Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
 

Η πρωτοπόρος της ελληνικής ροζ παραλογοτεχνίας μιλά στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο

Πριν τη Χρυσηίδα, τη Λένα Μαντά και όλες τις υπόλοιπες, υπήρχε η Μάιρα Παπαθανασοπούλου και το «Ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα». Η εκκωφαντική του επιτυχία γέννησε το ροζ υβρίδιο που ξέρουμε.
ΓΥΝΑΙΚΕΣ | 20.11.2017
Το βιβλίο της έγινε το μπεστ σέλερ της δεκαετίας. Το κοινό την λάτρεψε, οι κριτικοί την λοιδόρησαν. Αλλά η ίδια λέει ότι δεν χρειαζόταν να το κουράζουμε το θέμα, διότι δεν είναι συγγραφέας αλλά ένας ματσωμένος μάγκας! Φωτ.: Σπύρος Στάβερης

To 1999 δεν είχε ακόμη βγάλει βιβλίο η Λένα Μαντά ούτε οι δεκάδες κλώνοι της. Η εκδοτική παραγωγή κάλυπτε αυστηρά το σοβαρό και το κύριο, και η παραλογοτεχνία είχε ειδικούς εκδοτικούς οίκους και ειδικό  δέμας (συνήθως τσέπης, με φτηνό χαρτί).

 

Η κυκλοφορία του «Ο Ιούδας φιλούσε υπέροχα» από μια πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέα έπεσε σαν βόμβα, θολώνοντας τα όρια μεταξύ λογοτεχνίας και άρλεκιν. Και άλλαξε μια για πάντα το τοπίο. Δεκάδες σχόλια, μύδροι και αναλύσεις γράφτηκαν τότε, σχεδόν όλα επικριτικά, ωστόσο οι πρωτοφανείς, υψηλές πωλήσεις, όλο και ψήλωναν. 

 

Τώρα, που ένας ολόκληρος τομέας ελαφρολαϊκής λογοτεχνίας για γυναικείο κοινό έχει εγκαθιδρυθεί, ίσως αξίζει να αναδημοσιευτεί αυτή η συνέντευξη της πρωτοπόρου του είδους Μάιρας Παπαθανασοπούλου.

 

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Η νεαρή γυναίκα που έρχεται να με συναντήσει δεν έχει ουδεμία σχέση με την αεράτη κυρία του Ιούδα που φιλούσε υπέροχα. Στο εξώφυλλο του βιβλίου μια εκδοχή της Ώντρεϋ Χέπμπορν (με μαντήλι Hermes, κίτρινα Todds και κάτι σαν Lalaounis στο λαιμό) διασχίζει αμέριμνη ένα πεζοδρόμιο, γελώντας με αυτοπεποίθηση –και με τον σκύλο παρά πόδας.

Η γυναίκα που ανεβαίνει στο σπίτι μου και έγραψε το βιβλίο είναι μάλλον κοντή, με κατσαρά, καστανόξανθα μαλλιά, φωτεινά γαλάζια μάτια και ένα πρόβλημα στα πόδια. Μια μυοπάθεια που είχε, εντάθηκε με την ανακατάταξη των ορμονών μετά την εγκυμοσύνη της. 

 

«Δεν λένε ότι στην Ελλάδα γράφει και η κουτσή Μαρία; Ε, εγώ είμαι και κουτσή και Μαρία!», λέει με καμπανιστή φωνή που κάπου τρέμει –σαν να αμφιβάλλει για την ένταση του αυτοσαρκασμού.

 

Αν και το πλατύ κοινό λάτρεψε το βιβλίο της, οι κριτικοί το βρήκαν, σύμπαντες, εμετικό. Περιγράφει τον συναισθηματικό μετεωρισμό μιας μικροαστής ανάμεσα στον άπιστο σύζυγό της και έναν οδοντογιατρό που της τάζει διακοπές στην Καρδαμύλη!

 

Το βιβλίο είναι ένα εκδοτικό φαινόμενο. Σε ένα χρόνο, έχει πουλήσει εκατόν εξήντα χιλιάδες αντίτυπα, χωρίς κανένα προμόσιον και από μια συγγραφέα πρωτοεμφανιζόμενη. Το γεγονός ότι σύντομα γίνεται και σήριαλ στην τηλεόραση μας κάνει να πιστεύουμε ότι θα σπάσει όλα τα ρεκόρ της δεκαετίας.

Το διάβασα κι εγώ. Μου φάνηκε μια μικροαστική ανοησία, γεμάτη γλωσσικά κλισέ, κακόγουστο χιούμορ και εκείνη την ειδική αυταρέσκεια (ή αλαζονεία;) που έχει τo κοινό γούστο όταν αποενοχοποιείται.

 

«Δεν με νοιάζει τι λένε», λέει η συγγραφέας με τον αέρα ενός κακομαθημένου παιδιού. «Εγώ έκανα την πλάκα μου. Ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για να αποφύγω τα ανιαρά σήριαλ στην τηλεόραση. Και ήξερα, εκ των προτέρων, ότι το λογοτεχνικό λόμπυ ποτέ δεν θα με δεχτεί στους κόλπους του». 

 

― Πιστεύεις ότι το βιβλίο σου θα διαβάζεται ύστερα από λίγα χρόνια;

― Ειλικρινά, δεν μ’ ενδιαφέρει. Είμαι η πρώτη που δηλώνω ότι δεν είμαι συγγραφέας. Γράφω «για τη στιγμή» που λέει και ο Μπαρτ. Εκείνο που θέλω είναι ο άνθρωπος που θα το διαβάσει, να γελάσει εκείνη τη στιγμή.

 

«Είμαι κι εγώ μικρή! Έχω ακόμα χρόνια μπροστά μου να σοβαρέψω. Τώρα, μπορώ να γράφω και να λέω ό,τι θέλω»... Φωτ.: Σπύρος Στάβερης
«Είμαι κι εγώ μικρή! Έχω ακόμα χρόνια μπροστά μου να σοβαρέψω. Τώρα, μπορώ να γράφω και να λέω ό,τι θέλω»... Φωτ.: Σπύρος Στάβερης

 

― Τι βρίσκεις υψηλότερο: το να μιλάς για τα ουσιώδη της ζωής με τρόπο αποκαλυπτικό και παρηγορητικό, ή το να γράφεις λάιτ ιστορίες που σε κάνουν να περνάς ευχάριστα;

― Δεν νομίζω ότι υπάρχει σύγκριση. Καθένα κάνει το δικό του καλό. Και τα δύο εξυψώνουν, ακόμα και βιβλία σαν το δικό μου.

 

― Εξυψώνουν;

― Χαίρεται ο κόσμος. Το γέλιο είναι ζωή, είναι υγεία. 

 

― Δηλαδή, ο Θανάσης Βέγγος εξυψώνει όπως και ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ;

― Ναι. Αρκεί ο καθένας να κάνει καλά αυτό που του αναλογεί.

 

Η Μάιρα Παπαθανασοπούλου μεγάλωσε στην Καλλιθέα από γονείς που «είχαν τον τρόπο τους». Ο πατέρας της διετέλεσε διευθυντής της Εμπορικής Τράπεζας στο Κολωνάκι και στο Πασαλιμάνι, «αν και ξεκίνησε, όπως η μάνα μου, από απλός τραπεζικός υπάλληλος».

Πήγε στη Γερμανική Σχολή, κι εκεί μπούχτισε από Κάφκα και Χάινριχ Μπελ. «Τους μίσησα!» λέει ξεφυσώντας. «Όταν οι άλλοι διάβαζαν τα Μυστικά του βάλτου και τα Τέκνα του πλοιάρχου Γκραντ, εγώ ανέλυα αυτή την Κατσαρίδα, και μάλιστα στο πρωτότυπο». Κατόπιν ασχολήθηκε με τις μεταφράσεις και δούλεψε στο αρχείο του Antenna και του Skai. Είναι παντρεμένη με τον αρχισυντάκτη του Skai, Βασίλη Παπαδρόσο. Μένει στο προικώο της, στη Ραφήνα, και έχει ένα παιδί τριών ετών, «κι ένα σκύλο ονόματι Βρασίδα». Οδηγεί μια Μερσεντές A-class «χρώματος οινοπνευματί» («Την είχα παραγγείλει πριν από την επιτυχία!») και στο ραντεβού ήρθε με ένα κασκέτο Nautica κι ένα κίτρινο τζάκετ.

Ήθελε ανέκαθεν να γίνει διάσημη, αλλά δεν ήξερε τον τρόπο. Όταν η μητέρα της πήγε ένα ταξίδι στην Ινδία και επισκέφθηκε έναν διάσημο οιωνοσκόπο, αυτός της είπε: «Η κόρη σου θα γίνει πάρα πολύ διάσημη», και η μαμά της απόρησε.
 

Πέντε χρόνια μετά, το λαλήσαν διά των προφητών βγήκε αλήθεια. Αν και το πλατύ κοινό λάτρεψε το βιβλίο της, οι κριτικοί το βρήκαν, σύμπαντες, εμετικό. Περιγράφει τον συναισθηματικό μετεωρισμό μιας μικροαστής ανάμεσα στον άπιστο σύζυγό της και έναν οδοντογιατρό που της τάζει διακοπές στην Καρδαμύλη!

Με ένα είδος πασοκικής θρασύτητας, παρελαύνουν όλα τα σύμβολα της νεοελληνικής σαχλαμάρας. Η ηρωίδα φοράει τι σερτ του Αρκά, λέει «κουρκουμπίνι» τον εραστή της, της αφιερώνουν το Φιλαράκι της Βόσσου στο ραδιόφωνο –η μιζέρια ως επιλογή, πράγμα που καμία σχέση δεν έχει, για παράδειγμα, με το ενσυνείδητο μελόδραμα του Αλμοδοβάρ (τον οποίον η κ.Παπαθανασοπούλου εκτιμά).

«Πολλοί ενδεχομένως πιστεύουν ότι λογοτεχνία είναι να πιάσεις ένα βιβλίο και να βουτήξεις στη μιζέρια των ηρώων», λέει η συγγραφέας, η οποία, προφανώς, πιστεύει ότι έκανε κάτι διαφορετικό, κάτι πιο χάι. Και συνεχίζει: «Υπάρχει η προκατάληψη ότι ένα βιβλίο, για να έχει βάθος, οι ήρωες του πρέπει να πονούν. Κάποιος λογοτέχνης μου είπε: «Μα δεν έχεις βάλει τους ήρωές σου να τραυλίζουν! Και είπα: «Για ποιο λόγο να ‘χουν λεκτική δυστοκία; Εμένα, οι ήρωες μου είναι χαριέστατοι!».


Της λέω ότι υπάρχουν και βιβλία με βάθος, στα οποία το φως και η χαρά σφύζουν. Απαντά με αυθάδειες που δεν αξίζει να αναπαράγουμε. Γενικά, σε ολόκληρη τη συνέντευξη, η κ. Παπαθανασοπουλου προσπαθεί να είναι προκλητική, παραδεχόμενη εξ αρχής τα χειρότερα: ότι το βιβλίο της είναι όντως ελαφρότατο, ότι είναι μια επάξια ανατροπέας των Άρλεκιν (τα οποία της αρέσουν πολύ, διότι «τα διάβασα πριν κάνω σεξ και φαντασιωνόμουν ωραία!»), ότι δεν είναι καν συγγραφέας, ότι οι κριτικοί την φθονούν επειδή αυτή «ντύνεται καλύτερα απ’ αυτούς και πλένεται περισσότερο». 


Απέναντι σε κάθε επιχείρημα για την ομορφιά και την τέχνη (όρους εκ φύσεως λεπτούς), η συγγραφέας αντιτείνει τη βαρβαρότητα της κοινής λογικής. Γιατί όχι το ένα; Γιατί όχι το άλλο; Σηκώνει τους ώμους σαν να μη νοιάζεται για τίποτα, κατεβάζει τις άκρες του στόματος σαν να αψηφά τα πάντα, και στην ερώτηση: «Ως τι νομίζεις ότι θα καταγραφείς στην ιστορία της λογοτεχνίας –αν καταγραφείς;» απαντά: «Ως ένας ματσωμένος μάγκας!».

«Ματσωμένους μάγκες είναι γεμάτη η Σοφοκλέους» της αντιτείνω, «εκτός κι αν θεωρείς ότι είσαι ένας γιάπης των λέξεων».

«Μ’ αρέσει!» απαντά. «Ε, τι να είμαι; Το ρακένδυτο περιθώριο; Εγώ είμαι πολύ συντηρητική, δεν είμαι της σχολής Κέρουακ. Δεν με μαζεύανε από τα αστυνομικά τμήματα όταν ήμουν μικρή. Φοβάμαι τις μηχανές, πάντα ήθελα να με πηγαίνουν με αυτοκίνητο, ποτέ η μαμάκα μου δεν στενοχωρήθηκε, ήξερε ότι θα γυρίσω στις τέσσερις, αλλά ότι θα γυρίσω comme il faut. Ότι θα με φέρουν ως την πόρτα και δεν θα με φιλήσουν κιόλας!».

 

Σηκώνει τους ώμους σαν να μη νοιάζεται για τίποτα, κατεβάζει τις άκρες του στόματος σαν να αψηφά τα πάντα, και στην ερώτηση: «Ως τι νομίζεις ότι θα καταγραφείς στην ιστορία της λογοτεχνίας –αν καταγραφείς;» απαντά: «Ως ένας ματσωμένος μάγκας!».

 

Μα, έγραψα ένα βιβλίο για την πλάκα μου και βρέθηκα στο κέντρο ενός κυκεώνα. Θα μου γίνει ψύχωση, θα γίνω σαν τ’ ανέκδοτο: «Στο διάολο κι εσύ κι ο γρύλος σου». Αφού σκέφτομαι: «Τι να κάνω; Να γίνω σαν τον Σάλιντζερ, να πάω να απομονωθώ στη Ραφήνα και να μην ξαναγράψω; Δεν είμαι συγγραφέας –είμαι ένας entertainer!»... Φωτ.: Σπύρος Στάβερης
Μα, έγραψα ένα βιβλίο για την πλάκα μου και βρέθηκα στο κέντρο ενός κυκεώνα. Θα μου γίνει ψύχωση, θα γίνω σαν τ’ ανέκδοτο: «Στο διάολο κι εσύ κι ο γρύλος σου». Αφού σκέφτομαι: «Τι να κάνω; Να γίνω σαν τον Σάλιντζερ, να πάω να απομονωθώ στη Ραφήνα και να μην ξαναγράψω; Δεν είμαι συγγραφέας –είμαι ένας entertainer!»... Φωτ.: Σπύρος Στάβερης

 

Η κ.Παπαθανασοπουλου αγαπά πολύ τον Ρεημόν Κενώ, στον Μπορίς Βιάν, τον Σουρούνη και τον Ξανθούλη. («Έχει ένα νοσηρό χιούμορ, δύσκολο, θα ‘θελα πολύ να τον συναντήσω, του κάνω συνεχείς εκκλήσεις, αλλά δεν απαντά»). Η αγαπημένη ταινία της είναι το Chaqun cherche sa chat –Καθένας ψάχνει τη γάτα του- και, βεβαίως, μισεί «κάτι περιθωριακούς που εξυψώνονται εν ονόματι της τέχνης, ενώ κατά βάσιν γυρίζουν γερμανικές τσόντες» (η μπάλα μάλλον παίρνει και τον Δανό Λαρς Φον Τρίερ).

Της αρέσει πολύ η δημοσιότητα, παραδέχεται ότι την επεδίωξε με πάθος, και αποκαλύπτει ότι υπέβαλε ως σενάριο μια εκδοχή του βιβλίου της στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, όπου και απερρίφθη. Προ ημερών, οι Λάιονς της τίμησαν με το βραβείο τους («αν και δεν είμαι μέλος τους!») και στην παρατήρηση ότι επιδεικνύει ένα είδος αυτάρκειας, που είναι από χαριτωμένη έως σκανδαλιάρικη, αλλά ταιριάζει σε μικρότερες ηλικίες, απαντά:

«Είμαι κι εγώ μικρή! Έχω ακόμα χρόνια μπροστά μου να σοβαρέψω. Τώρα, μπορώ να γράφω και να λέω ό,τι θέλω».

Αλλά τα πράγματα δεν είναι έτσι ακριβώς. Σε κάποια άλλη στιγμή, η κ.Παπαθανασοπούλου παραδέχεται ότι «δεν είναι ό,τι καλύτερο να σου λένε όλοι ότι γράφεις παραλογοτεχνία». Και στην ερώτηση αν όλη αυτή η ορμή ζωής δεν έρχεται να υπεραναπληρώσει κάποιο φόβο, ή το γλίστρημα στην κατάθλιψη, λέει: «Είναι κι αυτό. Αλλά και πριν έρθει η αρρώστια, έτσι ορμητική ήμουν. Μου έχουν τύχει κι εμένα πολύ άσχημα πράγματα –η ζωή μου δεν ήταν σπαρμένη με ρόδα- αλλά έχω μάθει να τα αντιμετωπίζω στωικά».

 

― Σε τι σε έχει αλλάξει η επιτυχία;

― Σε τίποτα. Εξακολουθώ να είμαι 1,57! Βέβαια, κλείνω πιο εύκολα ξενοδοχεία, καλύτερα τραπέζια στα κέντρα…

 

Σήμερα, η κ.Παπαθανασοπούλου εργάζεται ακόμα ως μεταφράστρια, παρ’ ότι έχει κερδίσει από το βιβλίο της όσα θα έβγαζε μια ολόκληρη ζωή από τη δουλειά της. Τα χρήματα τα ‘χει στην τράπεζα, για να σπουδάσει ο γιος της σ’ ένα καλό πανεπιστήμιο. Γράφει ένα δεύτερο βιβλίο με τέσσερις συγκατοίκους (ο ένας εκ των οποίων είναι ομοφυλόφιλος), το οποίο ισχυρίζεται ότι είναι «ωριμότερο», διότι έχει «περισσότερη σκέψη και λιγότερους διαλόγους». 

Την εργασία της δεν θα την αφήσει ποτέ, πρώτον διότι «δεν έχει καβαλήσει το καλάμι» και δεύτερον διότι «η δουλειά μου είναι η γείωσή μου. Η κουβέντα που θα μου πει το πρωί η φιλενάδα μου, είναι η ατάκα του επόμενου βιβλίου μου».

Εννοείται, απεχθάνεται την εικόνα της μοιραίας συγγραφέως: «Ποτέ δεν με φαντάστηκα με μαύρα γυαλιά, το τσιγάρο να κρέμεται από τα χείλη μου, απομονωμένη σε ένα νησί, με χαρτιά ολόγυρα και να χτυπάω τη χειροκίνητη Hermes μου», λέει. Επίσης απεχθάνεται και την εικόνα του αναγνώστη έτσι όπως την φαντάζονται οι κριτικοί: «Πιστεύουν ότι ο αναγνώστης ξεκινάει τη μέρα του με το Το Εκκρεμές του Φουκώ και την τελειώνει μ’ ένα σαρντοναί πάνω σ’ έναν καναπέ με βαρύτιμο ριχτάρι».

Της αναφέρω ότι ένας κριτικός λογοτεχνίας γράφει ότι το βιβλίο είναι Λάμψη και την χαρακτηρίζει κιτισάτη και κομπλεξική. 

«Εγώ, κομπλεξική;» ρωτάει με απορία.

― Η ηρωίδα σου –συνεπώς κι εσύ.

― Ας έχει τις απόψεις του.

― Ως προς την ηρωίδα, συμφωνώ κι εγώ. 

― Ώρες, ώρες είναι. Δεν το αποφεύγει, πράγματι. Είναι ενσυνείδητο, όμως.

― Δηλαδή;

― Όλοι έχουμε κιτσάτες πλευρές στη ζωή μας.

― Ασφαλώς, αλλά δεν τις αγαπάμε.

― Ούτε κι εκείνη τις αγαπάει. Κι εκείνη τις κατακρίνει.

― Όταν ακούει συγκινημένη Ρενέ Ορμπύ;

― Τι  έχει ο Ορμπύ; Είναι λίγο πιο σοφτ Πράισνερ! (Ανοιγοκλείνει τα μάτια ζορισμένη). Δεν θεωρώ ότι πρέπει να ‘μαι δήθεν. Δεν έχω κανένα πρόβλημα να βγω στην τηλεόραση να πω: «Ξέρετε, εγώ άκουγα Αμάντα Ληρ και Άμπα. Δεν καταλαβαίνω γιατί θα ‘πρεπε να ακούω Μπερλιόζ, ας πούμε. Δεν μ’ αρέσει!

― Πιστεύεις ενσυνείδητα στο κιτς;

― Είναι ο Μπερλιόζ;

― Για όνομα του Θεού, όχι! Αυτά είναι ονόματα καταξιωμένα –ποια είναι η Παπαθανασοπουλου που θα τα αμφισβητήσει;

― Αν βρίσκεις κιτς και τον Μπετόβεν, πες το ελεύθερα!

― Τον θεωρώ απλώς κουφό!

Δεν της λέω τίποτα. Η συζήτηση έχει απλώς εκτροχιαστεί. Καμία σοβαρότητα. Της λέω ότι όσην ώρα μιλάμε δεν έχει χαλαρώσει κατ’ ελάχιστον.

«Μα, έγραψα ένα βιβλίο για την πλάκα μου και βρέθηκα στο κέντρο ενός κυκεώνα. Θα μου γίνει ψύχωση, θα γίνω σαν τ’ ανέκδοτο: «Στο διάολο κι εσύ κι ο γρύλος σου». Αφού σκέφτομαι: «Τι να κάνω; Να γίνω σαν τον Σάλιντζερ, να πάω να απομονωθώ στη Ραφήνα και να μην ξαναγράψω; Δεν είμαι συγγραφέας –είμαι ένας entertainer!».

Ίσως και να έχει δίκιο. Δεν «φταίει» αν το βιβλίο της έγινε το μεγαλύτερο μπεστ σέλερ του καιρού. Δεν φταίει αν η ιστορία της είναι σαχλή. Δεν φταίει αν την λάτρεψαν οι κατίνες. Είναι αυτή που είναι –και δεν κορόιδεψε κανέναν. Όποιος ενοχλείται, ας διαβάσει Μπαλζάκ.

 

Μιλά λίγο για το σπίτι της Ραφήνας («τρίτο πρόβατο αριστερά») και πως, όταν ήταν μικρή, μάζευε εκεί λουλούδια, περιμένοντας τ’ αγόρια με τα μοτοποδήλατα να περάσουν. «Μπορεί να μάζευα μια ώρα λουλούδια, και για το ένα δευτερόλεπτο που κρατούσε η ματιά, να τα πετάξω, μη με ειρωνευτούν: «Φστ, δες τη Χάιντι με τα λουλουδάκια!».

Την ρωτάω, τι μπορεί να ανακόψει την εξέλιξή της αρρώστιας της.

«Ο θάνατος!» απαντά με μαύρο χιούμορ. «Πέρυσι έκανα μια θεραπεία με κορτιζόνη και παραλίγο να με στείλει στον τάφο. Αλλά θέλω να πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα γιατρευτώ –κι ας μην κάνω τίποτα. Το πιστεύω, γιατί δεν μπορώ πια και τις ενέσεις –μ’ έχουν τρελάνει. Θέλω να πιστεύω ότι θα γιατρευτώ μόνη μου. Ότι κάποιος θα μου πει: «Άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει». 

 

Γυναίκα, Μάιος 1999

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
2 σχόλια
Ταξινόμηση:
Προηγούμενα 1 Επόμενα
Lara Lota Lara Lota 20.11.2017 | 15:08
1. Με τα σημερινά δεδομένα η Μάιρα είναι σαν την Μπρίτζετ Τζόουνς, με χιούμορ, τρέλα. Καμιά σχέση με τις σημερινές μελούρες και ροζ κυρίες, αδιάβαστες και επιπέδου τηλεοπτικού μεσημερινού.
Άλλωστε η πορεία της Μάιρα στα επόμενα βιβλία (πιο κοινωνικά και αστυνομικά) έδειξε ότι δεν πουλούσε συσκευσία ίδια. Γι αυτό και δεν διαβάζεται πια.
2. Η δική σας συνέντευξη επίσης, κ. Τσαγκαρουσιάνε, μας έδειξε επίσης πώς ήταν τότε η δημοσιογραφία, τι μαχητικότητα, τι άφοβη, κάτι που λείπει σήμερα που όλα είναι ένα δελτίου τύπου.
CRISH CRISH 3.12.2017 | 14:22
Ωραια και ξεψαρωτη η Μαιρα ! Κατά τα αλλα μονο ο Σαιξπηρ θα επρεπε να γραφει κατά το περιοδικο. Κριμα για την επιθετικοτητα και την αρνητικη προδιαθεση. Εμενα παντως με κερδισε με τις απαντησεις της.
Προηγούμενα 1 Επόμενα

ΕΙΔΗΣΕΙΣ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΘΕΜΑΤΑ/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

CITY GUIDE/ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΠΡΟΣΦΑΤΑ