Η Κρήτη είναι από τις περιοχές της χώρας μας όπου η καλλιέργεια του αμπελιού και η παραγωγή κρασιού πραγματοποιούνται ασταμάτητα εδώ και χιλιάδες χρόνια. Το παράδοξο είναι ότι ενώ τις τελευταίες δεκαετίες μιλάμε συνέχεια για την κρητική διατροφή, δηλαδή για τις πρώτες ύλες και τις διατροφικές συνήθειες των κατοίκων του νησιού, οι περισσότεροι παραβλέπουν το κρασί. Στο πλαίσιο της έκθεσης «Οινόραμα» συναντήσαμε τον Γιώργο Λυραράκη, εκπρόσωπο ενός εκ των κορυφαίων οινοποιείων της Κρήτης, που δίνει μεγάλη έμφαση στις τοπικές, σχεδόν ξεχασμένες ποικιλίες.

 

— Προέρχεστε από μια οικογένεια με οινική παράδοση δεκαετιών. Πείτε μας πότε και πώς ξεκίνησαν όλα.

Το 1966 τα αδέλφια Σωτήρης και Μανώλης Λυραράκη, ο θείος και ο πατέρας μου, ξεκίνησαν να παράγουν χύμα κρασί, συγκεντρώνοντας παράλληλα εμπειρία και γνώση την οποία έβαλαν στο μπουκάλι τη δεκαετία του '90. Αυτή την εμπειρία μετέφεραν σταδιακά σ' εμάς, τη δεύτερη γενιά, που πλέον έχουμε αναλάβει τα ηνία του οινοποιείου. Το 2016 συμπλήρωσε 50 χρόνια λειτουργίας, τα οποία έδωσαν την αφορμή για την ανανέωση της εμφάνισής του, που αποτυπώνει και απεικονίζει το όραμα της εταιρείας.

 

Η Κρήτη διαθέτει ένα ιδιαίτερα ποικιλόμορφο γεωγραφικό ανάγλυφο που δημιουργεί δεκάδες διαφορετικά μικροκλίματα (terroir). Όταν η σωστή ποικιλία φυτευτεί στον σωστό τόπο, τα αποτελέσματα που προκύπτουν είναι εκπληκτικά.


— Τα κρασιά της Κρήτης είχαν το στίγμα της αμφίβολης ποιότητας, όμως την τελευταία 15ετία μας εκπλήσσετε ευχάριστα. Πού πιστεύετε ότι οφείλεται αυτή η στροφή;

Στους ανθρώπους. Πιστεύω ότι η στροφή οφείλεται σε προσωπικότητες που είδαν διαφορετικά την καλλιέργεια αμπέλου και την οινοποίηση στην Κρήτη. Αρκετοί από τους παλιούς εντόπισαν τα λάθη του παρελθόντος και άλλαξαν ρότα με όραμα ένα καλύτερο μέλλον για το αμπελο-οινικό τοπίο της Κρήτης. Οι νεότεροι, με τη σειρά τους, με όρεξη και νέες ιδέες πραγματοποίησαν αυτήν τη στροφή. Σήμερα ο δρόμος της ποιότητας που έχουμε επιλέξει είναι χρέος αλλά και στοίχημα.


— Ποιες τοπικές ποικιλίες ξεχωρίζετε;

Είμαι συναισθηματικά δεμένος με το Μελισσάκι, το οποίο ανακαλύψαμε στο Αμάρι Ρεθύμνου, στους πρόποδες του Ψηλορείτη, το 2009. Ακόμα θυμάμαι τη γεύση του σταφυλιού που δοκίμασα τότε: μοναδικό άρωμα κερήθρας και μελιού με νότες οξύτητας και δροσιάς από τον αορίτικο αέρα. Το Δαφνί θεωρώ ότι είναι πολύ χαρισματικό, λόγω του ιδιαίτερου βοτανικού αρωματικού του χαρακτήρα που δεν συναντάται πουθενά, σε καμία άλλη ποικιλία. Επίσης το Μαντηλάρι, το οποίο με πολλή δουλειά στο αμπέλι και σωστή οινολογική προσέγγιση θα αναδειχτεί σε εξέχουσα δύναμη της Κρήτης όσον αφορά τα κρασιά μακράς παλαίωσης με βαθύ κόκκινο χρώμα. Γενικά, πιστεύω ότι κάθε ποικιλία, αν βρεθεί στο σωστό μέρος, με τη σωστή διαχείριση από τον αμπελουργό και τον οινοπαραγωγό μπορεί να δώσει άριστα αποτελέσματα, τονίζοντας τα δυνατά της σημεία και καλύπτοντας τυχόν αδυναμίες.


— Από τις υπόλοιπες γηγενείς ποικιλίες της Ελλάδας (εκτός Κρήτης), ποιες πιστεύετε ότι μπορούν να σταθούν σε διεθνή διαγωνισμό;

Το Ασύρτικο και η Μαυροδάφνη. Το Ασύρτικο είναι μεγάλη ποικιλία και έχει αποδείξει ότι μπορεί να κάνει διεθνή καριέρα, γι' αυτό άλλωστε έχει φυτευτεί πλέον σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Πιστεύω ότι αυτή η ποικιλία επιφυλάσσει ευχάριστες εκπλήξεις. Η Μαυροδάφνη, στις ξηρές οινοποιήσεις, είτε μόνη της είτε σε χαρμάνια, θεωρώ ότι είναι ενδιαφέρουσα και πολυδιάστατη ποικιλία.

 

Μέσω των επισκέψιμων οινοποιείων έχουμε την ευθύνη να μυήσουμε τον επισκέπτη στην παράδοση των τοπικών ποικιλιών και να του συστήσουμε τα ποιοτικά κρητικά κρασιά που πιθανότατα αγνοούσε μέχρι πρότινος
Μέσω των επισκέψιμων οινοποιείων έχουμε την ευθύνη να μυήσουμε τον επισκέπτη στην παράδοση των τοπικών ποικιλιών και να του συστήσουμε τα ποιοτικά κρητικά κρασιά που πιθανότατα αγνοούσε μέχρι πρότινος


— Η Κρήτη είναι ο πυλώνας του ελληνικού τουρισμού. Οι ξένοι που επισκέπτονται το νησί γνωρίζουν την οινική και γαστρονομική παράδοσή του;

Οι ξένοι φτάνουν στην Κρήτη με υψηλές απαιτήσεις από την κουζίνα της, συχνά όμως έρχονται αντιμέτωποι με μια μειονότητα εστιατορίων που τους απογοητεύει, εκθέτοντας τη γαστρονομική εικόνα του νησιού. Αποτελεί δικό μας χρέος να τα εκτοπίσουμε και να φροντίσουμε να αποκτήσουν την πρέπουσα αξία τα εστιατόρια εκείνα που καινοτομούν και προσφέρουν νέες προτάσεις με σεβασμό στον επισκέπτη και την κρητική κουζίνα, καθορίζοντας το γαστρονομικό μέλλον της Κρήτης. Όσον αφορά την οινική παράδοση, παρατηρούμε ότι δεν τη γνωρίζουν. Μέσω των επισκέψιμων οινοποιείων έχουμε την ευθύνη να μυήσουμε τον επισκέπτη στην παράδοση των τοπικών ποικιλιών και να του συστήσουμε τα ποιοτικά κρητικά κρασιά που πιθανότατα αγνοούσε μέχρι πρότινος, με σύμμαχο πάντοτε την τοπική γαστρονομία.


— Τα κρασία Λυραράκη δίνουν έμφαση στις μονοποικιλιακές ετικέτες από επιλεγμένα αμπελοτόπια. Μιλήστε μας γι' αυτές, καθώς και για τα μελλοντικά σας σχέδια.

Η Κρήτη διαθέτει ένα ιδιαίτερα ποικιλόμορφο γεωγραφικό ανάγλυφο που δημιουργεί δεκάδες διαφορετικά μικροκλίματα (terroir). Όταν η σωστή ποικιλία φυτευτεί στον σωστό τόπο, τα αποτελέσματα που προκύπτουν είναι εκπληκτικά. Η ιδέα είναι να ανακαλύψουμε αυτά τα αμπελοτόπια, να τα οινοποιήσουμε ξεχωριστά και να εκφράσουμε το εκάστοτε τοπίο στο ποτήρι. Αυτό ακριβώς επιδιώξαμε, και πιστεύουμε ότι επιτύχαμε, με την ποικιλία Λιάτικο, την οποία οινοποιήσαμε από ένα ορεινό αμπελοτόπι στο χωριό Γερακάρι του Ρεθύμνου, σε υψόμετρο άνω των 850 μέτρων, αλλά και από παλαιούς αυτόρριζους αμπελώνες από το οροπέδιο του Χανδρά στη Σητεία, δημιουργώντας δύο οίνους με διαφορετικό χαρακτήρα και ταμπεραμέντο. Οι δύο αυτές νέες ετικέτες μας πρόκειται να κυκλοφορήσουν σύντομα στην αγορά.

 

Το 2016 συμπλήρωσε 50 χρόνια λειτουργίας, τα οποία έδωσαν την αφορμή για την ανανέωση της εμφάνισής του, που αποτυπώνει και απεικονίζει το όραμα της εταιρείας.
Το 2016 συμπλήρωσε 50 χρόνια λειτουργίας, τα οποία έδωσαν την αφορμή για την ανανέωση της εμφάνισής του, που αποτυπώνει και απεικονίζει το όραμα της εταιρείας.