Για την ακρίβεια είναι οργισμένες. Κι αυτός ο θυμός είναι δικαιολογημένος. Είναι ένας θυμός που κατάπιναν εδώ και χρόνια. Όμως η οργή γένους θηλυκού φαίνεται ότι έχει ξεκινήσει να εκτονώνεται ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα αποτιναχθούν τα στερεότυπα στα οποία θύματα συχνά φαίνεται ότι πέφτουν και οι ίδιοι οι άνδρες.

 

Μαθαίνουμε από παιδιά ότι o γυναικείος θυμός είναι αφύσικος ή καταστροφικός. Οι εκρήξεις θυμού είναι πολύ πιο αποδεκτές στα αγόρια απ' ότι στα κορίτσια. Οι γυναίκες αργότερα στη ζωή τους όταν αναφέρονται σε «επεισόδια θυμού» συχνά αισθάνονται ντροπή κι αμηχανία.

 

Όταν θυμώνουν γίνονται «σκύλες», «παρανοϊκές», «υστερικές» και «τρελές» ενώ οι εκρήξεις θυμού ενός άνδρα δείχνουν δύναμη και επιβολή. Μια θυμωμένη γυναίκα κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν άβολα ενώ μια θλιβερή, παθητική γυναίκα προκαλεί ευκολότερα τη συμπάθεια. Εξυπακούεται ότι η απελευθέρωση και η αποκωδικοποίηση του θηλυκού θυμού θα πάρει καιρό.

 

 

Όταν θυμώνουν γίνονται «σκύλες», «παρανοϊκές», «υστερικές» και «τρελές» ενώ οι εκρήξεις θυμού ενός άνδρα δείχνουν δύναμη και επιβολή. Μια θυμωμένη γυναίκα κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν άβολα ενώ μια θλιβερή, παθητική γυναίκα προκαλεί ευκολότερα τη συμπάθεια.

  

Καθένας μπορεί να θυμώσει, αυτό είναι εύκολο. Το να θυμώσεις όμως με τον σωστό άνθρωπο, στον σωστό βαθμό, για τον σωστό λόγο, τη σωστή στιγμή και με τον σωστό τρόπο δεν είναι και τόσο εύκολο, είχε πει – πολύ σοφά – κάποτε ο Αριστοτέλης.

 

Μήπως τώρα είναι η ώρα; Πέντε δυναμικές και θυμωμένες γυναίκες μας μίλησαν για όλα αυτά που τις εξοργίζουν μέσα στον κόσμο των ανδρών.

 

Αυτό δεν είναι ένα παραλήρημα

Της Γεωργίας Καλαφάτη

 

Και ανίδεος να είναι κανείς, θα έχει παρατηρήσει πως ο κόσμος της τέχνης το τελευταίο διάστημα έχει κατακλυστεί από μειονότητες. LGBTQ+, άφρο και φεμινισμός πρωταγωνιστούν επιτέλους σε εικαστικά, μουσική, κινηματογράφο. Αυτή η ξαφνική ευαισθητοποίηση, αν και θα έπρεπε να με χαροποιεί πολύ, κατά βάθος με αγχώνει.

 

Φοβάμαι πως κι αυτό είναι μια νέα μαρκετίστικη μόδα που θα περάσει σύντομα, σαν ένα ακόμη trend. Οι παχουλές είναι οι νέες skinny, οι βιολογικές τροφές είναι το νέο Rolex. Όχι απαραίτητα γιατί έχουμε εξελιχθεί μα επειδή οι αγορές εκμεταλλεύονται εμπορικά στο έπακρον όποια νέα ιδέα αποκτά ρεύμα στους εναλλακτικούς τρόπους σκέψης.

 

Μπορεί φαινομενικά οι μειονότητες να κερδίζουν πολύτιμο έδαφος, όμως πραγματικός νικητής παραμένει ο ύστερος καπιταλισμός, απόγονος του φόβου και της πατριαρχίας.

 

Το περιθώριο έχει μετατραπεί σε φάμπρικα-αιδοίο που πετά ασταμάτητα ιδέες-φούσκες για branding σε ντιζαϊνάτα διαφημιστικά γραφεία. Ο φεμινισμός μοσχοπουλιέται στα t-shirts του H&M μόνο 9,90.


Αυτό δεν είναι ένα παραλήρημα οργανωμένης κομμουνίστριας. Πιστέψτε με, συμπαθώ αρκετά, σε κάποια σημεία του, τον καπιταλισμό. Κατανοώ, έστω, πως ο καπιταλισμός ήταν αναπόφευκτο κομμάτι της ανθρώπινης εξέλιξης. Μη σου πω και η πατριαρχία. Κατανοώ πώς ένα φοβισμένο ζωάκι στη ζούγκλα μετατρέπεται αργά και σταδιακά σε αχόρταγο φαλλοκρατικό θηρίο.

 

Είναι ένστικτο επιβίωσης το να θες να γίνεις ο αρχηγός της αγέλης. Αλλά οι αιώνες πέρασαν, εντιμότατοι κύριοι. Έχετε στέγη, σουβλάκια, ουμάμι, touch screen. Σοβαρό μεγεθυντή πέους δεν έχετε ακόμη, αλλά μη σκάτε. Και δέκα μέτρα να σας γινόταν, πάλι δεν θα σας έφτανε, αν ο διπλανός σας τον είχε έντεκα.

 

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη νύχτα που έτρεχα μες στο σκοτάδι να ξεφύγω απ' τα χέρια γνωστού στελέχους πολυεθνικής δισκογραφικής εταιρείας, ο οποίος, ντοπαρισμένος, φώναζε από μακριά «μωρή, πουτάνα, άλλες θα παρακάλαγαν να είναι στη θέση σου».

 

Κι ακούστε τώρα το φανταστικό: έχετε όλα τα εργαλεία για να αποκτήσετε από νεαρή ηλικία κριτική σκέψη και να μην επαναλαμβάνετε τις μπαρούφες των προγόνων σας. Έχετε τη δυνατότητα, πολλές φορές και δωρεάν από τον δήμο σας, να πάτε σε ψυχολόγο, βρε αδερφέ! Πραγματικά, αν ανήκετε στα λευκά ενήλικα αρσενικά, δεν έχετε καμία δικαιολογία.


Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη νύχτα που έτρεχα μες στο σκοτάδι να ξεφύγω απ' τα χέρια γνωστού στελέχους πολυεθνικής δισκογραφικής εταιρείας, ο οποίος, ντοπαρισμένος, φώναζε από μακριά «μωρή, πουτάνα, άλλες θα παρακάλαγαν να είναι στη θέση σου».


Γιατί, ως γνωστόν, γυναίκα τραγουδίστρια, αν δεν τον φάει, καριέρα δεν κάνει. Ούτε τον συμμαθητή μου ξεχνάω που έβαζε όλη την τάξη να παριστάνει ότι ξυρίζεται με το που έμπαινα στην τάξη κάθε μέρα για τέσσερα χρόνια, επειδή, λόγω ορμονικού προβλήματος, είχα πολλή τριχοφυΐα.

 

Γιατί, βεβαίως, η γυναίκα αποκλειστικά πρέπει να είναι λεία και απαλή, ένα μπιζουδάκι που ζουζουνίζοντας χασκογελά, ενώ από το πράμα της πετιούνται αχνιστά cupcakes, για να είναι αντάξια διείσδυσης και κοινωνικά αποδεκτή. Αλλιώς είναι η «φλόμπα», το «μπάζο», η «γκατζόλα».

 

Δεν θα ξεχάσω που στα 19 μου άκουσα γνωστό ροκ μουσικό να μου λέει «Γιωργίτσα μου, οι τραγουδίστριες πρέπει να είναι ή πάρα πολύ αδύνατες ή big mamas, ενδιάμεσο δεν υπάρχει, δεκαπέντε κιλά να χάσεις». Δεν ξεχνώ πόσες φορές με έχουν καλέσει να συμμετάσχω σε φεστιβάλ και συζητήσεις μόνο και μόνο για «να υπάρχει και μία γυναίκα». Ή όταν σπούδαζα αγιογραφία, που με προειδοποιούσαν όλοι πως γυναίκα δεν μπορεί ποτέ να γίνει μεγάλη αγιογράφος, γιατί λόγω φύλου και περιόδου δεν επιτρέπεται να ζωγραφίζει εντός του ιερού.

 

Μα, πιο πολύ απ' όλα, θυμώνω με το εξής: είμαι 35 χρονών κι ακόμη δεν έχω ξεκάθαρη απάντηση για το αν τελικά θέλω όντως να κάνω παιδί. Γιατί μου έχει γίνει τέτοια πλύση εγκεφάλου από μικρό παιδί για το δεδομένο της μητρότητας, νιώθω τόσο άχρηστη ώρες-ώρες που δεν έχω γίνει μάνα, που δεν μου έχει μείνει ούτε μια στάλα χώρος για το ενδεχόμενο να ζήσω τη ζωή μου ευτυχισμένη χωρίς παιδιά.


Δεν ζούμε ακόμη το αυτονόητο. Πως ανεξαρτήτως φύλου, φυλής, εμφάνισης, ηλικίας, σεξουαλικών προτιμήσεων κ.λπ. κάθε άνθρωπος, αν δεν βλάπτει τον διπλανό του, έχει δικαίωμα να ζει και να εκφράζεται όπως θέλει, να είναι ο εαυτός του και να έχει ίσα δικαιώματα με τον συνάνθρωπό του.

 
Βλέποντας πρόσφατα στο YouΤube ένα βίντεο της αμφιλεγόμενης mc ονόματι Cupcakke, αναρωτήθηκα πόσοι viewers, αφού ξεπεράσουν το αρχικό σοκ, θα συνειδητοποιήσουν πόσοι και πόσοι άντρες mcs εδώ και δεκαετίες κάνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Ημίγυμνοι, με γραφικές κινήσεις και προβοκατόρικους στίχους, εξιστορούν με λεπτομέρεια και χυδαιότητα τα ερωτικά τους κατορθώματα επάνω στα οπίσθια των bitches. Ξαφνικά, ένα κορίτσι κάνει το ίδιο πράγμα και η πράξη μετατρέπεται αυτόματα σε trashy. Σαφώς και υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά.


Υπάρχει μια άτυπη απαγόρευση της ελευθερίας του λόγου για τις γυναίκες. Δεν αρκεί το γεγονός ότι πληρωνόμαστε λιγότερο. Μια γυναίκα πρέπει να σκεφτεί τριπλά πριν μιλήσει π.χ. για τον αριθμό των εραστών της, τον αυνανισμό, πολλές φορές και για τα όνειρά της.

 

Πιστεύω πως αν ένα κορίτσι δηλώσει, για παράδειγμα, «θέλω να μετακομίσω μόνη μου στο Βερολίνο», «θέλω να αφιερωθώ στην καριέρα μου», «θέλω φέτος το καλοκαίρι να το κάνω ασύστολα», θα δεχτεί απίστευτη κριτική, ενώ για έναν άντρα θα ήταν φυσιολογικότατες ατάκες.


Γενικά, έχουμε την τάση να τα κατατάσσουμε όλα σε κουτάκια. Άντρας και κομμωτής ίσον αδερφή, οι χοντροί είναι αστείοι κ.λπ. Ο φεμινιστικός αγώνας είναι άλλος ένας αγώνας ενάντια στα κουτάκια, άλλος ένας μεγάλος αγώνας προς την ελευθερία, και η ελευθερία δεν είναι μόνο πολιτική έννοια.

 

Είναι βαθιά ψυχική ανάγκη να μπορεί ο άνθρωπος να είναι ο εαυτός του και να γίνεται αποδεκτός χωρίς να χρειάζεται να καμουφλαριστεί για να είναι αρεστός. Αλλιώς γεμίζει κόμπλεξ, ανασφάλειες, φοβίες και αυτολύπηση.

 

Δεν έχουμε άλλο χρόνο για τέτοια, η ζωή είναι ωραία και θα τη χαρούμε, ελεύθερα, κι ας μη μας εγκρίνετε.

 

Διατάραξη κοινής ησυχίας

Της Ρίκας Βαγιάννη

 

Ήσυχο καλοκαιρινό βράδυ στην Ξενοκράτους, τέλος του προηγούμενου αιώνα. Το φαρδύ πεζοδρόμιο απέναντι, που οδηγεί στο περίπτερο, προέκταση του σπιτιού μου.

 

Με τις πιτζάμες για γάλα, για τσιγάρα, για μπίρες, για μια γρήγορη τον σκύλο. Η μαγαζατόρισσα δικός μας άνθρωπος, φαμίλια. Πάνω που παίρνω τα ρέστα, ακούγονται τα ουρλιαχτά.

 

«Mε σκοτώνεις, βοήθεια, βοήθεια, βοήθειααααααα». Koπανητά στα έπιπλα, υπόκωφοι θόρυβοι, τα ουρλιαχτά άναρθρα πια «αααααααα». «Τη δέρνει», μου εξηγούν από το περίπτερο, «συνέχεια αυτό γίνεται, λείπει για μέρες και ξαφνικά έρχεται και τη δέρνει».

 

Aστυνομία τώρα, αποφασίζουμε. Καλούμε, απαντούν και βάζουν τις φωνές από το μπαλκόνι να «την αφήσει ήσυχη, γιατί έρχονται να τον δέσουν». Οι φωνές υποχωρούν σε κλάμα που εξασθενεί, σαν από εξαντλημένο ζωάκι.

 

Έρχονται. Στο Κολωνάκι η Αστυνομία έρχεται γρήγορα. Τους εξηγούμε. Ανεβαίνουν. Ένας μένει κάτω και μας συμβουλεύει να γυρίσουμε στις δουλειές μας.

 

«Θα τη σκοτώσει, τον ακούσαμε, την απειλούσε καθώς τη βάραγε». «Eσείς οι γυναίκες είστε υπερβολικές» μας μαλώνει πατρικά και θέλω ΤΩΡΑ να του δαγκώσω το λαρύγγι. Αλλά δεν το δαγκώνω, γιατί εν τω μεταξύ κατεβαίνουν οι άλλοι δύο της αστυνομίας από το σπίτι, «έγιναν συστάσεις» μας εξηγούν ικανοποιημένοι, «ότι κάνουν φασαρία και ενοχλούν».

 

«Μα, η κοπέλα φώναζε βοήθεια ότι τη σκοτώνουν, δεν πρόκειται για φασαρία». «Γυναίκες. Υπερβολικές, όπως πάντα». Έφυγαν. Αισθανόμουν τον θυμό μου καυτό, κατάλαβα τι πάει να πει «βρασμός ψυχής» που λένε στα δικαστήρια, στ' αλήθεια έβραζε το είναι μου από μέσα από το κρέας μου.

 

Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, φευγάτη πια από τη γειτονιά, σταμάτησα στο περίπτερο. «Θυμάσαι εκείνη τη νύχτα;» με ρώτησε η παλιά φιλενάδα ανάμεσα σε τσίχλες, πουράκια και αξεσουάρ ηλεκτρονικών τσιγάρων, ιδέα ασύλληπτη στα τέλη του προηγούμενου αιώνα.

 

Η Ξενοκράτους είχε αλλάξει, οι άνθρωποι ήταν άλλοι και μόνο ο θυμός μου, εκείνο το πικρό καυτό φλέμα οργής που μου κόμπιαζε τον λαιμό, ξεχείλισε πάλι και μ' έπνιξε, ίδιο σαν εκείνη τη νύχτα. Γυναικείες υπερβολές, βλέπετε.

 

Οι άντρες νέας κοπής δεν είναι ούτε πιο προοδευτικοί αλλά ούτε και πιο απελευθερωμένοι

Της Σελάνας Βροντή

 

Πρo καιρoύ είχα γράψει στο Facebook την εξής φράση: «Κάποια στιγμή θέλω να γράψω ένα βιβλίο με θέμα τη ζωή μιας single mom στην Ελλάδα». Υπήρξαν πολλοί, ειδικά φίλοι από το εξωτερικό, που με παρότρυναν να το κάνω, ορισμένοι, μάλιστα, μου πρότειναν να το μετατρέψω σε σενάριο.

 

Ωστόσο, το νόημα της δημοσίευσης δεν ήταν να εκφράσω κάποιου είδους συγγραφική φιλοδοξία αλλά μια δημοσιογραφική ανάγκη να φέρω στο φως τη δύσκολη καθημερινότητα μιας ελληνικής μονογονεϊκής οικογένειας και, φυσικά, το πώς μπορεί να νιώθει σήμερα μια εργαζόμενη μητέρα, μόνη με δύο ανήλικα τέκνα, όπως είμαι εγώ.

 

Είναι ζόρι να μεγαλώνεις παιδιά, οποιαδήποτε εποχή. Αυτό δεν χωράει αμφιβολία. Όμως την εποχή μας τα προβλήματα είναι ασύμμετρα και πιο «ύπουλα»: έχουν πέσει οι μισθοί, υπάρχει μεγάλη ανεργία, έχουν καταργηθεί ή μειωθεί δραματικά τα κοινωνικά επιδόματα, έχει αυξηθεί η ανασφάλεια και το άγχος, επικρατεί ο φόβος.


Πέρα από την οικονομική στενοχώρια, ένας μόνος γονιός, μια γυναίκα στη συγκεκριμένη περίπτωση, σηκώνει ένα ψυχολογικό φορτίο τόσο βαρύ, που καμιά φορά κάνει τα γόνατά της να λυγίζουν.

 

Τότε είναι σαν να ακούω από το βάθος (του κεφαλιού μου) τη φωνή ενός φανταστικού Χρήστου Ιακώβου που μου φωνάζει «Κάτσε κάτω από την μπάρα!» κι εγώ στέκομαι, κι ας τρέμω ολόκληρη. Μερικές φορές όμως δεν τα καταφέρνω και «πέφτω».

 

Στην Ελλάδα της κρίσης, δυστυχώς, δεν υπάρχει ουσιαστική μέριμνα για τις ανύπαντρες μητέρες ή τις διαζευγμένες. Αν, λοιπόν, δεν σου δίνει διατροφή ο πρώην (αν υποθέσουμε ότι υπάρχει), δεν είσαι ευκατάστατη, δεν έχεις δουλειά, ή αν έχεις και τα εισοδήματά σου δεν επαρκούν, δεν έχεις ακίνητη περιουσία, δεν φτάνει η σύνταξη της μαμάς, τότε την έχεις βαμμένη.

 

Στην ελληνική κοινωνία έχει επικρατήσει η έκφραση «ηρωίδα μάνα», γιατί με αυτήν αναγνωρίζονται οι κόποι αυτού του μέλους της οικογένειας. Και μένα με έχουν αποκαλέσει έτσι πολλές φορές, αλλά συνειδητοποίησα ότι δεν με τιμά αυτός ο όρος και θα εξηγήσω το γιατί.

 

Στη Σουηδία μια χωρισμένη δεν αγχώνεται με το θέμα της διατροφής: ο άντρας την πληρώνει στο κράτος κι εκείνο με τη σειρά του τη δίνει σε κείνη. Εδώ όμως είναι συνηθισμένο φαινόμενο ο πατέρας να μην πληρώνει τίποτα ή να δίνει πολύ λιγότερα χρήματα απ' όσα έχουν οριστεί για τις ανάγκες των παιδιών.

 

Πολλές μητέρες καταφεύγουν στη Δικαιοσύνη. Άλλες όμως δεν το κάνουν για ψυχολογικούς και οικονομικούς λόγους ή γιατί θεωρούν ότι είναι ένας χαμένος αγώνας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα πολλές να αναγκάζονται να κάνουν αρκετές θυσίες, που ξεκινούν από την απώλεια του ελεύθερου χρόνου τους μέχρι την αδυναμία να διεκδικήσουν μια καλύτερη καριέρα.

 

Με λυπεί και με θυμώνει αυτή η κατάσταση γιατί ανήκω σε μια γενιά που υποτίθεται ότι έχει απολαύσει τα προνόμια του φεμινισμού, που θεωρεί αυτονόητη την ισότητα. Αλλά φαίνεται ότι αυτό δεν ισχύει στην πραγματικότητα.

 

Αυτό που δεν καταλαβαίνουν πολλοί είναι ότι η σύγχρονη γυναίκα έχει αναλάβει την ανατροφή των παιδιών και τη διαχείριση του σπιτιού, που είναι μια μη αμειβόμενη εργασία, πολύ απαιτητική. Ο χρόνος που απαιτείται γι'αυτό της στερεί τη δυνατότητα να πιάσει και δεύτερη, αν υποθέσουμε ότι έχει πρώτη δουλειά.


Αυτή είναι μια «ηρωίδα» ή απλώς ένα «κορόιδο»; Ο οικογενειακός ψυχαναλυτής Κώστας Κοτζαμάνης μου είχε πει πρόσφατα σε μια κουβέντα που είχαμε: «Σήμερα η εργαζόμενη μητέρα είναι ο χειρότερος σκλάβος, εγώ δεν μπορώ να διανοηθώ αυτή την κατάσταση! Η γυναίκα αυτή αισθάνεται αδικημένη και προδομένη, είναι ματαιωμένες οι προσδοκίες της. Αντί οι σπουδές και η εργασία να της εξασφαλίσουν κάποια προνόμια, απλώς οδηγούν στη συσσώρευση των δικών της υποχρεώσεων».

 

Απ' όλα όσα έζησα μέσα από τον δικό μου γάμο και χωρισμό, καταλαβαίνω ότι η πατριαρχία καλά κρατεί. Το πρόβλημα με τη σημερινή φαλλοκρατία, όμως, είναι ότι καλύπτεται από έναν αόρατο μανδύα, δεν είναι φανερή. Περίμενα ότι οι άντρες νέας κοπής θα ήταν πιο προοδευτικοί και απελευθερωμένοι από κοινωνικά στερεότυπα.

 

Ως Ελληνίδα μητέρα, λοιπόν, δεν θέλω να με λυπούνται ούτε να με θαυμάζουν για τις «υπερ-ηρωικές» μου δυνάμεις. Επιθυμώ υποστήριξη από το ελληνικό κράτος. Δικαιοσύνη και ισότητα.

 

Επίσης, θα μου άρεσε ο υπόλοιπος κόσμος να μην κάνει τα στραβά μάτια μπροστά σε αυτό το φαινόμενο. Δεν είναι σωστό ούτε για τη γυναίκα αλλά κυρίως για τα παιδιά, γιατί, σύμφωνα με ψυχολόγους, τα παιδιά βιώνουν την αδικία αυτή ως κάτι το φυσιολογικό, την οποία, μεγαλώνοντας, συνήθως αναπαράγουν.

 

Αν στο σπίτι υπάρχει μπαμπούλας, θα πρέπει να τον ξεφορτωθείς

Της Στέργιας Κάββαλου

 

Θυμάμαι να παίζω μπαλόνια με μια φίλη στο δωμάτιό της. Να προσπαθούμε να μην πέσει κάτω το μπαλόνι. Φαίνεται ότι κάτι καταφέρναμε γιατί η ώρα είχε περάσει, η φίλη μου ήταν καλεσμένη για μεσημεριανό κυριακάτικο φαγητό σε μια θεία της πιο κάτω κι εμείς συνεχίζαμε να μετράμε λεπτά και σκορ.

 

Μέχρι που μπήκε ο μπαμπάς της και αφού της φώναξε που όλοι εκείνη περίμεναν για να πάνε επιτέλους στο τραπέζι, την έδειρε. Όχι πολύ, όχι δυνατά, όμως την έδειρε.

 

Η μαμά της αρκέστηκε στο να της δώσει το σωστό για την περίσταση μπουφάν, δικαιολογώντας τον πατέρα, ότι πραγματικά πεινούσε. Εγώ πάλι αποφάσισα να μην ξαναπάω σε κείνο το σπίτι γιατί αρκετούς φόβους είχα στο δικό μου και δεν χρειαζόμουν περισσότερους.

 

Κάθε φορά που παίρναμε βαθμούς, για παράδειγμα, ετοίμαζα μια βαλίτσα, άλλοτε νοητή άλλοτε την κόκκινη, τη μικρή, με τα δικά μου παιδικά απαραίτητα, έτοιμη να αποχαιρετίσω το δωμάτιό μου για κάποιο άγνωστο παγκάκι.

 

Ο λόγος ήταν ο φόβος για το μάλωμα εξαιτίας της κακής βαθμολογίας στα μαθηματικά, στα οποία δεν ήμουν ποτέ καλή και ούτε θα γινόμουν, κάτι που έκανε τον μπαμπά να μην είναι ούτε εκείνος καλός.

 

Αφού πέρναγε το δύσκολο, με υποσχέσεις για διάβασμα και τη συνδρομή της μαμάς-δικαιολογίας, και άδειαζα τις βαλίτσες, θύμωνα πάρα πολύ μαζί του που με είχε κάνει να αισθάνομαι χάλια για τον εαυτό μου, λoύζερ για κάτι τόσο ασήμαντο.

 

Αργότερα του θύμωνα που άφηνε τον αδερφό μου να πάει μόνος του διακοπές από το γυμνάσιο, ενώ εγώ πήγα πρώτη φορά με φίλους το καλοκαίρι της Γ' Λυκείου.

 

Όμως ο θυμός του σπιτιού πάει και σχολείο, όπου οι καθηγητές ήξεραν ποια αγοράκια του λυκείου ‒έλα, μωρέ, αγόρια είναι‒ είχαν γεμίσει τους τοίχους φασιστικά συνθήματα, σβάστικες και τον πίνακα ανακοινώσεων με τεύχη της εφημερίδας «Στόχος», αλλά εγώ έφαγα την αποβολή όταν απάντησα στα αίσχη τους.

 
Ο θυμός κάποτε προσπαθεί να πιάσει και δουλειά. Πας για interview υποψιασμένη κάπως από το τηλέφωνο ότι ο τύπος κάτι έπαθε με τη φωνή σου, για να τον δεις να σε περιμένει με μαστίγιο και δερμάτινο παντελόνι στο γραφείο κινηματογραφικής εταιρείας που κάνει παιδικά!

 

Και να έχεις και από πάνω τον μπαμπά σου να σε κατηγορεί που δεν πήρες ούτε αυτήν τη θέση. Γιατί πού να του πεις πώς και τι. Ντρέπεσαι και θέλεις να το ξεχάσεις. Νιώθεις ένοχη, φοβάσαι, θυμώνεις μόνη σου και τελικά υποχωρείς.

 

Δεν ξέρω πώς θα σπάσει η αλυσίδα. Μάλλον θα σπάσει στον πρώτο σου πυρήνα. Αν στο σπίτι υπάρχει μπαμπούλας, θα πρέπει να τον ξεφορτωθείς ή να τον μεταμορφώσεις σε κάτι πιο ήπιο και γλυκό με τη σκέψη πως αν φοβάσαι τον πατέρα, το πρώτο σου αντρικό πρότυπο, τον άνθρωπο που σε έφερε, τέλος πάντων, στον κόσμο, θα φοβάσαι για πάντα την ίδια τη ζωή, που νομοτελειακός της στόχος είναι να σε κάνει αυθύπαρκτο. Είτε είσαι άρρεν είτε θήλυ είτε ό,τι ορίζεις εσύ.

 

«Ο κύρης του σπιτιού» ή η «Μέρα μιας Μαίρης»

Της Σμαράγδας Αλεξανδρή

 

Όταν ξεκινάω μια συζήτηση περί ισότητας των φύλων με κάποιο άτομο που θεωρεί πως «έλα μωρέ, στο 2018 ζούμε, άντρες και γυναίκες έχουν ίσα δικαιώματα, τι χρειάζεται φεμινισμός;», φροντίζω αρχικά να υπενθυμίσω πως ο «ανεπτυγμένος» δυτικός κόσμος, στον οποίο, σε νομικό πλαίσιο τουλάχιστον, έχουν όντως γίνει κάποια βήματα προς την ισότητα ύστερα από συνεχείς μάχες, είναι μόνο ένα μικρό κομμάτι του κόσμου και καλό θα ήταν αυτό να μας αφορά.

 

Ύστερα, για να πάμε λίγο στα δικά μας, του βάζω να ακούσει το ιδιοφυές τραγούδι «Ο κύρης του σπιτιού» από τα Ημισκούμπρια και καπάκι τη «Μέρα μιας Μαίρης» της Αφροδίτης Μάνου.

 

Η αλήθεια είναι πως, ευτυχώς, αυτά τα τραγούδια απέχουν αρκετά πλέον από τη σημερινή πραγματικότητα και τη νοοτροπία της νέας γενιάς, αλλά είναι καλός τρόπος να βοηθήσεις κάποιον που δεν έχει τις προσλαμβάνουσες να μπει εύκολα στο κόνσεπτ.

 

Το ότι έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μέχρι η ζυγαριά να ισορροπήσει για τους άντρες και τις γυναίκες είναι ξεκάθαρο, αν ρίξει κανείς μια ματιά γύρω του. Τα Χριστούγεννα, για παράδειγμα, πήγα να πάρω δώρα στ' ανίψια μου από ένα μαγαζί με παιχνίδια. Τα παιχνίδια, χωρισμένα σε κοριτσίστικα και αγορίστικα. Ένας ροζ κι ένας μπλε διάδρομος.

 

Ο ροζ διάδρομος έχει μικρές κουζίνες, ταμειακές μηχανές, κουζινικά σκεύη, καροτσάκια σούπερ-μάρκετ, κούκλες, νεράιδες, φορέματα και παραμύθια που μιλάνε για την πριγκίπισσα και τον πρίγκιπα, ενώ ο μπλε διάδρομος έχει μηχανές, αυτοκίνητα, εργαλεία, όπλα, υπερήρωες και παραμύθια που μιλάνε για σούπερ περιπέτειες. Τι θα γινόταν, άραγε, αν τα παιχνίδια δεν ήταν χωρισμένα σε ροζ και μπλε διαδρόμους; Θα μας έβρισκε κάποιο κακό;

 

«Μα, ρε Σμαράγδα, είσαι υπερβολική. Αφού είναι διαφορετικά τα αγοράκια από τα τα κοριτσάκια από τη φύση τους. Αν πάω τον γιο μου σε μαγαζί με παιχνίδια, από μόνος του διαλέγει να πάει στα αυτοκινητάκια και τις μηχανές και η κόρη μου από μόνη της πηγαίνει στις κούκλες».

 

Μα, προφανώς. Αφού η «εκπαίδευση» αρχίζει από την κούνια. Ένα κορίτσι εκπαιδεύεται από μικρό για να γίνει «κορίτσι» κι ένα αγόρι αντίστοιχα εκπαιδεύεται από μικρό για να γίνει «αγόρι». Το πρόβλημα σε αυτό είναι ότι το να είσαι κορίτσι δεν έχει τόσα προνόμια όσα το να είσαι αγόρι.

 

Δεν είναι αυτονόητα τα ίδια πράγματα. Κι αυτό δεν είναι πρόβλημα που αφορά μόνο τις γυναίκες, γιατί στην πραγματικότητα είμαστε ένα σύστημα. Το να παλεύουμε για την ισότητα των ατόμων και για την εξάλειψη της όποιας αδικίας και ανισότητας πρέπει να γίνει υπόθεση όλων μας, γιατί είναι και προς όφελος όλων μας.