Με πατημένο το γκάζι έρχεται η τηλεοπτική απόπειρα «εξιχνίασης» των εν ψυχρώ εκτελέσεων που κόστισαν τη ζωή σε δύο από τους πιο επιφανείς και επιδραστικούς hip-hop καλλιτέχνες όλων των εποχών, για να προστεθεί στην πλούσια εσχάτως λίστα των σειρών που πραγματεύονται, μέσω μιας υψηλού επιπέδου δραματοποίησης, τις πολυσύνθετες συχνά παραμέτρους πολύκροτων «αληθινών εγκλημάτων» που συγκλόνισαν την αμερικανική –και, κατ' επέκταση, αναγκαστικά, την παγκόσμια– κοινή γνώμη και πέρασαν στην περιοχή του φολκλόρ και της συνωμοσιολογίας.

 

Πολύ πρόσφατα εμφανίστηκε το μάλλον απογοητευτικό Law & Order True Crime: The Menendez Murders, ενώ σαφώς μεγαλύτερη αίσθηση έχουν κάνει ο δύο σειρές της ανθολογίας American Crime Story για την δίκη του O.J. Simpson και την δολοφονία του Gianni Versace αντίστοιχα. Το Unsolved: The Murders of Tupac and the Notorious B.I.G όμως είναι διαφορετική περίπτωση.

 

Ολόκληρο το καστ είναι εξαιρετικό, ακόμα και οι δύο ηθοποιοί που υποδύονται τους επιφανείς εκλιπόντες (παρότι η σειρά ανήκει περισσότερο στους άσημους μπάτσους παρά στα διάσημα θύματα), των οποίων μάλιστα τα «πειραγμένα» μικρά ονόματα με τα διπλά σύμφωνα μοιάζουν να ανήκουν σε ψαγμένους εκπρόσωπους του σύγχρονου hip-hop.

 

 

Πάνω από είκοσι χρόνια έχουν περάσει από τη δολοφονία του κολλημένου με το έργο του Μακιαβέλι, Tupac Shakur (ήταν Σεπτέμβριος του 1996) και του πληθωρικού από πάσα άποψη Biggie Smalls (Μάρτιος του 1997), οι οποίοι με τον θάνατό τους σηματοδότησαν την κορύφωση της αιματηρής και εκτός ορίων αντιδικίας μεταξύ των hip-hop κοινοτήτων Ανατολικής και Δυτικής Ακτής, και στο διάστημα αυτό έχουν εμφανιστεί τόνοι σχετικών βιβλίων, άρθρων, βιογραφιών, ντοκιμαντέρ (δραματοποιημένων και μη).

 

Όμως, παρά τις πάσης φύσεως και κατεύθυνσης εικασίες που έχουν κατά καιρούς καταγραφεί –εμπλέκοντας συχνά συγκεκριμένους παράγοντες της αστυνομίας– αλλά και τις εκ των υστέρων επιχειρήσεις αναπροσδιορισμού των υποθέσεων, τα δύο εγκλήματα παραμένουν άλυτα.

 

Και αυτό ακριβώς το γεγονός κάνει ακόμα πιο συναρπαστική μια σειρά που διαθέτει υπέρ της και πολλά άλλα ατού, στο επίπεδο της προσέγγισης και κυρίως στο εκπληκτικό της καστ.

 

«Δεν είχα ακούσει ποτέ τη μουσική του μέχρι που πέθανε... Τα τραγούδια του ήταν γκροτέσκες ιστορίες της δυσωδίας αυτού του κόσμου», εμφανίζεται να λέει η μητέρα του Biggie στον πιλότο της σειράς.
«Δεν είχα ακούσει ποτέ τη μουσική του μέχρι που πέθανε... Τα τραγούδια του ήταν γκροτέσκες ιστορίες της δυσωδίας αυτού του κόσμου», εμφανίζεται να λέει η μητέρα του Biggie στον πιλότο της σειράς.

 

Μοιάζει εξωπραγματικό σήμερα –από τη στιγμή κιόλας που έχουν προ πολλού εγκατασταθεί στο πάνθεον των ραπ ποιητών / ερμηνευτών οι δύο «μεγαλύτεροι από τη ζωή» καλλιτέχνες– το γεγονός ότι οι Αρχές τότε είχαν καταρχάς (μη) διαχειριστεί τις υποθέσεις όχι ως δολοφονίες επωνύμων (μπορεί να φανταστεί κανείς τι είδους αντίκτυπο θα είχε υπάρξει, εάν επρόκειτο για λευκούς ροκ σταρ) αλλά ως τυπικά ξεκαθαρίσματα λογαριασμών αντίπαλων φατριών και συμμοριών με θύματα όχι καλλιτέχνες αλλά «gangstas» βαθιά χωμένους στο βίαιο, αυτοκαταστροφικό lifestyle που και οι ίδιοι εξυμνούσαν με τα κομμάτια τους.

 

«Δεν είχα ακούσει ποτέ τη μουσική του μέχρι που πέθανε... Τα τραγούδια του ήταν γκροτέσκες ιστορίες της δυσωδίας αυτού του κόσμου», εμφανίζεται να λέει η μητέρα του Biggie (κατά κόσμον Κρίστοφερ Γουάλας) στον πιλότο της σειράς, εξαιτίας της δικής της επιμονής όμως –και των σχετικών αγωγών επανεξέτασης της υπόθεσης– άνοιξε ξανά ο φάκελος, δέκα χρόνια μετά από τις δολοφονίες.

 

Η σειρά πηγαινοέρχεται σαν εκκρεμές ανάμεσα στα δύο χρονικά πλαίσια: κατά την αρχική διαχείριση των δύο εγκλημάτων, όταν επέπλευσαν για πρώτη φορά, πριν καταπνιγούν, οι πρώτες ενδείξεις περί ανάμιξης αστυνομικών που δούλευαν part-time και ως μέλη της ασφάλειας επιφανών παραγόντων της hip-hop δισκογραφίας, και μια δεκαετία αργότερα όταν και συστήνεται ομάδα εμπειρογνώμων αστυνομικών για την αναψηλάφηση της υπόθεσης.

 

Στο δεύτερο αυτό χρονοπλαίσιο έχουμε και κάποιες σκηνές που λειτουργούν και σα νεύματα στο The Wire, ειδικά από τη στιγμή που στο τιμ των μπάτσων – ερευνητών δεσπόζει μεταξύ άλλων και ο ηθοποιός Γουέντελ Πιρς, ο θρυλικός «Μπανκ» της κορυφαίας αστυνομικής σειράς όλων των εποχών.

 

Ολόκληρο το καστ είναι εξαιρετικό πάντως, ακόμα και οι δύο ηθοποιοί που υποδύονται τους επιφανείς εκλιπόντες (παρότι η σειρά ανήκει περισσότερο στους άσημους μπάτσους παρά στα διάσημα θύματα), των οποίων μάλιστα τα «πειραγμένα» μικρά ονόματα με τα διπλά σύμφωνα (Marcc Rose στο ρόλο του Tupac και Wavyy Jones στο ρόλο του Biggie) μοιάζουν να ανήκουν σε ψαγμένους εκπρόσωπους του σύγχρονου hip-hop.