«Δέος», δηλαδή, φόβος και θαυμασμός. Ένα μεγάλο κομμάτι της τουρκικής κοινωνίας που σήμερα έδωσε στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τα κλειδιά, το ελεύθερο για σοβαρές συνταγματικές αλλαγές, αυτό νιώθει, με αυτό το αίσθημα βρέθηκε πάνω από την κάλπη, οι λόγοι εξηγούνται περίφημα εδώ. Το πραξικόπημα του περασμένου καλοκαιριού, με όλη τη βίαιη απεικόνιση, με την οποία τεχνηέντως διοχετεύθηκε στα media, ήταν υπερ-αρκετό για να ενισχύσει αυτό το αίσθημα, έναντι του επίσης μεγάλου τμήματος του τουρκικού κοινωνικού ιστού που τρέμει όσα έρχονται. Και είναι λογικό: φυλακισμένοι ακαδημαϊκοί, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, εξόριστοι συνάδελφοί τους επικαλούνται τη λογική, την τετραγωνισμένη σκέψη, τα απλά μαθηματικά. Ο φόβος -ανάμεικτος με έναν παράλογο σεβασμό και όχι μόνο των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων- υπερισχύει όλων αυτών. 

 

Δεν είναι απλώς ότι σήμερα οι Τούρκοι αποφάσισαν να αντικαταστήσουν την κοινοβουλευτική μορφή της ευάλωτης δημοκρατίας τους με μία πανίσχυρη προεδρική. Είναι ότι το δημοψήφισμα έλαβε χώρα στην πιο επικίνδυνη συγκυρία και για τη χώρα και για την Ευρώπη και για τις ΗΠΑ. Η Τουρκία από τον περασμένο Ιούλιο παραμένει σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, μετά και το πραξικόπημα - φιάσκο των 300 νεκρών, του αποδυναμωμένου της στρατού και των αποδεκατισμένων δημόσιων υπηρεσιών της και φυσικά των 100.000 φυλακισμένων ή κυνηγημένων επιφανών πολιτών της. Εδώ, ας σημειωθεί ότι οι παραλληλισμοί που γίνονται με χώρες της Ευρώπης που επίσης βρίσκονται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ωστόσο, προετοιμάζονται, ομοίως, για εκλογική αναμέτρηση (όπως, π.χ., η Γαλλία μετά τα απανωτά τρομοκρατικά χτυπήματα) είναι τουλάχιστον ατυχείς. Το τουρκικό παράδειγμα διαφέρει, κυρίως στη διαχείριση της κατάστασης από τον Ερντογάν, που αποτελεί διαχείριση εσωστρέφειας. 

Τι, όμως, πραγματικά θα συμβεί στη γείτονα μετά την επικράτηση του «ναι»; Τι αναμένεται να αλλάξει από απόψε κιόλας στο σώμα της χώρας και στις σχέσεις της με την Ευρώπη και το (όποιο) ευρωπαϊκό κομμάτι εντός της; Κατά τους υποστηρικτές του «ναι», αναμένεται σταθερότητα και επάρκεια σε μία κυβέρνηση ευάλωτη σε εμφύλιες διαμάχες, σε ίντριγκες αξιωματούχων, σε θεωρίες συνωμοσίας που, όπως, πέρσι την παρέλυσαν, καταστρέφοντας τον πιο ισχυρό θεσμό της, τον στρατό. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι από το 1920 και μετά, ούτε μία από τις 64 κυβερνήσεις που η μία διαδεχόταν την άλλη, δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν ηρεμία και σταθερότητα στην Τουρκία, την οποία και παρομοιάζουν σε ό,τι αφορά τις πολιτικές της παλινωδίες στην ίδια θέση με την Ιταλία. Κατά τους υποστηρικτές του «ναι», η πολιτική αξιοπιστία (και αξιοσύνη) του Ερντογάν κρίνεται ακριβώς και από την τόλμη του να επιχειρήσει κάτι τέτοιο, που επιπροσθέτως εγγυάται και αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της τρομοκρατίας. 

 

Οι θέσεις των επικριτών του δημοψηφίσματος γνωστές, με κορυφαία και θεσμικά ορθότερα απ' όλες διατυπωμένη, αυτή του Συμβουλίου της Ευρώπης, όπου γίνεται ξεκάθαρα λόγος "για επικίνδυνο βήμα οπισθοδρόμησης σε ό,τι αφορά τη συνταγματική δημοκρατική παράδοση της Τουρκίας" και για "επικίνδυνο εκφυλισμό του συστήματος διακυβέρνησης που αντιπροτείνεται και φαίνεται να ρέπει σε ένα αυταρχικό, προσωποκεντρικό καθεστώς"... Βάσει των μέχρι χθες δεδομένων, επικεφαλής της τουρκικής κυβέρνησης θεωρείτο ο Πρωθυπουργός, εκλεγμένος από το Κοινοβούλιο. Μέχρι χθες επίσης, ο Πρόεδρος της χώρας, είχε ορισμένο ρόλο, ως επικεφαλής του κράτους, όχι της διακυβέρνησης. Όμως, ήδη από το 2014, όταν Πρόεδρος εξελέγη ο Ερντογάν, είχε φροντίσει να κάνει σαφές ότι θα είναι ένα "διαφορετικό είδος Προέδρου" και να τι πρακτικά σημαίνει αυτό, μετά και το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος:

 

— Η εξουσία συγκεντρώνεται στα χέρια του Προέδρου της χώρας. Αν το δημοψήφισμα κλείσει με σαρωτικό "ναι" της πλειοψηφίας, το πρωθυπουργικό χαρτοφυλάκιο καταργείται αμέσως και μέχρι τις επόμενες εκλογές, που είναι προγραμματισμένες για το 2019. Επίσης, συνταγματικά καταργείται το Συμβούλιο Υπουργών της Τουρκικής Κυβέρνησης και όλες οι εκτελεστικές και διαχειριστικές εξουσίες μεταφέρονται στον Πρόεδρο. 

 

— Μέχρι χθες, ο Πρόεδρος της χώρας υποχρεούτο να είναι ανεξάρτητος και υπερκομματικός. Πλέον, αυτός ο περιορισμός δεν ισχύει. Αυτό σημαίνει ότι ο Ερντογάν μπορεί να επαναπροσχωρήσει -με όλες τις τιμές και τις εξουσίες- στο κόμμα που ο ίδιος δημιούργησε, το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP). Αυτή η ελευθερία του δίνει τη δυνατότητα να αυξήσει την επιρροή του στο Κοινοβούλιο. Συνεκδοχικά, το Συμβούλιο των Υπουργών του δεν χρειάζεται πλέον να είναι και μέλη του Κοινοβουλίου, ενώ το τελευταίο δεν θα μπορεί να ασκήσει καμία εξουσία στους υπουργούς. Αυτοί θα λογοδοτούν απευθείας στον Πρόεδρο. 

 

— Ομοίως, καταργούνται τα Στρατιωτικά Δικαστήρια και οι εξουσίες τους μεταφέρονται απευθείας στον Πρόεδρο. 

 

Μετά το δημοψήφισμα, ο Ερντογάν μπορεί να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού κατά πώς επιθυμεί: αυτό σημαίνει ότι μπορεί να παραμείνει στο πόστο του έως το 2029, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου.
Μετά το δημοψήφισμα, ο Ερντογάν μπορεί να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού κατά πώς επιθυμεί: αυτό σημαίνει ότι μπορεί να παραμείνει στο πόστο του έως το 2029, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου.

 

Και τι αλλάζει, με το "ναι" για τον ίδιο τον Ερντογάν;

Μέχρι χθες, ο Τούρκος πολιτικός είχε το δικαίωμα να διεκδικήσει μία δεύτερη ευκαιρία στην Προεδρία το 2019 και για άλλα 5 χρόνια. Μετά το δημοψήφισμα, ο Ερντογάν μπορεί να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού κατά πώς επιθυμεί: αυτό σημαίνει ότι καταργεί το όριο και μπορεί να παραμείνει στο συγκεκριμένο πόστο έως το 2029, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου. Κι αν αυτό φαίνεται μεγάλο χρονικό διάστημα, όσοι υποστήριζαν εξ αρχής το "όχι", επιμένουν ότι ο Ερντογάν μπορεί να φέρει τα πράγματα ακόμη περισσότερο στα μέτρα του και να μείνει στην εξουσία για ακόμη περισσότερα χρόνια (σ.σ.: αρκετοί αναλυτές φοβούνται ακόμη και νόμους περί κληρονομικότητας σε θέσεις ισχύος, αλλά όπως επισημαίνεται από τουρκικές εφημερίδες είναι ακόμη νωρίς για τόσο σκοτεινές προβλέψεις). 

 

Υπάρχει κάτι παρήγορο μέσα σε όλον αυτόν τον ζόφο; Σύμφωνα με Τούρκους πολιτικούς αναλυτές και συνταγματολόγους, οι περισσότερες από τις συνταγματικές αλλαγές που εκπορεύονται από το "ναι", δεν πρόκειται να έχουν υλοποιηθεί πριν από τις εκλογές του 2019. Εκτός από δύο: η μία αφορά την επαναδραστηριοποίηση του Ερντογάν στο κόμμα του, με ό,τι εξουσίες πηγάζουν από αυτήν και κυρίως με τη δυνατότητα να "ανεβοκατεβάζει" ανθρώπους της σφαίρας επιρροής του στο δικαστικό σώμα, αλλά και στις δημόσιες υπηρεσίες της χώρας. Η άλλη αφορά στον τρόπο του να φέρνει το τέλος τον νόμο στα μέτρα του. Όπως, έχει δηλώσει περήφανα δεν είναι ο πολιτικός των κλισέ, δεν υπήρξε συνηθισμένος πρωθυπουργός και σίγουρα δεν ήταν ένας αναμενόμενος Πρόεδρος. Φαντάζει, λοιπόν, απολύτως λογικό το να μη συμμορφωθεί με κανενός είδους πρωτόκολλο, μετά από μία νύχτα θριάμβου -και απόλυτου τρόμου- σαν την αποψινή.