«Πενήντα χρόνια έχουν περάσει αλλά εγώ δεν έχω γεράσει. Ο χρόνος έχει χάσει την επίδρασή του πάνω μου. Το μαρτύριο όμως συνεχίζεται…». Έτσι ξεκινά την αφήγηση της επιστροφής του ο Samurai Jack στο πρόσφατο πρώτο επεισόδιο του πέμπτου και αποχαιρετιστήριου κύκλου της ομώνυμης τηλεοπτικής σειράς animation που άφησε τόσο κόσμο έκθαμβο με το εικαστικό της ντελίριο για να περάσει στο χώρο του cult μύθου όπου και βρισκόταν εδώ και δεκατρία χρόνια μέχρι να αποφασίσει να την αναστήσει ο δημιουργός της Genndy Tartakovsky με τη βοήθεια του αξιοθαύμαστου επιτελείου του. Η ιστορία του νεαρού ευγενούς σαμουράι - με καταγωγή από τα βάθη της φεουδαρχικής Ιαπωνίας των μυστικών και των θρύλων - που έγινε ταξιδιώτης του χρόνου και των διαστάσεων, καταδικασμένος να αντιμετωπίζει στα πέρατα της αιωνιότητας τον δαίμονα Aku, θα λάβει μια τελευταία κρίσιμη τροπή ξεδιπλώνοντας για έναν ακόμα κύκλο επεισοδίων ένα καρτούν σύμπαν γεμάτο από ιδιοφυείς αισθητικές επιλογές, ονειρικής υφής εμπνεύσεις και περίτεχνα στρατηγικές χορογραφίες δράσης. Δύσκολο να συμπυκνώσει κανείς το αισθητικό ύφος αυτού του τόσο ξεχωριστού καρτούν σε μια φράση, ας πούμε όμως ενδεικτικά ότι συνδυάζει στοιχεία anime, την τεχνοτροπία δράσης του Frank Miller, το στυλ των αμερικανικών τηλεοπτικών καρτούν του ’60 αλλά και επιρροές από τον λυρισμό της μεγάλης σχολής κινουμένων σχεδίων της Ανατολικής Ευρώπης. Χαρακτηριστικός είναι επίσης ο λειτουργικός τρόπος με τον οποίο χειρίζεται κόλπα «χωρισμένης οθόνης» (split screen) και «αναλογίας απεικόνισης» (aspect ratio) έτσι ώστε υπάρχει κυριολεκτικά η αίσθηση στον θεατή ότι οι εικόνες πετάνε μπροστά του σαν καρέ από σελίδες κόμικ (ή manga). 

 

Το Samurai Jack συνδυάζει στοιχεία anime, την τεχνοτροπία δράσης του Frank Miller, το στυλ των αμερικανικών τηλεοπτικών καρτούν του '60 αλλά και επιρροές από τον λυρισμό της μεγάλης σχολής κινουμένων σχεδίων της Ανατολικής Ευρώπης.

 

Πρέπει να πούμε ακόμα ότι τo Samurai Jack είναι «παιδικό» (προεφηβικό τέλος πάντων με κατά τόπους βουτιές σε σκοτεινά πεδία) καρτούν ή έστω προϊόν για όλη την οικογένεια με την έννοια ότι δεν είναι ενήλικο, επίκαιρο και ειρωνικό: οι χαρακτήρες του κινούνται σ’ ένα δυστοπικό ρετροφουτουριστικό σύμπαν όπου συνυπάρχει η τεχνολογία, η μυθολογία και το υπερφυσικό στοιχείο και ως επί το πλείστον είναι αρχέτυπα εκτός εποχής και σχεδόν εκτός χρόνου. Χιούμορ υπάρχει και μάλιστα μπόλικο συνήθως με τη μορφή συγκεκριμένων αναφορών όπως όταν ο Τζακ μεταμφιέζεται σε μαφιόζο ή ρέιβερ ή όταν ο δαίμων Aku εμφανίζεται ως Φροϋδικός ψυχαναλυτής του εαυτού του με κοτλέ σακάκι και δερμάτινα μπαλώματα στους αγκώνες. Το μεγαλείο όμως και η απόλαυση του Samurai Jack δεν βρίσκεται στις ατάκες ή τις «ξύπνιες» αναφορές, όπως σε άλλα σύγχρονα καρτούν, αλλά στη μαγεία των εικόνων. Για άλλη μια φορά, οφείλω να συμμεριστώ την αντίληψη του πιο επιφανούς (και δικαίως) «κριτικού τηλεοπτικών σειρών» Matt Zoller Seitz, ο οποίος δυσκολεύεται να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό τους γράφοντας για τη σειρά: 

 

 

 

«…Παρότι ο Tartakovsky είναι εξαίρετος μυθοπλάστης, με τον τρόπο του βωβού κινηματόγραφου θα έλεγα – εκφράζοντας αυτό που συμβαίνει από στιγμή σε στιγμή μέσω της εικόνας και του ήχου μάλλον παρά μέσω των διαλόγων –δεν παρακολουθώ τις δημιουργίες του για την πλοκή ή την αφήγησή τους. Τις βλέπω και τις ξαναβλέπω για τον ίδιο λόγο που επισκέπτομαι μουσεία τέχνης, πηγαίνω σε συναυλίες και σταματάω στο δρόμο για να χαζέψω χορευτές, ακροβάτες ή μουσικούς: επειδή ακριβώς εκτιμώ την δεξιοτεχνία από μόνη της… Κάθε κάδρο δεν είναι απλά ένας πίνακας. Είναι η νότα μιας συμφωνίας, το κρίσιμο βήμα μιας χορευτικής φιγούρας. Η σειρά ενδιαφέρεται πιο πολύ για τον ρυθμό, τη ρίμα, το χρώμα, την υφή, τη σιωπή και τον θόρυβο παρά για το στήσιμο της δράσης και το αποτέλεσμα της σχέσης κειμένου και υποκειμένου. Θα λέγαμε ότι δεν υπάρχει καν υπόβαθρο. Όπως σ’ έναν αρχαίο μύθο, τα βαθύτερα νοήματα της ιστορίας βρίσκονται εκεί στην επιφάνεια, αποσταγμένα μέχρι να βρεθούν στη βαθιά τους ουσία, χρωματισμένα με κώδικες και τοποθετημένα κατόπιν στο κάδρο αυτούσια και αυτάρκη».