Υποθέσεις εξαπάτησης, επιθέσεις σε γραφεία πολιτικών κομμάτων, αστυνομικά τμήματα, συμβολαιογραφικά γραφεία και νοσοκομεία, κλοπές αυτοκινήτων, εν ψυχρώ δολοφονίες, ληστείες, το κίνημα της «πράσινης βίας» και ο αντισπισισμός συνθέτουν τις νέες εκφάνσεις της βίας. Σε μια εποχή κατά την οποία οι κοινωνικοοικονομικές αντιθέσεις έχουν διευρυνθεί και οι στατιστικές του εγκλήματος αποτυπώνουν τις καινούργιες μορφές παραβατικότητας, η διάχυση της βίας δημιουργεί απορίες ως προς την αντιμετώπισή της. Τι άλλαξε τα τελευταία χρόνια; Γιατί το τελευταίο χρονικό διάστημα παρακολουθούμε γεγονότα ακραίας βίας και ανομίας; Ποια χαρακτηριστικά συνθέτουν το προφίλ των νέων αυτών σχημάτων; Τις απαντήσεις δίνει η διδάκτωρ Εγκληματολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και πρόεδρος του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος Αναστασία Χαλκιά.

 

— Ποιοι παράγοντες ενισχύουν τη βία σε μια οργανωμένη κοινωνία;

Η βία ως όρος είναι τόσο ευρύς όσο και οι επιμέρους εκφάνσεις της, καθώς ενυπάρχει σε πλείστα κοινωνικά πεδία, με πλείστες μορφές (ψυχολογική, σεξουαλική, κοινωνική, πολιτική, συμβολική), σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, και παραμένει διαχρονική και παγκόσμια. Μιλώντας συγκεκριμένα για την εγκληματική βία αλλά ταυτόχρονα αρκετά γενικά ώστε να μην αναφερθούμε σε επιμέρους μορφές της, θα ήθελα να επισημάνω ότι η διαδικασία κοινωνικής εκμάθησης της βίας παίζει σημαντικό ρόλο στη σταθεροποίηση, στην αναπαραγωγή της και εν προκειμένω στην αύξησή της. Ειδικότερα, η εξοικείωση από νεαρή ηλικία με τη βία, μέσω της διαδικασίας μάθησης και μίμησης, μπορεί να αυξήσει τις πιθανότητες για την εμφάνιση πρώιμης, βαριάς και επαναλαμβανόμενης εγκληματικότητας

 

 

Η κλιμάκωση της βίας φέρει μια πολύ σημαντική ποιοτική διάσταση: πλέον κάποιος κινδυνεύει να τραυματιστεί σοβαρά ή και θανάσιμα ακόμα και για ένα ευτελές χρηματικό ποσό ή για ασήμαντη αφορμή.


— Ποια χαρακτηριστικά συνθέτουν το νέο πρόσωπο της βίας; Τελευταία, βλέπουμε συνεχώς περιπτώσεις ακραίας βίας αλλά και ανομίας.

Η πλήρης απαξίωση της ζωής είναι το νέο πρόσωπο της βίας. Η κλιμάκωση της βίας φέρει μια πολύ σημαντική ποιοτική διάσταση: πλέον κάποιος κινδυνεύει να τραυματιστεί σοβαρά ή και θανάσιμα ακόμα και για ένα ευτελές χρηματικό ποσό ή για ασήμαντη αφορμή. Δηλαδή, ένας ήσσονος βαρύτητας εγκληματικός σκοπός μπορεί να προκαλέσει άμετρες συνέπειες στο θύμα.

 

— Τι άλλαξε τα τελευταία χρόνια;

Η ανάπτυξη της τεχνολογίας που, μεταξύ άλλων, έδωσε νέες δυνατότητες οργάνωσης και επικοινωνίας των εγκληματικών δικτύων μεταξύ τους και η άμεση μεταφορά τεχνογνωσίας από το ένα σημείο στο άλλο έχουν δημιουργήσει νέες ευκαιρίες για τη διάπραξη εγκλημάτων αλλά και νέες μορφές εγκληματικότητας που απαιτούν εξαιρετική εξειδίκευση και ένα πολύ καλά, συχνά διασυνοριακό και διεθνικό, οργανωμένο πλαίσιο για τη διάπραξή τους. Αυτά από τεχνικής πλευράς. Από την άλλη, οι κοινωνικοί κανόνες της ειρηνικής συνύπαρξης παραβιάζονται σε κάθε ευκαιρία και αυτή η γενικευμένη καθημερινή απαξίωση μεταφέρεται στις εγκληματικές συμπεριφορές. Ας μην ξεχνάμε ότι η βίαιη μετατόπιση της ελληνικής κοινωνίας πριν από επτά έτη επέδρασε εξίσου βίαια σε πολλά επίπεδα, όχι μόνο σε προσωπικό και επαγγελματικό αλλά στην ουσία και σε αυτό της κοινωνικής συμβίωσης, ειδικά όταν τα νόμιμα μέσα και οι ευκαιρίες εξεύρεσης ρεαλιστικών πρακτικών για την οργάνωση του βίου βρίσκονται σε ανεπάρκεια. Σε αυτό το πλαίσιο, η σημασία τήρησης των κανόνων έχει εκπέσει και οι ηθικές, συγκινησιακές, ποινικές και υλικές συνέπειες που προκύπτουν από τη μη συμμόρφωση σε κοινά αποδεκτούς κανόνες δεν είναι ικανές να συγκρατήσουν άτομα ή ευρύτερες ομάδες από το πέρασμα στην εγκληματική πράξη.


— Ποιες είναι οι βασικές ελλείψεις ως προς την αντιμετώπιση της βίας;

Γνωρίζοντας ότι η αναφορά στην παιδεία και στην έγκαιρη, πρωτογενή, όπως λέμε εμείς οι εγκληματολόγοι, πρόληψη ακούγεται πλέον ως «wishful thinking» ή ευσεβής πόθος επί το ελληνικότερον, παρόλο που η σημασία και των δύο είναι καθοριστική, θα εστιάσω επί του παρόντος στον ρόλο που παίζουν οι Αρχές στην επιβολή του νόμου και γενικότερα στην ορθή λειτουργία της Ποινικής Δικαιοσύνης, που είναι η μόνη που μπορεί να στείλει το μήνυμα ότι το έγκλημα δεν μένει ατιμώρητο. Οι έρευνες δείχνουν ότι δεν είναι οι αυστηρές ποινές που αποτρέπουν από το έγκλημα αλλά η βεβαιότητα επιβολής τους. Δηλαδή, οι αυξημένες πιθανότητες ότι κάποιος θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί στη Δικαιοσύνη ή σε άλλες εναλλακτικές μορφές αντιμετώπισης του εγκλήματος. Τα παραπάνω βέβαια συνεπικουρούνται από την εμπιστοσύνη που δείχνουν οι πολίτες απέναντι στην Ποινική Δικαιοσύνη, για παράδειγμα με την αναφορά των εγκλημάτων και την ενεργή τους συμμετοχή στην αντιμετώπισή τους. Δυστυχώς, το τελευταίο παραμένει σε πολύ χαμηλά επίπεδα στην Ελλάδα, όπως εξάλλου η εν γένει συμμετοχή των πολιτών στα κοινά.


— Γιατί διαιωνίζεται η πολιτική βία στην Ελλάδα (τρομοκρατία, επιθέσεις σε συμβολαιογραφεία για τους πλειστηριασμούς);

Αναφέρεστε στους πλειστηριασμούς, υπονοώντας κυρίως τη νόμιμη βία που ασκείται υπό το πρίσμα της κυριαρχίας του κράτους και με τη σειρά μου θα παραθέσω τον Γκάντι που υποστήριζε, μέσω της γνωστής ρήσης του, ότι «η μεγαλύτερη μορφή βίας είναι η φτώχεια». Η κοινωνική μέριμνα για τα πιο αδύνατα κοινωνικά στρώματα θα πρέπει να ενυπάρχει και να διασφαλίζεται στο πλαίσιο μιας ευνομούμενης κοινωνίας, διαφορετικά διαρρηγνύεται το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ κράτους και πολιτών και οι προκύπτουσες συνέπειες είναι κρίσιμες για το μέλλον της οικονομίας και της κοινωνικής ειρήνης. Μία συζήτηση, όμως, αυτού του είδους ξεπερνά κατά πολύ τα βασικά προτάγματα επιστημών όπως η Εγκληματολογία, καθώς πλέον ξεφεύγει από το πλαίσιο της αντεγκληματικής πολιτικής και εισέρχεται στον σκληρό πυρήνα της άσκησης πολιτικής εν γένει.

 

Όσον αφορά την τρομοκρατία, πράγματι, δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει στην Ελλάδα, απλώς περνάει περιόδους χαμηλής ή υψηλής έντασης. Οι απαρχές της συσχετίζονται με την Ιστορία του ελληνικού κράτους και με την πολιτική βία του παρελθόντος και η διαιώνισή της εμπίπτει αφενός σε μια διαδικασία μεταβίβασης ενός «κεφαλαίου» από τη μία γενιά στην άλλη, αφετέρου στις «κρίσεις νομιμοποίησης» που εμφανίζονται εντός των δημοκρατιών, οπότε βρίσκουν πρόσφορο έδαφος όχι μόνο η τρομοκρατία αλλά και άλλα φαινόμενα, όπως ο λαϊκισμός και η άνοδος της ακροδεξιάς με όλες τις συνεκδηλώσεις της. Στο σημείο αυτό, βέβαια, ο ρόλος της πολιτείας καθίσταται καθοριστικός για να δείξει θεσμικά, νομικά αλλά και συμβολικά ότι τέτοιου είδους εγκληματικές συμπεριφορές δεν είναι ανεκτές.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO