Δεν τα πάω καλά με τις παγκόσμιες μέρες. Χθες ήταν του Πατέρα. Φαντάζομαι δεν έχει καμιά αξία ν' αρχίσω τα λιβάνια, 23 χρόνια μετά. Τι καλός που ήταν, τι όμορφος, τι εντάξει. Μεγάλωσα με το χρυσωμένο χάπι ότι τα παιδιά ορφανεύουν από μάνα και σε γενικές γραμμές το θέμα έληξε άρον άρον εκεί, φυσικά με τα γνωστά παραχαϊδέματα και τις τζούφιες διδαχές (των γύρω – γύρω συγγενών), που συνήθως συνοδεύουν τις κόρες, ποτέ τους γιους. Και μ' όλα εκείνα τα φριχτά κοινωνιολογικά – ψυχολογικά κλισέ περί father complex, ότι τα κορίτσια που μεγαλώνουν χωρίς πατέρα γίνονται ή γατούλες ή νταλίκες και «πωπωπω, να το προσέξετε το παιδί».

 

Δεν τον έζησα και πολύ, τα 15 είναι όντως σκατένια ηλικία, τώρα που το σκέφτομαι για τέτοιους χαμούς. Δεν τον έκλαψα, απ' το σοκ, το μόνο που θυμάμαι από την κηδεία του τώρα πια είναι ότι απλώς λιποθύμησα.


Μέχρι τότε, όμως, κουβεντιάζαμε πολύ. Από τη μέρα που γεννήθηκα με τραβούσε σε συναυλίες και γλέντια, μου μιλούσε ασταμάτητα αυτός ο καθόλου εκδηλωτικός, φορούσαμε τα ίδια ρούχα, τζιν και μπλε πουλόβερ, δεν άφηνε να μου λένε βλακείες για πρίγκιπες και βασιλοπούλες, δεν άφηνε να με χαϊδολογάνε σα να ήμουν κατοικίδιο, δεν μου μίλαγε σα να με βρήκε στα λάχανα, δεν μ' έδιωχνε ποτέ από τις συζητήσεις των «μεγάλων». Μ' έμαθε να κάνω ποδήλατο χωρίς βοηθητικές -με τη μία-, να κυνηγάω, να μην κλαίω, όταν σκοτωνόμουν στα παιχνίδια και μόνο μια φορά τον θυμάμαι να κλαίει εκείνος: τη μέρα που, επειδή με τιμώρησε, βούτηξα (εντάξει, δανείστηκα) ξένο ποδήλατο, με χαλασμένα φρένα και κόλλησα πάνω σ' ένα φορτηγάκι, με αποτέλεσμα να φανεί κόκκαλο. Τέτοια ταραχή.

 

Διάλεξε τον εσύ. Θα το καταλάβεις. Θα σ΄αγαπάει, αλλά δεν θα λέει συνέχεια «ναι». Το καλό που σου θέλω, δηλαδή, για να μη βαρεθείς. Τι, με την ομορφιά; Άντε πάλι. Δεν έχει καμιά σημασία. Αρκεί να τον θέλεις.

 

Έλεγε λίγα, ένιωθε πολλά, εν τέλει τον ρήμαξαν όσα δεν είπε. Δεν είχα ιδέα αν του 'μοιασα καθόλου, μέχρι που βρήκα ένα παλιό του γράμμα στη μητέρα μου. Δεν είχα ξαναδεί τα γράμματα του και πάγωσα, όταν κατάλαβα ότι ο γραφικός του χαρακτήρας ήταν ίδιος με τον δικό μου, μια απολύτως θεοπάλαβη απόδειξη ότι το DNA τελικά ταξιδεύει παντού και χώνεται παντού. Αν μου άφησε κάτι –που κάπως κάτι το έκανα στη ζωή μου- ήταν μερικές κουβέντες, καθόλου μάθημα, έτσι φτυσμένες σε όλες εκείνες τις ατέλειωτες βόλτες, που έκαναν τη μάνα μου να τσιρίζει και να περιμένει με το τηλέφωνο στο χέρι για να δηλώσει εξαφάνιση. Πέθανε νέος, ήταν ωραίος, αλλά το ωραιότερο του ήταν ότι ήξερε κάθε στιγμή τι έπρεπε να κάνει. Θυμάμαι μερικά πολύ δικά του, τα βάζω εδώ, γιατί δεν τ' ακούω πια συχνά · ίσως σε κάποιον φανούν χρήσιμα, ειδικά αν μεγαλώνει κορίτσι.

 

 

¤

 

— Απόφευγε τα σάλια. Σε όλα σου. Μια και έξω, πες το, κάν' το ή άσ' το. Θα χάσεις σε γνωστούς, θα κερδίσεις σε φίλους. Θα σε γελάσουν σπάνια.

 

— Μην αφήνεις εκκρεμότητες, μη σέρνεις βάρη. Να μπορείς να φύγεις από κάπου σε 5 λεπτά και να 'σαι σίγουρη ότι δεν θα χρειαστεί να κοιτάξεις πίσω. Αν δεν έχεις εκκρεμότητες, δεν θα χρειαστεί.

 

— Να προσπαθείς. Αλλά κάποτε πρέπει να σταματάς να προσπαθείς. Αν πρέπει να προσπαθήσεις τόσο πολύ, κάποιος, κάτι σε τηγανίζει. Σβήσε το μάτι και φύγε. Δεν πετυχαίνουν όλα. Μην παρακαλάς

 

— Να λυπάσαι λίγο για όσους έχουν ανάγκη από πάτρωνα. Στις δουλειές, στις σχέσεις, στη στιγμή που πάνε τουαλέτα.

 

— Να χαίρεσαι για το ταλέντο, τη ζωντάνια, τη δύναμη που υπάρχει γύρω σου και να το λες. Δεν είναι πάντα εύκολο, γιατί πολλοί άνθρωποι έχουν όλα τα παραπάνω, αλλά είναι σαν τους αχινούς και δεν επιτρέπουν ούτε χειραψία. Να τους εκτιμάς περισσότερο γι' αυτό, και θα βρεθεί τρόπος.

 

— Να μην περιμένεις κανέναν, να μην φοβάσαι κανέναν και να μην ντρέπεσαι. Ο χρόνος δεν είναι άπειρος και η ζωή είναι μία. Για μία υπόσχεση χάλασαν σπίτια, από μία φοβέρα πέθανε κόσμος. Η ντροπή κρατάει τους σωστούς πίσω και κερδίζουν οι ηλίθιοι.  Κάν' το τώρα, μόνη σου, χωρίς βοήθεια και μην επιτρέψεις σε κανέναν να σε κάνει να ντραπείς, για τα λάθος πράγματα.

 

— Οι άνθρωποι σε ξεχνάνε για έναν λόγο. Και σε θυμούνται για έναν άλλο. Και στις δύο περιπτώσεις, χατίρια (που έγιναν ή δεν έγιναν είναι στη μέση).

 

— Αγόραζε, μην πουλάς. Άκου, μη λες. Κι αν πρέπει να πουλήσεις, πούλα αυτό που θες. Κι αν πρέπει να μιλήσεις, μίλα μέχρι εκεί που θες. Το «όπως θες» εδώ δεν υπάρχει. Μπορεί να είναι ανειλικρινές και να εκτεθείς. Να χαρείς, όχι ψέματα.

 

— Οι πολύ κλειστοί, πολύ επιθετικοί, πολύ γκρινιάρηδες συνήθως αμύνονται – έχουν καεί, φως φανερό. Λίγη συμπάθεια και σ' αυτούς που συνήθως τους τρώει λάχανο ο κακός τους τρόπος και ο «γλυκούλης» της παρέας που –επίσης, συνήθως- είναι παλιοχαρακτήρας.

 

— Κοίτα τη δουλειά σου. Μη σε νοιάζει τι λένε. Κάν' το όπως ξέρεις, αν το ξέρεις. Κι αν το ξέρεις, θα το κάνεις καλά. Γιατί σκίζεις το χαρτάκι απ' το μπουκάλι; Μπορείς να το ξανακολλήσεις όπως ήταν; Αφού όχι, σταμάτα. Μη χαλάς ό,τι δεν μπορείς να ξαναφτιάξεις μόνη σου. 

 

— Τι σημαίνει «δεν μετανιώνω»; Είναι ένδειξη βλακείας το να μη μετανιώνεις. Μετάνιωσε και 'φχαριστήσου το κιόλας. Μη διαβάζεις αηδίες.

 

— Διάλεξε τον εσύ. Θα το καταλάβεις. Θα σ΄αγαπάει, αλλά δεν θα λέει συνέχεια «ναι». Το καλό που σου θέλω, δηλαδή, για να μη βαρεθείς. Τι, με την ομορφιά; Άντε πάλι. Δεν έχει καμιά σημασία. Αρκεί να τον θέλεις.