«Σε όλους.
Μην κατηγορήσετε κανένα για τον θάνατό μου και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά. Ο μακαρίτης τα απεχθανόταν τρομερά.
Μαμά, αδερφές και σύντροφοι, συγχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος (δεν τον συμβουλεύω σε κανέναν), μα εγώ δεν έχω άλλη διέξοδο.
Λιλή, αγάπα με.
Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι η Λιλή Μπρικ, η μαμά, οι αδερφές και η Βερόνικα Βιτόλντοβνα Πολόνσκαγια.
Αν τους εξασφαλίσεις μια ανεκτή ζωή, ευχαριστώ.
Τα αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ, αυτοί θα βρουν άκρη.
Ως λένε, το επεισόδιο θεωρείται λήξαν το λοιπόν, η βάρκα του έρωτα στον καθ' ημέραν βίον έχει συντριφτεί.
Είμαστε πάτσι και πόστα οι δυο μας.
Σε τίποτα δεν ωφελεί των συμφορών, των προσβολών, των αμοιβαίων πόνων η καταγραφή.
Να 'στε καλά»*.

 

Έτσι ξεκινάει το γράμμα που άφησε πίσω του ο Βλαδίμηρος Βλαντίμιροβιτς Μαγιακόφσκι στις 14 Απριλίου του 1930, προτού πυροβολήσει στο μέρος της καρδιάς και βάλει τέλος στη ζωή του σε ηλικία 37 ετών, γράφοντας τον επίλογο μιας ιστορίας με λίγο-πολύ προδιαγεγραμμένο φινάλε. 

 

Ήταν ο ποιητής των μαζών, «ο νυμφίος του έρωτα, της επανάστασης και του θανάτου», το πρότυπο του νέου ανθρώπου που ξεπήδησε από τα ερείπια του παλιού κόσμου της τσαρικής Ρωσίας, ανεβασμένος στο άρμα της επανάστασης, μόνο και μόνο για να ηττηθεί κατά κράτος από τους ξέφρενους ρυθμούς μια εποχής που τον ξεπέρασε γρήγορα (ή δεν του ταίριαξε ποτέ) αλλά και από τις ίδιες τις ματαιωμένες προσδοκίες του. 

 

Γεννημένος στις 19 Ιουλίου του 1893 στο χωριό Μπαγκντάτα του κυβερνείου του Κουταΐσι (σ.σ. σημερινή Γεωργία), ο Μαγιακόφσκι ενηλικιώνεται απότομα εξαιτίας του πρόωρου θανάτου του πατέρα του, όταν αυτός ήταν ακόμη 13 ετών. 

 

Τον Ιούλιο του 1906 μετακομίζει στη Μόσχα μαζί με τη μητέρα του και τις δύο αδερφές του. Εκεί αρχίζει σιγά-σιγά να διαμορφώνει την πολιτική του ιδεολογία.

 

Έρχεται σε επαφή με τους επαναστατικούς κύκλους των φοιτητών, εντρυφά στη μαρξιστική βιβλιογραφία και γίνεται μέλος του κόμματος των μπολσεβίκων.

 

Ως μέλος μια παράδοξης παρέας φουτουριστών γυρνάει στις διάφορες πόλεις της Ρωσίας και εξεγείρει τα πλήθη. Στην φωτογραφία με τον Αλεξέι Κρουτσενίχ, Ντέιβιντ Μπούρλιουκ, Βελιμίρ Χλέμπνικωφ και τον Benedikt Livshits.
Ως μέλος μια παράδοξης παρέας φουτουριστών γυρνάει στις διάφορες πόλεις της Ρωσίας και εξεγείρει τα πλήθη. Στην φωτογραφία με τον Αλεξέι Κρουτσενίχ, Ντέιβιντ Μπούρλιουκ, Βελιμίρ Χλέμπνικωφ και τον Benedikt Livshits.

 

Στη διάρκεια αυτών των ετών συλλαμβάνεται αρκετές φορές, τη γλιτώνει χάρη στην παρέμβαση διαφόρων φίλων και γνωστών, ώσπου, τελικά, καταδικάζεται σε έντεκα μήνες φυλάκισης στη φυλακή Μπουτίρκα, απ' όπου βγαίνει τον Ιανουάριο του 1910, όντας ακόμη ανήλικος.

 

Μέσα στο κελί της (πραγματικής) φυλακής του γράφει τα πρώτα του ποιήματα, αλλά το τετράδιό του παρακρατείται από τους δεσμοφύλακες. Εκείνη την περίοδο καλείται ν' αντιμετωπίσει και το πρώτο του σοβαρό δίλημμα. 

 

«Βγήκα από τη φυλακή αναστατωμένος. Αν έμενα στο κόμμα, θα έπρεπε να συνεχίσω την παράνομη δουλειά, δεν θα μπορούσα –έτσι μου φαινόταν– να συμπληρώσω τις σπουδές μου. Μοναδική προοπτική: να γράφω προκηρύξεις ως τον θάνατό μου, ανακατατάσσοντας ιδέες παρμένες από βιβλία που λέγαν πράγματα σωστά, πράγματα όμως που δεν τα σκέφτηκα εγώ (...) Ήθελα να δημιουργήσω μια σοσιαλιστική τέχνη (...) Παράτησα την κομματική δουλειά. Έπεσα με τα μούτρα στη μελέτη» όπως εξηγεί στη σύντομη αυτοβιογραφία του**.

 

Η απόφασή του δεν σημαίνει πως εγκαταλείπει την πολιτική – το αντίθετο. Σημαίνει πως θα συνεχίσει να την υπηρετεί αλλά, αντί για προκηρύξεις, θα γράφει πλέον ποιήματα. Και αυτό κάνει.

 

Ήθελα να δημιουργήσω μια σοσιαλιστική τέχνη (...) Παράτησα την κομματική δουλειά. Έπεσα με τα μούτρα στη μελέτη
Ήθελα να δημιουργήσω μια σοσιαλιστική τέχνη (...) Παράτησα την κομματική δουλειά. Έπεσα με τα μούτρα στη μελέτη

 

Τα προεπαναστατικά ποιήματα του Μαγιακόφσκι τον καθιερώνουν ως έναν εκ των βασικότερων εκπροσώπων του ρωσικού φουτουρισμού, ενός κινήματος που αποκηρύσσει την παράδοση για χάρη του πειραματισμού, καλωσορίζοντας την κοινωνική αλλαγή που επιφέρουν οι τεχνολογικές εξελίξεις, όπως το αυτοκίνητο. 

 

Ως μέλος μια παράδοξης παρέας φουτουριστών (Κρουτσενίχ, Χλέμπνικοφ, Μπουρλιούκ) γυρνάει στις διάφορες πόλεις της Ρωσίας και εξεγείρει τα πλήθη.

 

Λατρεύει να τους προκαλεί, να τους ερεθίζει, να τους «χαστουκίζει» με τους αιχμηρούς στίχους και την τολμηρή γλώσσα του. Ο κόσμος τον ακολουθεί, γεμίζει τις αίθουσες όπου κι αν εμφανίζεται, τον χειροκροτεί με πάθος, τον αποδοκιμάζει. Πάντως πηγαίνει.

 

Το ετοιμοθάνατο τσαρικό καθεστώς βλέπει την απήχηση που έχουν οι φουτουριστές και ορθώνει μπροστά τους εμπόδια, όπως και όπου μπορεί. 

 

Το 1915, σε ηλικία 22 ετών, ο Μαγιακόφσκι θα γράψει το πρώτο του σπουδαίο έργο, το «Σύννεφο με παντελόνια». 

 

Τη σκέψη στο πλαδαρό μυαλό σας που ονειρεύεται,
σαν υπηρέτης λαίμαργος σε καναπέ λιγδιάρικο
με την καρδιά κουρέλι ματωμένο θα ερεθίσω·
χορταστικά χλευαστικός, ξεδιάντροπος καί καυστικός.

Ούτε μια γκρίζα τρίχα δεν έχω στην ψυχή,
μήτε των γηρατειών τη στοργή!
Μέγας ο κόσμος με της φωνής τη δύναμη
έρχομ' όμορφος, στα εικοσιδυό μου χρόνια.*** 

 

 

Τον Οκτώβρη του 1917, ζώντας στο Σμόλνι, ο Μαγιακόφσκι παρακολουθεί εκ των ένδον τις ταραχώδεις μέρες της Ρωσικής Επανάστασης.

 

Αυτή είναι μια πνευματικά εύφορη περίοδος για τον νεαρό, αλλά ήδη ευρέως γνωστό ποιητή που χαιρετίζει τις κατακλυσμιαίες κοινωνικές αλλαγές που συμβαίνουν στη χώρα του με μια σειρά «στρατευμένων» ποιημάτων και δραματικών έργων όπως η «Ωδή στην Επανάσταση» (1918), η «Αριστερή Πορεία» (1918) και το «Μυστήριο Μπούφο» (1918), μια πολιτική σάτιρα και ένα από τα σημαντικότερα θεατρικά έργα της σοβιετικής εποχής.

 

Στηρίζει με πάθος την επανάσταση και το κόμμα που θα αλλάξει τον κόσμο. «Κι ενώ το 'ξερε πως 

 

H ποίηση
είναι ένα και το αυτό
με του ραδίου την παραγωγή.
Ένα του γραμμάριο απαιτεί
μόχθο πέντε συνταγμάτων,
Για μια και μόνη λέξη
χαλάς και καταργείς
χιλιάδες τόνους λεκτικών μεταλλευμάτων

 

έφτασε να διαφημίζει τα προϊόντα των κρατικών εργοστασίων, πιστεύοντας πως το καθήκον του είναι να βοηθήσει με κάθε τρόπο τη σοβιετική εξουσία» γράφει ο Άρης Αλεξάνδρου****. 

 

Ο Μαγιακόφσκι δεν ενοχλείται τόσο πολύ από τις κομματικές νόρμες, τη λογοκρισία ή το «βαθύ κόκκινο της επανάστασης και του αίματος». 

 

Αποζητά, όμως, μια κοινωνία με μπόλικη μουσική, ποίηση, έρωτα. Μια καθημερινότητα βασισμένη στο τρίπτυχο Τέχνη - Επανάσταση - Σεξουαλικότητα.

 

Γράφει στίχους με τον ίδιο πυρετικό τρόπο που αναζητά τον έρωτα στις γυναίκες της ζωής του. Πρώτη και πάνω απ' όλες η Λίλη Γιούρεβνα Μπρικ, γυναίκα του εκδότη του Όσιπ Μπρικ, στην οποία αφιερώνει το «Σύννεφο με παντελόνια» και πάνω στη ράχη της γράφει τον «Αυλό των Σπονδύλων».

 

Με ρούχα του γάμου
τη νύχτα τούτη θα ντύσουμε.
Από κορμί σε κορμί
θ' ακτινοβολεί η χαρά.
Θα σηκωθώ ολόρθος
και θα παίξω
κάνοντας αυλό
της ράχης μου τους σπονδύλους.*****

 

Ο Μαγιακόφσκι ζει για μεγάλο διάστημα στο ίδιο διαμέρισμα με τους Μπρικ, σε ένα ιδιότυπο τρίγωνο που σκανδαλίζει τα ήθη της εποχής.

 

Βιογράφοι και συγκαιρινοί του συμφωνούν ότι η Λίλη ήταν ο μεγαλύτερος έρωτας της ζωής του. Σ' αυτήν αφιερώνει τα σημαντικότερα ποιήματά του, αυτή θυμάται ξανά στην αποχαιρετιστήρια επιστολή του. 

 

Αλλά δεν είναι η μοναδική. Από τη ζωή και το κρεβάτι του περνούν πολλές ερωμένες. Κάποιες από αυτές εξελίσσονται σε αδιέξοδους έρωτες.

 

Οι βιογράφοι του συμφωνούν ότι η Λίλη Μπρικ ήταν ο μεγαλύτερος έρωτας της ζωής του.
Οι βιογράφοι του συμφωνούν ότι η Λίλη Μπρικ ήταν ο μεγαλύτερος έρωτας της ζωής του.

 

Σαν την ηθοποιό Βερόνικα (Νόρα) Πολόνσκαγια, την τελευταία γυναίκα που τον αντικρίζει ζωντανό, ή την Τατιάνα Γιακόβλεβα που γνωρίζει σε ένα ταξίδι στο Παρίσι και της ζητάει να τον παντρευτεί. 

 

Οι ερωτικές του περιπέτειες έχουν πάντα την ίδια εξέλιξη. Μια ατέρμονη λούπα. Ο Μαγιακόφσκι γοητεύεται, ενθουσιάζεται, ερωτεύεται ξανά και ξανά, αλλά σαν να νιώθει πάντα ότι τα αισθήματά του δεν τυγχάνουν παρόμοιας ανταπόκρισης.

 

Για τον ίδιο τον Βαλόντια οι ερωτικές εξισώσεις έχουν πάντα αρνητικό πρόσημο. Ίσως επειδή αυτή είναι η μοίρα των ευαίσθητων υπάρξεων, ίσως γιατί ζητά από τους ανθρώπους περισσότερα απ 'όσα μπορούν να του δώσουν. Ίσως πάλι γιατί μέσα του νιώθει ένα δυσαναπλήρωτο κενό που δεν ξέρει πώς να καλύψει και εναποθέτει τις ελπίδες του στον έρωτα.

 

Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει σε όλα αυτά με βεβαιότητα. Όπως κανείς δεν μπορεί να ξέρει γιατί αποφασίζει να βάλει τέλος στη ζωή του μια μέρα σαν κι αυτή.

 

Λίγο πριν προβεί στο απονενοημένο διάβημα νοσηλεύεται σε ψυχιατρική κλινική με κατάθλιψη. Υποφέρει, φλέγεται μέσα του και έπειτα λυγάει.

 

 

Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος τη Ρωσία και για πολλούς σφραγίζει το τέλος της σοσιαλιστικής αθωότητας.
Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος τη Ρωσία και για πολλούς σφραγίζει το τέλος της σοσιαλιστικής αθωότητας.

 

Ο θάνατός του βυθίζει στο πένθος τη Ρωσία και για πολλούς σφραγίζει το τέλος της σοσιαλιστικής αθωότητας. Τα σενάρια που κυκλοφορούν είναι πολλά.

 

Κάποιοι λένε ότι αυτοκτόνησε λόγω του αδιέξοδου έρωτά του με την Πολόνσκαγια, με την οποία λογομαχούν λίγο πριν στρέψει το πιστόλι στον ίδιο του τον εαυτό.

 

Άλλοι, πιο επιρρεπείς σε θεωρίες συνωμοσίας, μιλούν για εντολή του Στάλιν, γεγονός που δεν αποδείχτηκε ούτε όταν άνοιξαν τα αρχεία του κράτους.

 

Η επικρατέστερη εκδοχή θέλει τον Μαγιακόφσκι να επιλέγει αυτό το φινάλε λόγω της απογοήτευσής του από τη μορφή που πήρε η επανάσταση, την οποία εξύμνησε μέσα από τα ποιήματά του. Αυτό καθώς και ότι όλοι οι δικοί του άνθρωποι τον εγκατέλειψαν πριν το τέλος.

 

«Το βασικό, το τραγικό λάθος του Μαγιακόφσκι ήταν αυτό ακριβώς: πίστεψε πως μπορούσε να είναι "σύντροφος" του Λένιν και του κόμματος.

 

Δεν είχε καταλάβει ότι από τη στιγμή που μια πολιτική ηγεσία γίνεται καθεστώς, αρχίζει να θεωρεί τον εαυτό της "ελέω θεού βασιλιά" ή "ελέω ιστορικής αναγκαιότητας πρωτοπόρο κόμμα". Κάθε εξουσία, απ' την ίδια τη φύση της, είναι αναγκασμένη (αν θέλει να επιβιώσει) να πιστέψει στο αλάθητό της και να το επιβάλει με την πειθώ, με την προπαγάνδα, με τη βία». («Ποιος αυτοκτόνησε τον Μαγιακόβσκη;», Άρης Αλεξάνδρου).

 

Ο Μαγιακόφσκι πίστεψε μέχρι το τέλος σε μια ουτοπία, με τον δικό του ρομαντικό, παθιασμένο τρόπο, τον μοναδικό τρόπο που ήξερε. Τον τρόπο του ποιητή. 

 

Ήταν ο πρώτος άνθρωπος ενός καινούργιου κόσμου που δεν ανέτειλε ποτέ, και γι' αυτό ένιωθε πάντα πολύ μόνος. 

 

*B. Κατανιάν, «Μαγιακόβσκι, Λογοτεχνικό χρονικό», Μόσχα, 1961

** «Εγώ ατός μου», 1928.

*** «Σύννεφο με παντελόνια», μτφρ.: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης, εκδόσεις Αρμός

**** «Ποιος αυτοκτόνησε τον Μαγιακόβσκη;», Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Επανοικειοποίηση

***** «Φλέγομαι», Τούρμπγιερν Σέβε, μτφρ.: Γρηγόρης Κονδύλης, εκδόσεις Μεταίχμιο