίποτα. 

 

Μπορεί κάποιος να του καταλογίσει ότι δημιούργησε στενές επαφές με τους "πλούσιους και διάσημους" τη ζωή των οποίων παρουσίαζε μέσα από τη μόνιμη στήλη του στο περιοδικό "New York".
Μπορεί κάποιος να του καταλογίσει ότι δημιούργησε στενές επαφές με τους "πλούσιους και διάσημους" τη ζωή των οποίων παρουσίαζε μέσα από τη μόνιμη στήλη του στο περιοδικό "New York".

 

To 2004 και στο περιοδικό New Republic, η Michelle Cottle αποδομούσε με χάρη τον συνάδελφό της, περιγράφοντάς τον ως κάποιον με "φλογισμένη φαντασία" και "ασυνήθιστο στυλ αφήγησης" που "προτιμά να βάζει στο κέντρο της όποιας ιστορίας τον εαυτό του" κάτι "διόλου δημοσιογραφικό". Αυτή την άποψη φαίνεται να ασπάζονται ακόμη και συνάδελφοί του που έχουν όλη την καλή διάθεση να πιστέψουν τα όσα καταγράφει στο best seller του "Φωτιά και Οργή", αλλά αδυνατούν γνωρίζοντας ότι ο Γουλφ είναι κάποιος που ναι μεν έχει αυτιά ορθάνοιχτα σε όλο το παραπολιτικό παρασκήνιο και τα κουτσομπολιά της πολιτικής, όμως, όπως ανέφεραν και στα social media "αυτό δεν είναι ρεπορτάζ"... 

 

Φυσικά και για την ώρα όλα αυτά δεν απασχολούν τον Γουλφ. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι στον Λευκό Οίκο μπήκε με απολύτως διαφανείς διαδικασίες και με τη δηλωμένη πρόθεση για περίπου 1 χρόνο να αποκτήσει κάτι σαν... ημιμόνιμη θέση παρατηρητή στη Δυτική Πτέρυγά του. Λέει ότι το βιβλίο προέκυψε μετά από προσωπικές συνεντεύξεις τόσο με τον Αμερικανό Πρόεδρο, αλλά και μέσα από συνομιλίες με περίπου 200 ανθρώπους που εργάζονται σε θέσεις - κλειδιά του Λευκού Οίκου. 

 

Πέρα από τον σκεπτικισμό γύρω από το όνομα και τις πρακτικές του συγκεκριμένου δημοσιογράφου, το βιβλίο έχει δημιουργήσει θόρυβο και αναταραχή και τα γραφόμενα του έρχονται να ενισχύσουν περιστατικά όπως αυτό κατά το οποίο ο Τραμπ ξέχασε τους στίχους του αμερικανικού ύμνου. Το άμεσο μέλλον θα δείξει αν το βιβλίο του Γουλφ ήταν απλώς μιας εφήμερη ταραχή ή θα δημιουργήσει προηγούμενο για την πτώση της αυτοκρατορίας Τραμπ μέσα στον Λευκό Οίκο...

 

Με στοιχεία από Telegraph, USA Today, Politico